Απόκριες

Έβαψα το πρόσωπό μου με όλα τα «χρώματα του πολέμου». Δεν ξέρω γιατί τα αποκαλούν έτσι οι Ινδιάνοι. Ίσως γιατί σημαίνουν κάτι γι’ αυτούς.

Έβαλα την περούκα την μαύρη, την μακρυμάλλικη, την σγουρή, την τόσο αταίριαστη με τα φυσικά μου χρώματα. Μάλλον ενδόμυχα θα ’θελα να ’μουν έτσι.

Κρύφτηκα πίσω από μια μάσκα με φτερά και πούπουλα. Ένα πουλί στο πρόσωπό μου που έβγαζε τιτιβίσματα χαράς.

Μεταμορφώθηκα και βγήκα. Ανακατεύτηκα στο πλήθος. Πέρασα ανάμεσα από πειρατές, Κλεοπάτρες, οδαλίσκες, στρουμφάκια και πόρνες. Ο Αστερίξ κι ο Οβελίξ με κοιτούσαν με μάτι λάγνο. Ο τσολιάς επίσης. Ένας μπεκρής έπεσε πάνω μου τρεκλίζοντας, ζητώντας ευκαιρία να με χουφτώσει. Του χαμογέλασα. Τι να παρεξηγήσω; Απόκριες και οι αντιστάσεις χαλαρώνουν.

Ο σούπερμαν μου έδειξε τους πλαστικούς του κοιλιακούς και γελάσαμε και οι δύο. Δίπλα του ένας Αγιοβασίλης έφερε τα Χριστούγεννα μέσα στο Πάσχα. Δεν μ’ άρεσε. Αν και προτιμώ την βασιλόπιτα απ’ τα τσουρέκια, γιατί ψάχνεις το φλουρί.

Κάτι κλεφτρόνια εμφανίστηκαν με ρόπαλα και δίπλα τους «μπατσάκια». Συνύπαρξη αυτών που αποφεύγονται μεταξύ τους.

Η καμαριέρα κρατούσε φτερό κι ήταν «φτερού». Κι ένας μπάρμαν κολλούσε σαν βδέλλα πάνω «της». Μια μάγισσα μου έδειξε τα σάπια δόντια της κι ένας δράκουλας τους κυνόδοντές του. Ένα μωρό με πιπίλα στο λαιμό κι ένα με μπιμπερό στο χέρι. Και μια Μπάρμπι ντυμένη στα ροζ, σαν να βουτήχτηκε σε παλ μπογιά. Και το απαραίτητο ζευγάρι κάθε καρναβαλιού: η νύφη κι ο γαμπρός. Δυο σερνικά μες στην τρελή χαρά, τίγκα στην πούδρα και το ρουζ, μολύβι μαύρο και κραγιόν-φωτιά.

Χάθηκα ανάμεσά τους. Έπαψα να υπάρχω. Έπαψα να είμαι εγώ. Ήμουν μια άλλη, μια άγνωστη, μια τυχαία, μια περαστική, μια ανώνυμη. Ήμουν αόρατη… Ήμουν εγώ…

Αγάπη Ντόκα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here