Αυτό το θλιμμένο Σολ

Ένα χαμηλό, μονότονο κλαψούρισμα βουίζει στο δωμάτιο. Κάποτε διακόπτεται για μερικά μονάχα δευτερόλεπτα από έναν συμπαγή υπόκωφο γδούπο, κι έπειτα ξαναρχίζει. Το βουητό εξακολουθεί ακατάπαυστο, το κτύπημα επαναλαμβάνεται, και το έντομο ακούραστο συνεχίζει τον αγώνα του σε μια απέλπιδα προσπάθεια να βγει από το τζάμι. Συγκρούεται πεισματικά με τον αόρατο φρουρό, χωρίς να καταθέτει τα όπλα του ούτε στιγμή στο δευτερόλεπτο.

Ο Μάρκος κάθεται και το κοιτά. Μέσα του το λυπάται, όμως παραείναι εξαντλημένος για να σηκωθεί και να του ανοίξει το παράθυρο για να το απελευθερώσει. Είναι ανακούρκουδα βολεμένος, μισοξαπλωμένος επάνω στο μακρόστενο σκαμνί με το σκισμένο μαύρο μαξιλάρι, στηριγμένος στους αγκώνες του και με τα πόδια του ν’ ακουμπούν το ζεστό ξύλινο πάτωμα. Αν και έχει αρχίσει να πιάνεται, δεν διαθέτει το απαραίτητο κουράγιο που θα τον ωθήσει να σηκωθεί, να πλησιάσει το τζάμι και να το τραβήξει.

Ρίχνει μια νωχελική ματιά στον χώρο γύρω του, περισσότερο για ν’ ανακουφίσει τον πονεμένο του σβέρκο και λιγότερο για να θυμηθεί το μέρος. Κρεμάει το κεφάλι του πίσω, ανάμεσα στους ώμους, και βρίσκεται τώρα να κοιτάζει το άλλο παράθυρο. Το δωμάτιο είναι μικρό και τετράγωνο, με σκόρπιες ξύλινες αντίκες να στολίζουν κατά τόπους το θλιβερό του κουφάρι. Κάποτε θα ήταν σπρωγμένες προς τους τοίχους, που είναι χτισμένοι από γκρίζα πέτρα, όμως οι σεισμοί τις έχουν μετακινήσει και τις έχουν σκορπίσει άτακτα στην μικρή τετράγωνη κάμαρα. Η δίρριχτη στέγη είναι καλυμμένη με κόκκινο κεραμίδι, που ορισμένα σημεία του έχουν ξεφτίσει κι από πίσω τους φαίνεται ο καταγάλανος ουρανός.

Κοιτάζει τα γαλανά μπαλώματα πίσω απ’ τις κόγχες που άφησε αδειανές η παλιωμένη κεραμική τους καλύπτρα, και η καρδιά του σφίγγεται από τη μελαγχολία. Προσπαθεί να αποδιώξει απ’ το μυαλό του τις αναμνήσεις, όμως η ζημιά στο στομάχι του έχει ήδη μεγαλώσει. Σηκώνεται όρθιος με μιαν αποφασιστική κίνηση και προχωράει προς το παράθυρο.

Η μύγα ακόμη παλεύει. Την πλησιάζει προσπαθώντας ν’ αποφύγει το στρώμα από τα ψόφια έντομα που απλώνεται κάτω από το λεπτό εσωτερικό περβάζι, και σπρώχνει την παλιά ξύλινη κορνίζα προς τα μέσα. Το τζάμι τραβιέται με τον γνώριμο κρυστάλλινο ήχο της πολυκαιρίας, και η μύγα ορμάει έξω σαν να φοβάται πως κάποιος θα την ξανακλείσει ανάμεσα στους τοίχους αν δεν βιαστεί. Την κοιτάζει ν’ απομακρύνεται ανάμεσα στα ψηλά κίτρινα χόρτα και τις ελιές με ικανοποίηση. Αγωνιζόταν για ώρα. Την αξίζει την ελευθερία της.

Αφήνει το παράθυρο ανοιχτό κι επιστρέφει στο σκαμνί με το ταλαιπωρημένο μαξιλάρι. Αυτή τη φορά κάθεται κανονικά, δεν ξαπλώνει επάνω του. Το σέρνει λιγάκι προς τα πίσω, λυγίζει την ράχη του και ακουμπάει το κεφάλι του επάνω στο παλιό πιάνο. Όπως το μέτωπό του αγγίζει τα λεκιασμένα πλήκτρα, το τραγούδι των τζιτζικιών αρχίζει να συνοδεύει κι ένα δυνατό, θλιμμένο σολ.

Αυτό το θλιμμένο ΣολΗ καρδιά του τον σφίγγει ακόμη περισσότερο. Αφήνει τη νότα να παίζει συνεχόμενα, και σκέφτεται πως το στήθος του είναι έτοιμο να σκάσει από τη θλίψη. Θυμάται εκείνο το πρώτο καλοκαίρι. Όταν εκείνος και ο Αδάμ, που μόλις είχαν γνωριστεί κι έναν παρέα ίσαμε μερικές εβδομάδες, είχαν βρει για πρώτη φορά το μικρό παρατημένο εξοχικό.

Ο Αδάμ πίστευε πως ήξερε τη Σάμο απ’ έξω κι ανακατωτά. Θεωρούσε πως είχε ανακαλύψει κάθε της σημείο, κάθε της μυστικό. Κι όμως μαζί ανακάλυψαν ετούτη την καλύβα, ήδη εγκαταλελειμμένη από χρόνια κι ετοιμόρροπη, με τα έπιπλα πεσμένα και μισοφαγωμένα από το σαράκι και τα ψόφια έντομα να σχηματίζουν μία συμπαγή μοκέτα μπροστά από τα παράθυρα. Ο αέρας μύριζε κλεισούρα κι αποσύνθεση, όμως τον Αδάμ δεν τον είχε νοιάζει. Είχε ορμήσει αμέσως στο πιάνο.

Η μελωδία που είχε πρωτοπαίξει ξεκινούσε ακριβώς μ’ αυτό το σολ. Όπως κι όλες οι άλλες μελωδίες που ξεκίνησε αυτά τα τρία καλοκαίρια που μεσολάβησαν από το πρώτο ως και το τωρινό. Κάθε φορά που ο Μάρκος τον ρωτούσε γιατί ξεκινούσε πάντα μ’ αυτή τη νότα, μ’ αυτό το θλιμμένο σολ, ο Αδάμ γελούσε και του απαντούσε ότι δεν μπορούσε να συνθέσει κάτι άλλο, δεν τον άφηνε το ευαίσθητο αυτί του. Και, παρόλο που ισχυριζόταν πως αυτή του η παραξενιά δεν τον άφηνε ν’ απολαμβάνει σχεδόν καμία μελωδία που δεν ξεκινούσε μ’ εκείνο το σολ, όταν έπαιζε ο Μάρκος πάντα καθόταν και τον άκουγε μαγεμένος.

Αυτό που τους είχε δέσει απ’ την αρχή ήταν η αγάπη τους για το πιάνο. Το λάτρευαν κι οι δυο. Είχαν μάλιστα γνωριστεί σ’ ένα μαγαζί που κατασκεύαζε πιάνα, σ’ ένα από τα σοκάκια στο Βαθύ. Ο Αδάμ είχε πάει με τους γονείς του για ν’ αγοράσει ένα, κι ο Μάρκος είχε φτάσει μόνος του γιατί βαριόταν. Έμενε στον Όρμο Μαραθοκάμπου, όπου δεν σύχναζε ποτέ σχεδόν κανείς. Έπληττε χωρίς παρέα. Τότε είχε μόλις τελειώσει το σχολείο και δεν ήξερε τι να κάνει. Είχε απομονωθεί εκεί, στο σπίτι των γονιών του, όπως άλλωστε έκανε κάθε χρόνο τα καλοκαίρια όταν έφευγε από την Αθήνα, για να σκεφτεί. Και σε μια από τις βόλτες του είχε καταλήξει εκεί για να παίξει πιάνο.

Άκουσε τον Αδάμ να παίζει από τη στιγμή που μπήκε. Οι γονείς του στέκονταν παράμερα και τον κοιτούσαν, περήφανοι για το αγόρι τους, όσο εκείνος εξέφραζε αυθόρμητα τα συναισθήματά του μέσα από τα πλήκτρα του καινούριο του οργάνου. Κι ο Μάρκος είχε καταλάβει αμέσως τη μουσική του, είχε αντιληφθεί απευθείας τι ήταν αυτό που ήθελε να πει. Γιατί αισθανόταν κι αυτός ξεκρέμαστος και αγχωμένος, ανέτοιμος να ξεκινήσει μια ζωή για την οποία κανένας δεν τον είχε προετοιμάσει· όπως ακριβώς εκείνος.

Είχε καθίσει στο πιάνο απέναντι από εκείνο που έπαιζε ο Αδάμ, κι είχε ακολουθήσει τη μελωδία του παρόλο που δεν ήξερε τις νότες. Τα δάχτυλά τους πετούσαν ταυτόχρονα επάνω στα πλήκτρα, συνθέτοντας ένα κομμάτι δεμένο με προσοχή και αρμονία. Κι ας μην ήξεραν ο ένας τον άλλο. Τέλειωσαν ταυτόχρονα, και η σιγή που απλώθηκε στον χώρο για λίγο τους φάνηκε ανυπόφορη. Μέχρι που κοίταξαν ο ένας τον άλλο κι άρχισαν να γελούν.

Βρίσκονταν συχνά από τότε. Στον χαρακτήρα δεν έμοιαζαν καθόλου, όμως καταλάβαιναν ο ένας τον άλλο απόλυτα. Πήγαιναν κι έπαιζαν μουσική μαζί συχνά, κι αυτό τους έδενε. Επικοινωνούσαν έτσι. Και, παρόλη την ανησυχία και το άγχος που αισθάνονταν κι οι δυο, είχαν καταφέρει να τα παραγκωνίσουν και να φτιάξουν μόνοι τους για τους εαυτούς τους τ’ ομορφότερο καλοκαίρι της ζωής τους. Το οποίο, αφότου ανακάλυψαν την πέτρινη καλύβα, έγινε ακόμη ωραιότερο.

Ήταν το καταφύγιό τους, για λίγους μήνες όλη τους η ζωή. Ένα στρώμα κι ένα πιάνο, μια βρύση με τρεχούμενο νερό –γεμάτο άλατα, αλλά πινόταν– κι ένας καναπές αντίκα. Είχαν γίνει το σπίτι τους. Και, λίγο πέρα από τον κάμπο, η παγωμένη καθάρια θάλασσα του Αιγαίου. Και μόνο η ιδέα αυτού του έντονου πράσινου των ελιών και των χαρουπιών, του σκούρου μπλε της θάλασσας και του γαλανού του ουρανού μαζί και το χρυσαφί της βλάστησης των κάμπων και του ήλιου, αρκούσε για να τους κάνει και τους δυο ευτυχισμένους.

Χάθηκαν τον χειμώνα, οπότε άρχισαν να συνηθίζουν την καινούρια τους ζωή, όμως βρέθηκαν ξανά το επόμενο καλοκαίρι. Επέστρεψαν ξανά εκεί, στην καλύβα και στο πιάνο τους, στα θλιμμένα τους σολ. Επικοινωνούσαν λες και δεν είχαν περάσει παρά μόνο ελάχιστες στιγμές από την τελευταία φορά που συναντήθηκαν, με τη μόνη διαφορά ότι η μουσική τους έδενε ακόμη πιο καλά. Όπως κι αυτοί οι ίδιοι.

Στα μέσα του καλοκαιριού ο Μάρκος κατάλαβε πως ο Αδάμ ήταν δυστυχισμένος όσο δεν βρισκόταν ο ίδιος εκεί. Τον προβλημάτιζαν πολλά, τόσο ζητήματα μέσα στην οικογένεια, όσο και θέματα άλλα, έξω απ’ αυτήν, που σχετίζονταν με τη μουσική του. Του προκαλούσε κατάθλιψη τόσο η βία, ψυχολογική και σωματική, που υφίσταντο από τον πατριό του υπό το βουβό βλέμμα της ίδιας του της μητέρας, όσο κι η έλλειψη αναγνωρισιμότητας του προφανούς ταλέντου του, που άνθησε κάτω από το αντίξοο περιβάλλον του. Από το οποίο, σαν Σαμιώτης που ήταν με τις σπουδές του να πραγματοποιούνται στο ίδιο το νησί, δεν μπορούσε να ξεφύγει. Γι’ αυτό και κατέφευγε στη χρήση ουσιών για να διατηρεί την ψυχραιμία και την αυτοκυριαρχία του.

Μέσα στις επόμενες εβδομάδες ο Μάρκος κατάλαβε δυο πράγματα: το πρώτο ήταν ότι ο Αδάμ δεν χορηγούσε τίποτα στις φλέβες του όσο εκείνος βρισκόταν εκεί, και κατ’ επέκταση στην καλύβα μαζί του. Η παρουσία του στο νησί τους έκανε χαρούμενους και τους δυο. Και το δεύτερο ήταν αποτέλεσμα του πρώτου. Αγαπούσαν ο ένας τον άλλο. Κι αυτό κατέστησε το δεύτερο καλοκαίρι τους ακόμη ωραιότερο από το πρώτο.

Ο Αδάμ τον εμπιστευόταν και του έδειχνε τα σημάδια του. Αυτά που άφηναν οι βελόνες στο κορμί του κι εκείνα που του άφηνε ο πατριός του. Συζητούσαν για ώρες, ανέλυαν ημέρες ολόκληρες τις λύσεις που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να ξεφύγει κι από τα δυο, όμως φαινόταν πως τίποτα δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει όσο δεν είχε δικά του χρήματα. Εκτός από το να γυρίσει μαζί με τον Μάρκο στην Αθήνα.

Ωστόσο οι μήνες παρήλθαν κι ο Μάρκος επέστρεψε μόνος. Η αδυναμία επικοινωνίας τους, εκτός από κάποιες καρτ ποστάλ, τον πονούσε και τον ανησυχούσε. Τα δυο επόμενα καλοκαίρια τον έβρισκε όλο και πιο δυστυχισμένο από τα προηγούμενα, παρόλο που η παρουσία του εκεί απάλυνε το μαρτύριό του. Βρίσκονταν πάντα στην καλύβα, κάθε μέρα, και πουθενά αλλού. Περνούσαν εκεί και κάποιες από τις νύχτες τους, παίζοντας μουσική και μένοντας ξάγρυπνοι για ώρες, ώσπου να έρθει το πρωί.

Ο Μάρκος έβαζε τα δυνατά του για να τον υποστηρίζει και να τον εμψυχώνει, να του υπενθυμίζει τη δύναμη και τη σημασία του και να του δίνει κουράγιο. Και κατάφερνε όντως να τον κάνει ευτυχισμένο αυτούς τους δύο μήνες που έμενε κοντά του, πριν αναγκαστεί να επιστρέψει στην Αθήνα για να συνεχίσει κι εκείνος τις σπουδές του. Και, κάθε φορά που τον έβλεπε, του ζητούσε να πάει μαζί του. Και, κάθε φορά που το έκανε, ο Αδάμ του χαμογελούσε θλιμμένα και χτυπούσε με το δάχτυλό του εκείνο το σολ που τόσο αγαπούσε. Πάντα έφευγε μόνος.

Φέτος δεν ήταν στην καλύβα την ημέρα που όρισαν μέσα από τις τελευταίες τους καρτ ποστάλ. Είναι 15 Ιουλίου του 1985 κι ο Αδάμ έχει καθυστερήσει μια εβδομάδα. Ποτέ δεν καθυστερούσε. Ερχόταν στην καλύβα και καθάριζε τα κατάλοιπα του χειμώνα μέρες πριν έρθει ο Μάρκος στο νησί. Τώρα όμως το δωμάτιο είναι βρώμικο, κι ο Αδάμ δεν είναι εδώ.

Μέσα του ξέρει τι έχει συμβεί, ή τουλάχιστον το υποθέτει. Πρώτη φορά τ’ ομολογεί στον εαυτό του, όμως μπορεί να μαντέψει ότι το αγόρι έχει χάσει τη ζωή του. Ίσως πήρε πολύ από το ναρκωτικό του. Ίσως ο καινούριος σύζυγος της μητέρας του μια μέρα τον χτύπησε πιο δυνατά απ’ ό, τι συνήθιζε, στο κεφάλι.

Αισθάνεται κενός και ένοχος που δεν κάθισε στο νησί περισσότερο για να τον βοηθήσει. Άλλωστε, εκείνος από μόνος του σε ποιον ν’ απευθυνόταν; Δεν ήξερε κανέναν που θα μπορούσε να τον βοηθήσει, αποφεύγοντας παράλληλα και τις κατηγορίες από μέρους της μητέρας του ότι την κατέστρεψε μέσα από τη φλυαρία του.

Κλείνει τα μάτια του κουρασμένος, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του από το πατημένο πλήκτρο. Αν και σε χαμηλότερη ένταση, που τώρα μοιάζει με ψίθυρο, συνεχίζει να παίζει τη νότα, αυτό το θλιμμένο σολ, που αγγίζει με τα πονεμένα του δάχτυλα την πληγωμένη του ψυχή.

Όταν ανοίγει τα μάτια του ο ήλιος έχει αρχίσει να πέφτει. Η ζέστη έχει υποχωρήσει και σκουροκόκκινες αχτίδες εισβάλλουν από τ’ ανοιχτά παράθυρα. Και είναι όλα ανοιχτά. Τη στιγμή που εκείνος θυμάται ν’ ανοίγει μόνο ένα. Του φαίνεται ότι κάπου το μάτι του πιάνει κι έναν μεγάλο ταξιδιωτικό σάκο. Κάνει να σηκώσει τον κρόταφό του από το πλήκτρο, που μουρμουράει μελαγχολικά ακόμη, όμως μια φωνή κάνει την καρδιά του να σπαρταρήσει.

«Ωραίο το θλιμμένο μου σολ;» του ψιθυρίζει.

 

Διήγημα της ‘Ερση Λάβαρη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here