Δευτέρα, Σεπτέμβριος 16, 2019
More
    Αρχική Άρθρα Συνεργατών Είχαν κάλαντα οι αρχαίοι Έλληνες;

    Είχαν κάλαντα οι αρχαίοι Έλληνες;

    -

    Είχαν κάλαντα οι αρχαίοι Έλληνες;

     Γράφει η Νένα Μπούρα

    Δεν είναι βέβαια τωρινή, ή κάποιων μόλις χρόνων πριν, η συνήθεια να ψάλλονται τα κάλαντα, παραμονές μεγάλων εορτών. Όπως θα έχετε αντιληφθεί, οι αρχαίοι ημών πρόγονοι είχαν γεμίσει την ζωή τους με κάθε δραστηριότητα και κυρίως με κάθε ομορφιά, που απέπνεε από την αγάπη και την λατρεία που επέδειχναν στην ζωοδότρα φύση.

    Έτσι λοιπόν, και σήμερα και παλιά, προάγγελοι της καλής χρονιάς είναι τα παιδιά που λένε τα κάλαντα. Θέλοντας λοιπόν κι εγώ να είμαι επίκαιρη, σύμφωνα με το πνεύμα των ημερών, αφιερώνω αυτήν την ανάρτηση στα πανάρχαια κάλαντα, αναζητώντας τις ρίζες τους σε εποχές δοξασμένες και εξόχως διαφορετικές απ’ αυτές που ζούμε σήμερα.

    Τα αρχαιότερα κάλαντα που έχουν σωθεί είναι αυτά που έψαλλε ο ίδιος ο Όμηρος στην Σάμο. Από το Λεξικό του Σουΐδα και στο λήμμα «Όμηρος», μεταξύ των άλλων διαβάζουμε:

    «ο αυτός παραχειμάζων εν Σάμω και προσπορευόμενος προς τας οικίας τών επιφανεστάτων, ελάμβανέ τι, αείδων τα έπεα ταύτα, α καλείται Ειρεσιώνη, ωδήγου δε αυτόν και συμπαρήσαν αεί των παίδων τινές των εγχωρίων».

    Ανατρέχοντας στο ίδιο λεξικό και στο λήμμα «Ειρεσιώνη» διαβάζουμε:

    «Ειρεσιώνη, θαλλός ελαίας, εστεμμένος ερίοις και προσκρεμαμένους έχων παντοδαπούς των εκ της γης καρπών… Κράτης δε ο Αθηναίος εν τω περί των Αθήνησι θυσιών, αφορίας ποτέ κατασχούσης την πόλιν, θαλλόν φησι καταστέψαντας ερίοις ικετηρίαν αναθείναι τω Απόλλωνι… ειρεσιώνη δε θαλλός ελαίας ή δάφνης, εξ ερίων πεπλεγμένος, έχων άρτον εξηρτημένον και κοτύλην, ό εστιν ημίξεστον, και σύκα και πάντα ταγαθά. Ταύτην δε προ των οικημάτων ετίθεσαν, και κατ’ έτος αυτήν ήλλαττον… ειρεσιώνη κλάδος ην ελαίας ερίοις πεπλεγμένος, εξήρτετο δε αυτού τα ωραία πάντα. Ίστασαν δε αυτήν προ των θυρών κατά παλαιόν χρησμόν. Οι μεν γαρ φασιν ως λοιμού πάσαν την γην κατασχόντος ο θεός είπε προηρόσια τη Δηοί υπέρ πάντων θύσαι θυσίαν Αθηναίους· ου ένεκεν χαριστήρια πανταχόθεν εκπέμπουσιν Αθήναζε των καρπών τας απαρχάς… κατά τι δε χαριστήριον προς αποτροπήν λοιμού ταύτην εποίουν την ανάρτησιν. Ειρεσιώνη δε λέγεται δια τα έρια».

    Με λίγα λόγια, η ειρεσιώνη ήταν μιας μορφής θυσία, για να αποτραπεί κάποιος λοιμός ή «αφορία» της γης, όπως χαρακτηριστικά παρατίθεται στο κείμενο, ως αντίθετο της «ευφορίας». Άλλη περιγραφή μάς λέει πως σηματοδοτούσε την έναρξη της καρποφορίας της γης. Από τα κείμενα δε, συνάγεται πως ήταν ένα κλαδί ελιάς, στο οποίο είχαν περιπλέξει μαλλιά προβάτου και πάνω του είχαν αναρτήσει παντός είδους αγαθά.

    Ειδικά στην Αθήνα, ορισμένες ειρεσιώνες αφιερώνονταν κατά τα Θαργήλια και Πυανέψια στον Απόλλωνα και τις Ώρες, σε έκφραση ευχαριστίας για τη γονιμότητα του έτους που λήγει και παράκληση της συνέχισής της και κατά το επόμενο. Άλλοι αναφέρουν ότι τις περιέφεραν και τις κρεμούσαν προς τιμήν του “Ηλίου και των Ωρών”.

    Άλλες ειρεσιώνες αναρτούνταν πάνω στις πόρτες των οικιών και παρέμεναν εκεί μέχρι το επόμενο έτος, όπου καίγονταν και αντικαθιστούνταν με νέες.

    Γενικά οι καρποί της ειρεσιώνης συμβολίζουν το γεωργικό χαρακτήρα των γιορτών κατά τη διάρκεια της περιφοράς της. Η ειρεσιώνη είναι προσφορά ανάλογη με τη δέσμη από στάχυα, την οποία οι Ρωμαίοι αναρτούσαν στις πόρτες του ναού της Ceres, (η οποία ταυτίζεται με τη Θεά Δήμητρα) και των οικιών τους.

    Το μαραμένο κλαδί ήταν συνηθισμένο θέαμα. Ο Αριστοφάνης στον Πλούτο περιγράφει κάποιο περιστατικό με έναν νέο που προσβάλλει μία γριά γυναίκα και φέρνει το δαυλό του στο ταλαιπωρημένο της πρόσωπο, εκείνη φωνάζει: “Λυπήσου με, μη φέρνεις το δαυλό σου τόσο κοντά μου” και ο Χρέμυλος λέει: “Ναι, δίκιο έχει γιατί αν αρπάξει μια σπίθα θα καεί σαν παλιά ειρεσιώνη”.

    Ας δούμε όμως τώρα τι περίπου έλεγε ο Όμηρος στην Σάμο με την δική του ειρεσιώνη και για την οποία μας έχει παραδοθεί πως «ήδετο ταύτα επί πολύν χρόνον παρά των παίδων εν τη Σάμω»:

    «Δώμα προσετραπόμεσθ’ ανδρός μέγα δυναμένοιο,

    ος μέγα μεν δύναται, μέγα δε βρέμει, όλβιος αεί.

    Αυταί ανακλίνεσθαι θύραι πλούτος γαρ έσεσι

    πολλός, συν πλούτω δε και ευφροσύνη τεθαλυία.

    Ειρήνη τ’ αγαθή. Όσα δ’ αγγεία, μεστά μεν είη

    κυρβαίη δ’ αεί κατά κορδόπου έρποι μάζα,

    νυν μεν κριθαίην ευώπιδα σησαμόεσσαν,

     του παιδός δε γυνή κατά δίφρακα βήσεται υμείν,

    ηίονοι δ’ αύξουσι κραταίποδες ες τόδε δώμα.

    Αυτή δ’ ύφαιν’ ιστόν επί λέκτρα βεβηκυία,

    νεύματι τοι ευμαί ενιαύσιος, έσται χελιδών…

    ει μεν τι δώσεις· ει δε μη, ουχ εστήξομεν·

    ου γαρ συνοικήσοντες ενθάδ’ ήλθομεν»

       Σε μετάφραση οι στίχοι αυτοί λένε:

    Στ’ αρχοντικό εμπήκαμε μεγάλου νοικοκύρη,

    με λόγο που ’χει πέραση και μ’ αγαθά περίσσια.

    Ανοίξτε πόρτες διάπλατα να μπουν μεγάλα πλούτη,

    μαζί κι η θαλερή χαρά κι η βλογημένη ειρήνη.

    Γιομάτοι νάν’ οι πίθοι σας, πολλά τα ζυμωτά σας,

    κι ο κριθαρένιος ο χυλός με το πολύ σουσάμι.

    Νύφη για το μοναχογιό να κάτσει τραγουδώντας

    στ’ αμάξι που το σέρνουνε τα δυνατά μουλάρια,

    να ’ρθεί σ’ αυτό το σπιτικό να ’φαίνει τα προικιά της.

    Κάθε χρονιά θε να ’ρχομαι κι εγώ σαν χελιδόνι.

    Μα φέρε γρήγορα λοιπόν ό,τι είναι να μας δώσεις,

    γιατί αλλιώς θα φύγουμε, δεν θα ξημερωθούμε».

    Είχαν κάλαντα οι αρχαίοι Έλληνες;

    Ανατρέχοντας στα δικά μας παραδοσιακά κάλαντα ανιχνεύουμε περίπου τις ίδιες ευχές, τα ίδια παινέματα, για αυγάτισμα αγαθών, για μακροημέρευση, γενικώς για καλό μέσα στο σπιτικό.

    Τάχα ποια είναι η διαφορά μεταξύ του «ει μεν τι δώσεις· ει δε μη» με το «άνοιξε το πουγκάκι σου το μαργαριταρένιο, αν έχεις γρόσια δώσ’ μας τα, αν έχεις και παράδες, αν έχεις και γλυκό κρασί βγάλε να μας κεράσεις»; Ή μεταξύ τού «Δώμα προσετραπόμεσθ’ ανδρός μέγα δυναμένοιο, ος μέγα μεν δύναται μέγα δε βρέμει, όλβιος αεί» και του

    «Αφέντη μου πεντάφεντε, πέντε φορές αφέντη, αφέντη μου ευγενικέ, που ’χεις μεγάλη χάρη»; Πόσο τάχα διαφέρουν τα παινέματα της Θράκης από τα αρχαία; «Όσ’ άστρα έχει ο ουρανός και φύλλ’ από τα δέντρα, τόσα καλά να δώσ’ ο Θιός, ιδώ που τραγουδάμι».

    Ή μ’ αυτά της Κρήτης: «Αφέντη μου πεντάφεντε, πέντε φορές αφέντη, εσένα στέκ’ καθέκλα καρυδένια, για ν’ ακουμπάς την πλάτη σου τη μαργαριταρένια». Πολλές και καλές είναι επίσης οι ευχές που δίνονται στην κυρά του σπιτιού: «Κυρά καμαροτράχηλη και φεγγαρομαγούλα, απου τον έχεις τον υγυιό τον πουλιοκανακάρη…»

    «κυρά λιγνή, κυρά ψηλή, κυρά γαϊτανοφρύδα, κυρά μου όντα στολίζεσαι να πας την εκκλησιά σου, βάνεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αγκάλη και τον καθάριο αυγερινό τον βάνεις δαχτυλίδι…».

    Δυστυχώς σήμερα μια και μόνη μελωδία, αυτή με τους λόγιους στίχους, απειλεί να εκτοπίσει τον τεράστιο πλούτο και την ποικιλία των καλάντων του Ελληνισμού. Έχει πλέον χαθεί η αναμονή και η προετοιμασία για την έλευση των καλαντιστών, που φέρνουν μαζί με την δύναμη των συμβόλων και της μουσικής τους, την ελπίδα και την αισιοδοξία μπροστά σε μια καινούρια περίοδο που ξεκινάει.

     Ας σηματοδοτήσουν, λοιπόν, αυτές οι μέρες και την δική μας αναγέννηση.


    Πηγές: argolikivivliothiki

    Βαρβούνη Γ. Μ., «Μελετήματα Ελληνικής Λαογραφίας» , εκδ. Σπανίδης, 2007

    Μέγα Α. Γ., «Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2004.

    Μερακλή Μ., «Ελληνική Λαογραφία», εκδ. Οδυσσέας, 2004.

    Είχαν κάλαντα οι αρχαίοι Έλληνες;

    Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών 3
    Είμαστε μια ομάδα ανθρώπων που αγαπάμε τις λέξεις σε όποια τους μορφή κι αν τυπώνονται: άρθρα, ειδήσεις, λογοτεχνία, ποίηση και δραστηριοποιείται στο διαδίκτυο. Σας ενημερώνουμε για δραστηριότητες παλιές και καινούριες. Ελάτε μαζί μας να παίξουμε με τα λόγια που γράφονται!

    Απάντηση