Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου, 2021
More
    Αρχική Συγγραφής Τέχνη Ένα καινούργιο παιδί - Έλενα Χ. Στανιού

    Ένα καινούργιο παιδί – Έλενα Χ. Στανιού

    -

    Ένα καινούργιο παιδί. Όλα ξεκίνησαν ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, όταν δέχτηκα ένα παράξενο τηλεφώνημα. Ήταν από το Κρατικό Νοσοκομείο, απ’ όπου με ενημέρωναν για μία περίπτωση ενός παιδιού που πολύ σύντομα θα είχε την ανάγκη να φιλοξενηθεί από το ορφανοτροφείο στο οποίο ήμουν διευθύντρια.

    Η μητέρα του παιδιού μόλις είχε διαγνωστεί με μία πάρα πολύ σοβαρή ασθένεια, ενώ ο πατέρας είχε χαθεί πριν ένα χρόνο σε δυστύχημα. Η ίδια βρισκόταν σε κάποιου είδους σοκ και δεν μιλούσε εδώ και έναν μήνα.

    Το επόμενο, κιόλας, πρωί, ξεκίνησα τις απαραίτητες διαδικασίες. Όταν τα είχα όλα έτοιμα, είχε έρθει η ώρα να γνωρίσω τη μικρή Εμινέ. Έτσι, έφτασα στο νοσοκομείο.

    Η μητέρα της, μόλις με είδε, μου έπιασε το χέρι και με κοίταξε στα μάτια συγκινημένη. Ήταν τόσο αδύναμη, που δεν μπορούσε να πει ούτε μια λέξη. Την αποχαιρέτησα και πήγα στο γραφείο του γιατρού. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά, όταν άνοιξε η πόρτα και είδα τα πιο όμορφα γαλάζια μάτια που είχα δει ποτέ μου να με κοιτούν, κάπως φοβισμένα.

    «Κυρία Αγγέλου, να σας γνωρίσω την Εμινέ. Εμινέ, αυτή είναι η κυρία Σοφία που θα σε πάρει να μείνεις μαζί με κάποια άλλα παιδιά και θα σε φροντίζει».

    «Σας καταλαβαίνει τι λέτε;»

    «Είμαι σίγουρος, γιατί ό,τι της ζητούσαμε να κάνει σε κάποιες δοκιμαστικές ασκήσεις που της βάλαμε, το έκανε».

    Ένα αχνό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της Εμινέ και το μικρό της χεράκι έπιασε δειλά το δικό μου.

    Από την ημέρα που η Εμινέ ήρθε στο ορφανοτροφείο, λες και άλλαξε τελείως η ζωή εκεί. Όλα τα παιδιά ήθελαν να παίζουν μαζί της. Ας μην τους μιλούσε, εκείνα την ήθελαν, γιατί ήταν καταδεκτική και δεν κακοκάρδιζε κανέναν. Η ίδια δύσκολα χαμογελούσε. Μόνο πού και πού, όταν της μιλούσα.

    Όμως, κάποια στιγμή, κάτι συνέβη. Ήταν τότε που δεν είχα φανεί στη δουλειά για τρεις μέρες. Και η Εμινέ δεν είχε όρεξη για παιχνίδι, καθόταν σε μια γωνιά και κοιτούσε έξω από το παράθυρο. Όταν ήρθα, επιτέλους, πρέπει να φαινόμουν πολύ στενοχωρημένη, γιατί μόλις με είδε έτσι η Εμινέ, μου έπιασε το χέρι και με τράβηξε απαλά προς τον καναπέ. Με κοίταξε μέσα στα μάτια σαν να με ρωτούσε τι έχω.

    «Δεν είμαι καλά, Εμινέ μου, ο μικρός μου, ο Γιωργάκης, είχε ένα ατύχημα στο σχολείο και είναι στο νοσοκομείο. Τώρα είναι καλύτερα και, έτσι, ήρθα σήμερα στη δουλειά», της είπα, ενώ με κόπο προσπαθούσα να μη βάλω τα κλάματα μπροστά στη μικρή. Την αγαπούσα τόσο πολύ! Πόσο ήθελα ν’ ακούσω τη γλυκιά φωνή της! Όμως είχα κάνει ό, τι μπορούσα. Και πού δεν την πήγα. Σε λογοθεραπευτή, σε ψυχολόγο. Δεν βρέθηκε καμιά άκρη.

    Όλη εκείνη την ημέρα δεν έφυγε από κοντά μου. Καθόταν και με έβλεπε να δουλεύω. Παρακολουθούσε κάθε μου κίνηση. Όταν σήκωνα καμιά φορά τα μάτια μου και την κοιτούσα, μου χαμογελούσε γλυκά. Όμως, εγώ σκεφτόμουν τον μικρό μου στο νοσοκομείο και δεν μπορούσα να ησυχάσω. Ήμουν όλο με το τηλέφωνο στο χέρι. Ευτυχώς, ο μικρός πήγαινε καλύτερα. Το μεσημέρι, όταν ήρθε η ώρα να φύγω, η Εμινέ μου έπιασε το χέρι και με νοήματα μου έδωσε να καταλάβω ότι ήθελε να την πάρω μαζί μου.

    Και την πήρα…

    «Γιώργο μου, αυτή είναι η Εμινέ. Ήθελε να έρθει να δει πώς είσαι».

    «Καλά είμαι», είπε ο Γιωργάκης και της χαμογέλασε.

    «Καλώς το κορίτσι μας», της είπε κι ο Νίκος, ο άντρας μου, και της έδωσε το χέρι. «Μόλις έφυγαν οι άλλοι τρεις της παρέας. Κρίμα, θα γνώριζες και τον Παύλο, την Ελένη και τη Φωτεινή».

    Η Εμινέ χαμογέλασε δειλά και κάθισε κοντά στον Γιωργάκη. Τον κοιτούσε μέσα στα μάτια, όπως συνήθιζε να κάνει με όσους ήθελε να επικοινωνήσει.

    «Ευχαριστώ που ήρθες», της είπε ο μικρός. «Ήθελα πολύ να σε γνωρίσω. Ξέρεις, του χρόνου, θα σε πάρω στο δικό μου σχολείο. Θα είμαστε στην ίδια τάξη. Ως τότε, θα έχεις μιλήσει ξανά. Ε, μαμά, έτσι δεν είναι;».

    «Έτσι είναι, αγόρι μου», απάντησα εγώ.

    Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε, η Εμινέ έβγαλε από το λαιμό της μια πολύ ψιλή αλυσιδίτσα και την έδωσε στο Γιώργο. Εκείνος την πήρε και είδε πως κρεμόταν ένα αβγοειδές σχήμα που είχε πάνω του γραμμένη μία λέξη». «Μαμά, κοίτα τι μου έδωσε η Εμινέ, ξέρεις τι γράφει;»

    Εγώ κοίταξα συγκινημένη το μενταγιόν. «Ναι, ξέρω. Είναι μια λέξη γραμμένη στα τουρκικά και θα πει αγάπη. Αυτό το μενταγιόν το είχε χαρίσει στην Εμινέ η μαμά της, πριν φύγει από το νοσοκομείο. «Εμινέ μου, σίγουρα θέλεις να το χαρίσεις στον Γιώργο αυτό το μενταγιόν; Εκείνη κούνησε «ναι» με το κεφάλι της. Τότε εκείνος ανασηκώθηκε και έδωσε ένα δυνατό φιλί στο μάγουλο της Εμινέ. «Αύριο βγαίνω από το νοσοκομείο», της είπε, «να έρθεις και στο σπίτι, να παίξουμε».

    Όταν την άλλη μέρα γυρίσαμε στο ορφανοτροφείο, ήμουν πολύ προβληματισμένη. Κοιτούσα την Εμινέ και δεν μπορούσα να ξεχάσω αυτό που είχε κάνει την προηγούμενη μέρα στο νοσοκομείο. Μα να χαρίσει το μοναδικό πράγμα που είχε από τη μαμά της; Δεν το χωρούσε το μυαλό μου.

    Την πήρα κι άλλες φορές, από εκείνη την ημέρα, μαζί μου. Πηγαίναμε στο σπίτι, έπαιζε με τα μικρότερα, και τα μεγαλύτερα της μιλούσαν, ενώ εκείνη τους κοιτούσε στα μάτια και τους χαμογελούσε. Και κάθε μέρα ερχόμουν όλο και πιο προβληματισμένη στη δουλειά. Ώσπου δεν άντεξα άλλο. Πήρα την απόφασή μου. Δεν έμενε, παρά να το συζητήσω με τον άντρα μου. Το ίδιο, κιόλας, βράδυ, του είπα τις σκέψεις μου. Κουβεντιάσαμε για πολλή ώρα, ώσπου και οι δύο πήραμε την πιο δύσκολη απόφαση της ζωής μας.

    Το άλλο πρωί, πετούσα από τη χαρά μου. Ήρθα στη δουλειά και η Εμινέ με έβλεπε να παίρνω συνέχεια τηλέφωνα, να γράφω σε κάτι χαρτιά και όλα αυτά να τα κάνω με ένα πλατύ χαμόγελο. Αυτό συνεχίστηκε για αρκετό καιρό, ώσπου μία Παρασκευή μεσημέρι, πριν φύγω, της είπα:

    «Εμινέ μου, πήγαινε μάζεψε τα πράγματά σου, θα πάμε στο καινούργιο σου σπίτι».

    Εκείνη, μόλις το άκουσε αυτό, τρόμαξε, μήπως την πήγαινα σε άλλο ορφανοτροφείο και δεν με ξανάβλεπε ποτέ. Αμέσως, έκανε δυο βήματα προς τα πίσω, κουνώντας πέρα δώθε το κεφάλι της.

    «Μην ανησυχείς, είναι έκπληξη. Πήγαινε, πάρε τα πράγματά σου».

    Και ξεκινήσαμε και οι δυο πιασμένες χέρι χέρι, έτσι, όπως είχαμε έρθει πριν από δύο χρόνια, στο ορφανοτροφείο. Ύστερα από λίγη ώρα, με έκπληξη η Εμινέ διαπίστωσε ότι φτάσαμε στο σπίτι μου. Γύρισε και με κοίταξε μέσα στα μάτια, με απορία. Μόλις άνοιξα την πόρτα, ήταν όλη η οικογένεια μαζεμένη. Τότε, γύρισα, την κοίταξα και είπα κάτι, που θα θυμόταν για όλη της τη ζωή:

    «Εμινέ μου, καλωσόρισες στο νέο σου σπίτι. Και όλοι ας υποδεχτούμε το πέμπτο παιδί της οικογένειας!»

    Η Εμινέ, για μια στιγμή, νόμιζε πως ονειρευόταν. Όμως, όταν άρχισαν όλοι να την αγκαλιάζουν και να τη φιλούν, τότε κατάλαβε πως όλα ήταν αληθινά.

    Το άλλο πρωί, περίμενε και μένα μία έκπληξη. Ήμουν στην κουζίνα, όταν άκουσα μια γλυκιά φωνή να μου μιλάει:

    «Μαμά!»

    Αμέσως γύρισα και είδα την Εμινέ να στέκεται στην πόρτα, χαμογελαστή και χαριτωμένη μέσα στις ροζ πιζάμες της και τις χνουδωτές της παντόφλες. Όχι, αποκλείεται, δεν άκουσα καλά!

    «Εμινέ!»

    «Μαμά!», η Εμινέ άνοιξε μια μεγάλη αγκαλιά. «Ευχαριστώ!» Η Εμινέ χαιρόταν και είχε δίκιο να χαίρεται, γιατί η ζωή της θα ήταν διαφορετική από δω και πέρα. Δεν ήταν πια μόνη, ήταν το καινούργιο παιδί μιας αγαπημένης οικογένειας.

    Έλενα Χ. Στανιού

    Διδάκτωρ Παιδικής Λογοτεχνίας

    Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

    Νηπιαγωγός-Συγγραφέας

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here