Κυριακή, 12 Ιουλίου, 2020
More
    Αρχική Συγγραφής Τέχνη Αμαρτίες Γονέων (Μέρος 2ο) - Νίκος Κατέχης

    Αμαρτίες Γονέων (Μέρος 2ο) – Νίκος Κατέχης

    -

    Αμαρτίες Γονέων

    Αφού πήρε μερικές τζούρες ακόμα από το τσιγάρο του, το πέταξε κάτω και ξεκίνησε να διασχίζει τον δρόμο, όταν άκουσε μια σειρά από παιδικές φωνές να έρχεται από τα δεξιά. Σταμάτησε και κοίταξε.

    Ήταν μια πενταμελής παρέα εφήβων που έσερναν τα μεθυσμένα και εξιταρισμένα κορμιά τους προς το μέρος του. Δύο ξανθοί, ένας μελαχρινός και ένας Αφροαμερικανός. Όλοι κρατούσαν από ένα μισογεμάτο μπουκάλι μπύρας στο χέρι. Ο μεσαίος έμοιαζε κάπως με τη Λούσι, όμως ο Τζακ δεν ήταν σίγουρος για αυτό. Είχε αρκετά χρόνια να τη δει, εδώ που τα λέμε.

    «Μα ρε φίλε, σου λέω πως θα μπορούσα να κλέψω και δύο-τρεις σοκολάτες από τον Ινδό, αν τον απασχολούσες λίγο περισσότερο» είπε ο έφηβος σωσίας της Λούσι και το μελαχρινό αγόρι που περπατούσε δίπλα του προσπάθησε να απολογηθεί.

    «Δεν είχα τι άλλο να του πω, Έντι. Μέχρι και για το ποιος είναι ο ινδουιστικός θεός της γονιμότητας τον ρώτησα».

    «Ποιος είναι;» ρώτησε ο Αφροαμερικανός, χασκογελώντας.

    «Η Κάλι, που είναι μια από τις μορφές της Σάκτι».

    «Ε;» Ο άλλος ξανθός έδειχνε να μην καταλαβαίνει. Τα μάγουλά του είχαν κρεμάσει και τα μάτια του έμοιαζαν με αυτά του Ντρούπι, του χαρακτήρα των αδερφών Γουόρνερ.

    «Αφήστε το» είπε ο μελαχρινός. «Ποιος στο καλό είναι αυτός που μας κοιτάζει λες και μόλις βγήκαμε από διαστημόπλοιο;»

    «Μήπως είναι μπάτσος;» ρώτησε ο ξανθός. Στο άκουσμα της μαγικής λέξης, όλοι σάστισαν.

    «Όχι» είπε ο Έντι με ζαλισμένη σιγουριά. «Κατά πάσα πιθανότητα είναι ένας από αυτούς που έρχονται και πιέζουν τη μάνα μου να τους επιστρέψει κάποιο δάνειο ή ένας από αυτούς που ξαφρίζουν τα αντικείμενα της κουζίνας μας, για τον ίδιο λόγο». Ήπιε άλλη μια γουλιά και αποκόπηκε από την παρέα, πλησιάζοντας προς το μέρος του Τζακ και του απηύθυνε το λόγο. «Αν θες να πάρεις κάτι, πάρε τις κατσαρόλες, μπας και σταματήσει η γριά μου να βράζει λαχανάκια Βρυξελλών και αρακά».

    Αμαρτίες Γονέων

    Η αντίδραση του Τζακ ήταν αυθόρμητη. Τίναξε το χέρι του κι άρπαξε τον καρπό του ξανθού εφήβου, με τον ίδιο τρόπο που είχε κάνει και ο καθηγητής του στο λύκειο όταν τον είδε να καπνίζει στο προαύλιο.

    «Τι στον διάολο νομί-…» Ο Έντι ξαφνιάστηκε. Τα άλλα παιδιά τρόμαξαν και το έβαλαν στα πόδια. Ο Έντι τους φώναξε να γυρίσουν πίσω, μα κανείς δεν του έδωσε σημασία.

    «Πέτα αυτή τη βλακεία στα σκουπίδια αμέσως, αλλιώς θα σε καρφώσω στη μάνα σου».

    «Παράτα με» είπε ο Έντι και τράβηξε το χέρι του μακριά. «Δεν έχεις το δικαίωμα να μου ζητάς να κάνω κάτι τέτοιο, ψυχάκια! Τράβα κάνε τη δουλειά σου και εξαφανίσου».

    Ο Τζακ παρατήρησε τον Έντι να προχωράει νευρικά προς τον κάδο σκουπιδιών, να πίνει επιδεικτικά τη τελευταία μεγάλη γουλιά της μπύρας του, να πετάει το μπουκάλι στα σκουπίδια και να γλιστράει στο σπίτι του, ανοίγοντας την πόρτα και κλείνοντάς τη με δύναμη, φωνάζοντας κάτι στη μητέρα του. «Είναι ένας ενοχλητικός βλάκας εκεί έξω που θέλει να…»

    Οι τελευταίες λέξεις χάθηκαν πίσω από τον κρότο. Ο Τζακ έμεινε εκεί να κοιτάζει την κλεισμένη πόρτα και να αναρωτιέται για ποιον λόγο είχε συμπεριφερθεί έτσι. Τι τον ένοιαζε αν ένα έφηβο αλητάκι έπινε μπύρες με την παρέα του; Και αυτός το ίδιο ακριβώς δεν έκανε στην ηλικία του;

    Η πόρτα άνοιξε ξανά, ξαφνιάζοντάς τον. Ήταν η Λούσι, ντυμένη με ένα μακρύ, ροζ φόρεμα και μια εξίσου παλιομοδίτικη ποδιά. «Μ-με συγχωρείτε για τον γιο μου. Είναι κάπως αυθόρμητος. Ελπίζω να μη σας προσέβαλλε με άσχημο τρόπο».

    Ο Τζακ άργησε λίγο, μα κούνησε το κεφάλι δεξιά κι αριστερά, σαστισμένος. Είχε τόσο καιρό να δει τη Λούσι και όμως δεν είχε αλλάξει καθόλου, παρόλο που τα χρόνια είχαν περάσει από πάνω της σαν αρμάδα από τανκς. Αυτός όμως είχε αλλάξει τόσο πολύ που δεν τον αναγνώριζε;

    Αμαρτίες Γονέων

    Η Λούσι χάρισε ένα χαμόγελο στον ξένο, που έμοιαζε να νιώθει άβολα. «Ελάτε, μη στέκεστε εκεί έξω. Περάστε μέσα».

    Ο Τζακ πέρασε μέσα, με τη Λούσι να τον ακολουθεί κατά πόδας. Το εσωτερικό του σπιτιού ήταν λιγότερο θλιβερό από το εξωτερικό, όμως σίγουρα δεν ήταν έπαυλη σαν αυτή της Τζένιφερ Λόουλι, την οποία είχε επισκεφθεί την προηγούμενη εβδομάδα. «Με συγχωρείτε για την αμφίεση, όμως δεν σας περίμενα σήμερα. Από την τράπεζα μου είπαν πως θα ερχόσασταν μεθαύριο. Ίσως και την Παρασκευή, αν είχατε πολλή δουλειά. Έχετε παρκάρει το φορτηγάκι σας κάπου εδώ κοντά;»

    «Ξέρετ-… Ξέρεις, Λούσι». Ο Τζακ γύρισε και κοίταξε την πρώην κοπέλα του. «Δεν ήρθα εδώ για να πάρω τίποτα από το σπίτι σου, ούτε για να σου ζητήσω να ξεπληρώσεις κάποιο δάνειο».

    «Αλλά γιατί ήρθατε;». Το πρόσωπο της πήρε μια έκφραση απορίας και τα δάχτυλα των χεριών της έσφιξαν την ποδιά της. «Και… που ξέρετε το όνομά μου;»

    Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια έκρηξη έντονων συγχορδιών ηλεκτρικής κιθάρας από κάποιο δωμάτιο στο βάθος και ο Τζακ μειδίασε, δείχνοντας με τον αντίχειρα του προς την κατεύθυνση του ήχου. «Για να ζητήσω συγγνώμη για αυτό».

    Η έκφραση της Λούσι σκλήρυνε, καθώς συνειδητοποιούσε σιγά-σιγά ποιον είχε βάλει στο σπίτι της. Ο Τζακ είχε μάθει πως από τη στιγμή που γινόταν κάτι τέτοιο, η ώρα κατά την οποία θα έπρεπε να ξεκουμπιστεί, πλησίαζε. Και δεν τον πείραζε καθόλου αυτό. Όχι σήμερα. Το βάρος των συντριμμιών που είχε αφήσει πίσω του, απειλούσε να τον λιώσει σαν μυρμήγκι.

    Όσο πιο γρήγορα έφευγε από εκεί μέσα, τόσο πιο γρήγορα θα τα ξεχνούσε όλα και θα ηρεμούσε.

    Αμαρτίες Γονέων

    Νίκος Κατέχης

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here