(αφήγημα μιας παιδικής ανάμνησης)

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου -παιδί του Δημοτικού Σχολείου ήμουν- οι διακοπές του Πάσχα και του καλοκαιριού σήμαιναν για εμένα ελευθερία, ανεμελιά και ατέλειωτο παιχνίδι. Το χωριό φάνταζε στα μάτια μου ο τόπος που μπορούσα να πραγματοποιώ τις περισσότερες εικόνες των πρώτων αναγνωσμάτων μου. Έχτιζα οχυρά και τα υπερασπιζόμουν σαν Ροβινσώνας Κρούσος του βουνού από τους συνομήλικούς μου εισβολείς, άλλες φορές σκάρωνα την πορεία μου πάνω σε χάρτη που ο ίδιος είχα φτιάξει, τον Γύρο του Κόσμου μου, από τη μία βρύση της κοινότητας ως την άλλη, μέσα από στενά μονοπάτια ή παρατημένες αυλές, που στα μάτια μου φάνταζαν τότε τόποι άγνωστοι και ανεξερεύνητοι. Είχα για σύντροφο τον σκύλο του παππού, Μάγκα τον φώναζα, αφού το ίδιο ατίθασος ήταν κι αυτός με εκείνον της Δέλτα. Χριστούγεννα δεν είχα ζήσει ποτέ μου έξω από την πόλη. Όταν μού το ανακοίνωσαν οι γονείς μου, μου κακοφάνηκε. Θα έχανα τις στολισμένες βιτρίνες και τις βόλτες στη φάτνη της πλατείας; Τα δώρα για τα παιδιά του Συλλόγου Εργαζομένων, που ανήκε ο πατέρας; Ο νονός πώς θα με έβρισκε; Και τι θα μπορούσα να κάνω χειμώνα καιρό εκεί πάνω; Ρώτησα για τους φίλους μου. Το πιο πιθανόν ήταν, πως δεν θα έβρισκα κανέναν. Κανείς δεν άφηνε τη βολή της πόλης, ιδιαίτερα της πρωτεύουσας, για ένα ορεινό χωριό, σε υψόμετρο 820, με κίνδυνο να αποκλειστεί από τον χιονιά. Η μητέρα ήταν ανένδοτη: ο παππούς και η γιαγιά μας περίμεναν. Είχαν χρόνια να γιορτάσουν Χριστούγεννα με την οικογένεια, τουλάχιστον εννέα, όσο ήμουν κι εγώ τότε.

Ο παππούς ήταν ένας κοντός γεροδεμένος άνδρας, όχι πάνω από εξήντα, με παχύ μουστάκι και πρόσωπο ζαρωμένο από τις ρυτίδες. Τα χέρια του έδειχναν να έχουν υποφέρει περισσότερο· υπήρχαν πάνω τους σημάδια όλης της ζωής του. Μια ουλή από μαχαίρι, απομεινάρι από τον πόλεμο του ‘40, ένας σκούρος λεκές στον αντίχειρα από τα χρόνια της πείνας αργότερα, χαρακιές από την πάλη με τη γη και την αδικία των ανθρώπων. Γιόρταζε τον Δεκαπενταύγουστο, όμως όλοι στο χωριό τον φώναζαν Αντρούκο. Ήταν το μόνο πράγμα που κληρονόμησε από τον πατέρα του, ένα παρατσούκλι που τον ακολουθούσε από μωρό. Ήταν ατίθασος, ξεροκέφαλος, καυγάδιζε με την πρώτη ευκαιρία για τα “πιστεύω” του και σκάρωνε χωρατά και φάρσες στους νοικοκυραίους του χωριού, που ζούσαν εις βάρος των άλλων. Ακόμα κι εκείνοι όμως τον σέβονταν και λογάριαζαν τον λόγο του. Ήταν αριστερός, παρέμενε αντάρτης μετά από 42 χρόνια, όμως σεβόταν τη θρησκεία και παραδεχόταν την αξιοσύνη όσων είχαν κάνει προκοπή με τον ιδρώτα τους, κι ας στέκονταν ψηλότερα από τους άλλους.

Ήμουν μικρό παιδί τότε, δεν έβρισκα τα σωστά λόγια για να το αποδείξω, όμως καταλάβαινα πως στο βάθος ήταν δίκαιος με τους ανθρώπους. Κάποτε είχε χτυπήσει τον αδελφό του, που είχε πάει ψευδομάρτυρας ενάντια σε μια χήρα με ορφανά από τον πόλεμο. Τον δίκασαν κι έμεινε στη φυλακή δύο μήνες. Δεν το ‘χε μετανιώσει διόλου κι έλεγε πως θα το ξανάκανε, αν χρειαζόταν. Βαθιά μέσα μου τον φοβόμουν, αν και η αγάπη του ξεχείλιζε σε μένα, ίσως περισσότερο από τα υπόλοιπα εγγόνια. Ήμουν ο πρώτος και πάντοτε καμάρωνε σαν με έβλεπε, κι ας είχα πάρει το όνομα του άλλου παππού.

Όταν φτάσαμε στο χωριό, μας περίμενε στον δρόμο, μπροστά από το καφενείο. Είχε παρατήσει την κολτσίνα και τους φίλους του, μόλις άκουσε το αυτοκίνητο να αγκομαχάει στην ανηφόρα. Κατέβηκα, φιληθήκαμε και συνεχίσαμε οι δυο μας με τα πόδια μέχρι το σπίτι. Το πίσω κάθισμα ήταν γεμάτο σακούλες, βαλίτσες και ό,τι άλλο μπορούσε να κουβαλήσει μια οικογένεια αστών τη δεκαετία του ‘80, οπότε ήταν αδύνατον να χωρέσουμε όλοι. Κόψαμε δρόμο από το αγαπημένο μας μονοπάτι, μια ανηφόρα που έμοιαζε να οδηγεί στον ουρανό και που κανείς στο χωριό δεν χρησιμοποιούσε.

Μετάνιωσα από τα πρώτα μέτρα για τις διαμαρτυρίες μου στην πόλη μόλις έμαθα για το ταξίδι. Το σκηνικό δεν ήταν Χριστουγεννιάτικο, όμως όλα τριγύρω μαρτυρούσαν, πως και εδώ άνθρωποι και Φύση ήταν έτοιμοι να γιορτάσουν τον ερχομό του Κυρίου. Τα δέντρα, οι πέτρες κι οι αυλές είχαν ντυθεί το πιο γιορτινό τους χρώμα, εκείνο του χιονιού. Θαύμασα την αγνότητα των παγωμένων κρυστάλλων, που σκέπαζαν τα πάντα και προσπάθησα να θυμηθώ την ιστορία του Μιχαήλ Στρογκώφ· ίσως μπορούσα να αναπαραστήσω μια από τις μάχες του στον βαρύ χειμώνα της Ρωσίας. Περάσαμε μπροστά από μια γειτονιά, τέσσερα σπίτια όλα κι όλα. Οι καμινάδες ανέπνεαν ζέστη και ρετσίνι, ανακατεμένα με μυρωδιές από μέλι και ζυμάρι. Θυμήθηκα τις δίπλες. Η γιαγιά πάντοτε έφτιαχνε δίπλες για τα Χριστούγεννα και μας τις έστελνε με το λεωφορείο της γραμμής. Φέτος δεν θα χρειαζόταν να το κάνει.

Ο παππούς καμάρωνε δίπλα μου σε όλο τον δρόμο. Κατάλαβα τον λόγο, όταν φτάσαμε στην πλατεία. Ήταν ο μόνος που θα έκανε Χριστούγεννα με μουσαφιραίους. Δύο-τρεις οικογένειες που επρόκειτο να έλθουν από την Αθήνα φοβήθηκαν τον καιρό και ανέβαλλαν το ταξίδι τους. Είχε όμως και άλλον λόγο για να κορδώνεται. Θα ήταν τα πρώτα Χριστούγεννα με τα δύο από τα εγγόνια του.

Το σπίτι, δύο δωμάτια με μία κουζίνα, βρισκόταν στην μία άκρη του χωριού. Η γιαγιά μας περίμενε στην αυλόπορτα και το πρώτο κέρασμα ήλθε με το που καθίσαμε δίπλα στο τζάκι· ένας δίσκος με δίπλες. Η υπόλοιπη ημέρα πέρασε με ιστορίες μπροστά στη φωτιά, κάστανα και καλαμπούρια του παππού στον πατέρα. Καυγάδιζαν για τα πολιτικά και τις εκλογές της ερχόμενης χρονιάς και ο Αντρούκος είχε πάντοτε τον τρόπο να τον εκνευρίζει. Το κόμμα έχανε συνεχώς, όμως τοy αρκούσε που δεν κέρδιζε εκείνο του πατρός μου.

Το επόμενο πρωί κατεβήκαμε στην εκκλησία, στολισμένοι και χαμογελαστοί παρά το κρύο, που έφτανε ως τα σωθικά μας. Ο παππούς είχε όλο κι όλο ένα κοστούμι, άγνωστης προέλευσης και ηλικίας, που έμοιαζε καινούργιο κι ας ήταν “ενός αιώνα”, όπως παραπονιόταν η μητέρα. Το φορούσε μόνο σε γιορτές και σε “εξαιρετικές περιπτώσεις”, όπως συνήθιζε ο ίδιος να λέει. Το κρύο εκείνης της ημέρας όμως δεν σήκωνε κομψότητα. Πήρε μαζί του και την κάπα του, που δεν την αποχωριζόταν χειμώνα-καλοκαίρι. Θυμάμαι τη μαμά να τσακώνεται μαζί του κάμποσες φορές για εκείνη την κάπα. Ήταν ακαθορίστου χρώματος, ένα πάντρεμα των χρωμάτων του λαδιού, του χώματος και της στάχτης, και δεν εννοούσε να την βγάλει από πάνω του, ούτε δεχόταν να φορέσει κάποιο από τα πανωφόρια που του έφερναν οι κόρες από την πόλη. Η μητέρα επέμενε να βρει ένα, όμως όλα τους είχαν εξαφανιστεί από τη ντουλάπα. Ρώτησε τη γιαγιά, όμως ούτε κι εκείνη έδειξε να γνωρίζει τι απέγιναν.

Η Θεία Λειτουργία τελείωσε, οι άνδρες κατευθύνθηκαν στο καφενείο για τα καθιερωμένα κεράσματα και οι γυναίκες στα σπίτια για την προετοιμασία του γιορτινού τραπεζιού. Ο παππούς επέμενε να με πάρει μαζί του. Καθίσαμε στο καφενείο ίσαμε να πιεi έναν καφέ και να ανταλλάξει κεράσματα με τους φίλους του και πήραμε τον δρόμο του γυρισμού από την ανηφόρα μας. Αν και μεσημέρι, το κρύο είχε αγριέψει και ο ουρανός στόλιζε την πλάση με περισσότερες χιονίθρες από χτες. Όταν φτάσαμε, βρήκαμε τη μητέρα και τη γιαγιά να ετοιμάζουν το τραπέζι. Το φαγητό ήταν έτοιμο, σιγοέβραζε πάνω από τη φωτιά, χοιρινό κρέας με άγρια χόρτα από το βουνό. Καθίσαμε γύρω από τα πιάτα που άχνιζαν κι ευχηθήκαμε ξανά και ξανά, υγεία και καλή πρόοδο. Ήταν το πιο φτωχικό τραπέζι Χριστουγέννων που θυμάμαι να έχω καθίσει, και το ομορφότερο.

Στο τέλος του δείπνου ακούστηκε μια μπάσα φωνή από τον δρόμο. Ο παππούς βγήκε στην αυλή, μαζί του και εγώ με τον αδελφό μου. Ο περαστικός ήταν ο τρελός του χωριού, ο Βασίλης, ένας γέρος τσοπάνης δίχως παιδιά και ξεχασμένος από συγγενείς και φίλους, που είχε δει το αμάξι μας και ξεπέζεψε τον γάιδαρό του για να μας φωνάξει και να ευχηθεί για την ημέρα. Ο παππούς τον κάλεσε μέσα για ένα κρασί, ήταν σίγουρος πως εκείνος θα δεχόταν, αφού στο χωριό είχε τη φήμη του μεθύστακα. Όμως ο γέρος αρνήθηκε. Είχε τη στάνη του έξω από το χωριό και πήγαινε να γεμίσει το παχνί με άχυρο για τα ζωντανά του. Ο καιρός αγρίευε με την ώρα και ίσως δεν μπορούσε να πλησιάσει εκεί το απόγευμα. Στεκόταν καμπουριασμένος πάνω σε μια μαγκούρα, με ένα βρώμικο μπερέ στο κεφάλι κι ένα πράσινο πουκάμισο, κουμπωμένο ως τον λαιμό. Τον λυπήθηκα κι απόρησα μέσα μου, πώς άντεχε αυτός ο άνθρωπος τόσο κρύο. Δεν ξέρω αν ο παππούς διάβασε τη σκέψη μου ή αν το είχε κατά νου από καιρό. Τον άκουσα να τοy λέει να περιμένει, μπήκε στο σπίτι και βγήκε με την κάπα του στα χέρια. Του την έδωσε, μα ο γέρος αρνιόταν να την φορέσει.

«Πάρτην, εσύ την έχεις μεγαλύτερη ανάγκη από μένα», επέμεινε.

«Και τι θα φορέσεις εσύ βρε τρελέ; Μήτε εσύ έχεις άλλη» τον αποπήρε εκείνος.

Ο Αντρούκος γέλασε σαν να είχε ακούσει κάποιο χωρατό. «Μη σε νοιάζει κι εγώ φορώ κάτι καλύτερο», απάντησε και μας κοίταξε.

Ο γέρος την φόρεσε ριχτά στους ώμους κι έγνεψε “ώρα καλή”. Ξεμακραίνοντας, ακούστηκε η φωνή του να παραπονιέται.

«Σε καλό σου, βάλθηκες να μας ντύσεις όλους στο χωριό μουρλέ».

Νίκος Γκίκας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here