Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου, 2020
More
    Αρχική Συγγραφής Τέχνη Για την κυρά-Στάσα τη Σμυρνιά - Βασίλης Νάστος

    Για την κυρά-Στάσα τη Σμυρνιά – Βασίλης Νάστος

    -

    Για την κυρά-Στάσα τη Σμυρνιά

    Γράφει ο Νάστος Βασίλης

    -Στάσου λίγο, γιόκα μου, στάσου λίγο. Ωχ, κόρη μου, εσένα δεν σε είδα από αρχή, στάσου και εσύ λίγο. Και σ’χωράτε με, τη γριά. Να, εδώ, μισό λεπτό να σταθώ στον κορμό τούτου δω του δέντρου. Νεραντζιά θαρρώ είναι, όμορφο το άρωμα που βγάνει. Δεν σας καθυστερώ, ε;

    -Καθόλου, κυρία μου, καθόλου. Να σας βοηθήσουμε σε κάτι; Να σας πάμε κάπου;

    Η ξαφνική εμφάνιση της ηλικιωμένης αυτής κυρίας, της γλυκύτατης μα ταλαιπωρημένης, κάπως μας ξάφνιασε. Μας κοίταζε και με έναν τρόπο έντονο, τέτοιον που σου στέρευε τη σκέψη και έδενε τη γλώσσα κόμπο.

    -Ε μα τι, δεν θα βοηθήσετε γριά γυναίκα; Αλλά, να, κάτσε ένα λεπτό να πάρω μια ανάσα, να σταθώ, να δουν τα μάτια μου καλύτερα. Ωχού, τώρα σας εβλέπω. Βρε, τι όμορφα νιάτα είστε εσείς; Κούκλα είσαι, κόρη μου, κούκλα! Και εσύ, ρε παλικάρι, τέτοια ομορφάδα, το κασκέτο και τη μουσάρα εκεί τι τα ζητάς; Άσε το μάγουλο, να φανεί το χρώμα σου.

    Στάθηκε η γιαγιά στο δέντρο, γερμένη λίγο, να ακουμπάει εκεί πάνω στον κορμό. Δεν καλοέβλεπε, φάνηκε αυτό μια-δυο φορές. Την πρώτη καθώς μας μιλούσε και προσανατόλιζε το βλέμμα της με την ακοή, τη δεύτερη που έκανε να με τσιμπήσει στο μάγουλο και ζούμπηξε τα χείλη, «κόρη μου, ωραίο άντρα βρήκες, αλλά και εσύ, κορίτσι μου, τι λάμψη είναι αυτή! Κάτσε να σε θωρήσω λίγο που με ‘μποδίζει και ο ήλιος». Μεγάλη γυναίκα, ταλαιπωρημένη, αλλά όχι παραμελημένη. Αρχοντογυναίκα θύμιζε, καλοντυμένη, με τα χρωματιστά της και το ρουζ στο μάγουλο –αυτό που η ίδια το είπε «κοκκινάδι»- και μια φούστα φαρδιά, έφτανε κάτω από το γόνατο. Το καλτσόν που σκέπαζε τα πόδια της πρέπει να ήταν καινούριο –μπορεί και όχι, άλλωστε δεν γνωρίζω, εμένα μου φάνηκε καινούριο και αυτό, νομίζω, φτάνει.

    -Πώς σας λένε, βρε παιδιά; Τι ζητάτε εδώ έξω από το Δεύτερο;

    -Μάγδα με λένε εμένα. Και από εδώ είναι ο Δημήτρης. Και εδώ ήρθαμε να αφήσουμε ένα λουλούδι στον πατέρα του, εδώ παρακάτω, στο Δεύτερο.

    -Έχασες τον πατέρα σου, νέε μου, ε; Πωπω, τι να πω. Ο χρόνος όλα τα γιατρεύει. Τον σέβεσαι, όμως, εδώ είσαι, να του δώσεις ένα λουλούδι. Ξέρεις, καλά το κάνεις, εκεί που είναι τού χαϊδεύει το ρουθούνι το άρωμά του, σε θυμάται. Πάντα σε θυμάται, τώρα όμως και σε αισθάνεται συνάμα. Ψέματα λένε ότι φεύγουν οι άνθρωποι, άμα χαθούν, εμείς καμιά φορά τους διώχνουμε κι αυτοί καταλαβαίνουν ότι είναι ξεχασμένοι και στεναχωριούνται. Κι εσύ, κόρη μου, άξια κοπέλα, τον σέβεσαι τον άντρα σου, εδώ μαζί του να δεις τον πεθερό.

    -Ξέρετε, δεν είμαστε παντρεμένοι…

    Η Μάγδα κατάλαβε ότι γκάφα έκανε. Να πει στη γυναίκα αυτή ότι δεν είμαστε παντρεμένοι το ‘λεγες και βλασφημία. Γρήγορα, όμως, με κοίταξε, πριν η γιαγιά –της οποίας το όνομα ακόμα δεν είχαμε μάθει- αντιδράσει. Και το μπάλωσε. Ψέματα δεν είπε, το καλοκαίρι εκείνο παντρευτήκαμε.

    -Το έχουμε προγραμματίσει, όμως, για το καλοκαίρι.

    -Να είστε ευτυχισμένοι. Τι το καθυστερείτε, βρε; Ακόμα ένα παιδάκι; Θα τα βγάλετε και όμορφα, τρομάρα σας. Ωχού, σας βρήκα εδώ, όμορφα, και σας τρώω το χρόνο.

    -Καθόλου, αλλά, πείτε μας, πού να σας βοηθήσουμε; Να, εδώ παρακάτω έχουμε παρκάρει. Να σας πάμε μέχρι κάπου; Μένετε εδώ κοντά;

    -Όχι, καλέ, πού να με πάτε. Δόξα τω Θεώ, πόδια μού ‘δωκε ο Θεός και τη δύναμη να τα κινώ ακόμα δεν μου την επήρε. Να εδώ, λίγο αέρα και να σταθώ. Γενάρη μήνα, τι ζέστη είναι αυτή; Κάτσε να πιω μια γουλιά νερό και σας αφήνω να πάτε στην ευχή του Θεού και της Παναγίας. Από πού είστε, παιδιά μου; Από Αθήνα;

    -Ναι, εδώ μεγαλώσαμε. Καταγωγή από Μακεδονία και η Μάγδα κρατάει και λίγο από Κρήτη.

    -Μακεδονία και Κρήτη, τις εσχατιές βαστάτε. Βαρύ και όμορφο φορτίο, να το τιμάτε.

    -Εσείς; Από Αθήνα;

    -Εγώ, κόρη μου, σχεδόν από Αθήνα πια, γέρασα και η μνήμη λίγα βαστάει. Ήρθα εδώ το ’22, από Μικρασία, Σμύρνη την ελέγαμε τότες, Ιζμίρ την ελένε τώρα που κακό χρόνο νά ‘χουν. Ήρθα πιτσιρίκα με την Καταστροφή. Δεκατέσσερω ήμουν, όμορφη, σου λέω, και τσαχπίνα τότε στη Σμύρνη, κοκκαλιάρικο και αρρωστιάρικο έφτασα, πάλι καλά που βόηθησε ο Κύριος και τα καταφέραμε.

    -Από Σμύρνη είστε; Και ο πατέρας μου παιδί προσφύγων, από τα Μοσχονήσια.

    -Δικιά μας είσαι, κούκλα μου; Έχετε πάει στα μέρη μας;

    -Όχι, ποτέ δυστυχώς…

    -Τι να πάτε, τι να δείτε …; Όση ομορφάδα είχανε τα μέρη τούτα, πάει, στάχτη και μπούρμπερη έγινε, τα μαγάρισαν τα μέρη κείνα και, ξέρεις, το μίσος και το αίμα δεν γεννάνε. Πάει, πέθανε το χώμα εκεί, ασχήμια βγάζει πια, μόνο ασχήμια. Φαντάσματα το κατοικούν, έστησε παιχνίδι ο διάολος και δεν έχει ακόμα φύγει. Κερδίζει, βλέπεις, ακόμα.

    -Έχετε ξαναπάει εκεί;

    -Όχι, αγόρι μου, τι να ξαναπάω; Αλλά σας τρώω εδώ το χρόνο, να είμαι ήδη καλύτερα, γιόμισα τις δυνάμεις μου. Καλέ, τι παιδιά είστε εσείς; Φτου σας, μην σας βασκάνω. Του κρατάς το χέρι τόση ώρα, κούκλα μου; Έτσι, παιδιά, σεβασμός. Σε-βασ-μός. Έτσι και εγώ, τότε πίσω, τον εσεβόμουνα τον Απόστολο και ας ήμουνα μικρούλα. Και του κράταγα το χέρι, στα κρυφά, όμως ε, άλλα χρόνια τότε. Οι σκανταλιές πάντα πιο νόστιμες στο σκοτάδι.

    Έπρεπε να φύγουμε, αλλά οι κουβέντες της γιαγιάς –της οποίας ακόμα τ’ όνομα δεν ξέραμε- μας κρατούσαν σαν δεσμά εκεί. Και με τόση διάθεση για να μιλήσει, πού να σου πάει η καρδιά. Άσε που, με ένα πρόχειρο υπολογισμό, ήταν 100 βάλε, κορακοζώητη. Μια ζωντανή ιστορία γερμένη στον κορμό μιας νεραντζιάς. Μάς χαμογελούσε και με ένα χαμόγελο γεμάτο νοσταλγία, γεμάτο μνήμες, κι ας ήταν τσαλακωμένο από τα χρόνια, την κούραση και τη χειμωνιάτικη την ζέστη, την τόσο απρόβλεπτη

    -Μαζί ήρθατε από την Καταστροφή; Εννοώ με τον Απόστολο.

    -Τι είπες τώρα, κόρη μου… Όχι, δεν ήρθαμε μαζί. Αυτός έμεινε εκεί. Πότισε με το αίμα του τον τόπο. Να μην λυπάστε, παιδιά μου, όμως για αυτά. Και μη σώνεται το χαμόγελό σας. Πάνε 90 χρόνια από τότε. Μπορεί και 100, τα έχω, άλλωστε, χαμένα. Πωπω, πόσα χρόνια! Να, κορτσούδι ήμανε τότε, 14 χρονώ. Και ήταν ο Απόστολος άντρας κανονικός, δεκαεννιά είχε φτάσει. Τον ήξερα από τα 11, το ’19 γνωριστήκαμε, τότε που κατέπλευσε το «Πατρίς» και έφτανε ο στρατός να μας λευτερώσει. Δεν ξέρω για τους άλλους, εγώ λεύτερη ήμουν ήδη τότες… Μετά σκλαβώθηκα. Τότε, που τα λέτε, παιδούδι εγώ, δεν ήξερα τα πολλά, αλλά, να, αυτός ήταν δεκάξι και μ’ άρεζε. Έκανε, όμως, μπαγαποντιές με την Τασία, γειτόνισσα εκεί από τον επάνω μαχαλά, όμορφη –τι όμορφη, σαν νεράιδα ήταν, με τα πλουμιστά της τα φορέματα και τα ξανθά της τα μαλλιά, τα γαλανά τα μάτια, όνειρο ήταν η κακοτυχισμένη- και εγώ ζούλευα, αλλά ήμανε μικρά τότε και αυτός είχε στήθος βαρύ και πλατύ. Ακόμα εγώ βυζί δεν είχα πετάξει, τι να με δει, και ας ήμουν όμορφη -όμορφη αλλά παιδάκι ακόμα. Φαντάσου, μάθαμε τότε ότι θα έρθει ο βασιλιάς –ο Αλέξαντρος ήταν τότες θαρρώ- να δει την κατάστασιν και εγώ, στο μυαλουδάκι μου, τον είδα γίγαντα. Και ρώτηξα τον πατέρα, «ο Βασιλιάς είναι τόσο δυνατός και ψηλός που μπορεί να κάνει μια χαψιά όλον τον μπαχτσέ της Τασίας;». Ζούλευα και ας ήμανε μικρή. Και μου είπε ο μπαμπάς, «ναι, αλλά γιατί να πειράξει την Ελληνίδα; Τους Τούρκους θα έρθει να φάει». Και στεναχωρήθηκα εγώ, γιατί με τους Τούρκους στην ίδια γειτονιά μέναμε και ήμαστε και φίλοι και, να σας πω, κακό δεν μας είχανε κάνει. Εγώ την Τασία ήθελα να φάει ο βασιλιάς.

    Για την κυρά-Στάσα τη Σμυρνιά
    Για την κυρά-Στάσα τη Σμυρνιά

    Η γριά κοντοστάθηκε. Πήρε μια ανάσα. Κάτι πήγε να πει και μονολόγησε «όχι, θα τα πω, τόσα είπα, λίγα μείναν ακόμη».

    -Θα σταματούσα τώρα τα παλιά, αλλά βλέπω το ζητάει ο οργανισμός σας και εγώ μαζεύω δυνάμεις για να συνεχίσω να σας τα λέω με το νι και, αν αντέξω, να βάλω και το σίγμα. Ε, το λοιπόν, ό,τι δεν έκανε ο βασιλιάς –που και ποτέ δεν ήρθε και μετά κατάλαβα ότι όχι μόνο τόσο άντρακλας δεν ήτανε, αλλά τον έφαγε και η μαϊμού έμαθα μετά- το έκανε ο πλούτος.

    -Ο πλούτος;

    -Ο πλούτος, για, ποιος άλλος; Σάμπως όλα τότε αυτό το κάθαρμα, ο πλούτος, δεν τά ‘φκιασε; Ε, η Τασία, όμορφη, νεράιδα, πλουσιοκόριτσο, παντρολογόθηκε το ’21 ένα πλουσιόπαιδο. Να τό ‘βλεπες, ένα μπαχτσέ γεμάτο σύκα και σταφίδες είχε ο γαμπρός, γιος μεγαλέμπορα. Την επήρε το λοιπόν και έμεινε ο Απόστολος μπακούρι. Αλλά και εγώ είχα μεγαλώσει, δεκατρίω-δεκατέσσερω είχα πάει. Και είχα πετάξει και βυζί –μην με βλέπετε τώρα που με βάρυνε ο αιώνας και με ζάρωσε, ήμουν εγώ μικρή…- και μεγάλωσε το μουτράκι μου και με κοίταζε ο Απόστολος, χαρές εγώ. Και ένα βράδυ, εκεί που είχα πάει στον μπακάλη να πάρω τυρί, ήρθε, με σίμωσε και με έπιασε το λόγο. Και πότε θα ξαναπάς στο μπακάλη και του έλεγα εγώ και ερχόταν στα κλεφτά να με βρίσκει και όλο εγώ κανόνιζα να πηγαίνω και πιότερα και χαιρόταν και η μακαρίτισσα η μάνα που την ξεκούραζα από τις δουλειές, «μεγάλωσε το κορίτσι και παίρνει ευθύνες, νοικοκυρά σπουδαία μεγαλώνουμε». Ώσπου, μια μέρα, ήρθε ο Απόστολος και με ζήτησε σε βόλτα από το μπαλκόνι. Και κρυβόμουν εγώ, όχι επειδή ντρεπόμουν, ούτε επειδή τον έφευγα, αλλά, να, δεν είχα κάλτσες να φορέσω, όλες για πλύσιμο ήταν και η μάνα είχε αργήσει την μπουγάδα. «Σε φωνάζει, καλέ, ο Απόστολος. Δεν θα πας να τον εδείς; Καλό παιδί είναι, τράβα!», «Πού να πάω, μητέρα μου, έτσι ξεκάλτσωτη; Πείτε του ότι δεν μπορώ και να περάσει αύριο, πείτε του ότι είμαι στις δουλειές σας». Και έτσι και έγινε. Και η μάνα έδωσε, έτσι στα πλάγια, την έγκριση, ο πατέρας έλειπε, αλλά αυτός, κοσμοπολίτης, πρόβλημα δεν ήταν. Βρε, μισό μόνο λεπτό δώτε μου, να πιω μια στάλα νερό, έσκασα…

    Και στάθηκε η γριά, άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε έξω ένα μπουκαλάκι νερό να πιει. Είχε κορακιάσει η έρμη. Πήρε δυο ανάσες και ξανάρχισε.

    -Να, τώρα δρόσεψε το στόμα μου, να σας την πω και τη συνέχεια εδώ που έφτασα. Ε, ήρθε και την επόμενη, ήρθε και τη μεθεπόμενη και μην σας τα πολυλέγω, ερχόταν ο κακομοίρης. Και ήταν τόσο όμορφος, με τα μπράτσα του, τις μπούκλες του και ένα χαμόγελο που χώραε όλη τη Σμύρνη μέσα. Και ήμουν χαρούμενη εγώ. Και προχώραγε ο στρατός στον Σαγγάριο και για κάποιο λόγο χαίρουνταν όλοι. Μόνο ο πατέρας σιχτίριζε πού και πού, «ρε, το καθίκι το Στεργιάδη, μπελά κακό μας φόρτωσε ο Βενιζέλος. Και έχασε και τις εκλογές και αυτοί οι μπαγαπόντηδες που τον εκέρδισαν όχι απλά δεν σταμάτησαν τον πόλεμον, αλλά πήρε αέρα η κούτρα τους, τραβάνε για την Άγκυρα. Και τι πάμε να κάνουμε εμείς εκεί στην Άγκυρα;». Αλλά εγώ δεν έδινα σημασία, είχα το χαμόγελό του Απόστολου να μου γεμίζει τη μέρα. Και μπήκε Ιούλης του ’22 και ο κόσμος είχε ταραχή. Αλλά ταραχή είχα και εγώ, για λόγο άλλο. Και μπήκε Αύγουστος και κάτι φωνές λέγανε ότι το μέτωπο έπεσε, «όχι», λέγανε οι του Στεργιάδη, «αυτά είναι ψέματα. Τραβάμε για Άγκυρα». Έτσι έλεγαν, που στο πιο καυτό καζάνι να τον έχει ο Εξαποδώ να βράζει αυτόνε τον Στεργιάδη. Και ήταν 26 του Αυγούστου και τα μάθαμε τα νέα, τα έλεγε ο Χρυσόστομος καιρό τότες, αλλά είχαμε πνιγεί στη Μεγάλη την Ιδέα εμείς και δεν τον ακούγαμε. Τον έλεγε και ο Στεργιάδης «τραγόπαπα» και όλα καλά. Και πανικός, και ταραχή και φωνές και κλάμα –προκαταβολικό, κανείς δεν φανταζόταν ότι έπρεπε ακόμα και στο δάκρυ να κάνουμε κράτει, γιατί, πού θα πήγαινε και αυτό, θα στέρευε και ατέλειωτο δεν είναι. Και ήρθε ο Απόστολος να με δει σκυθρωπός, πρώτη φορά το πρόσωπό του δεν έλαμπε, και μετά δεν τον ξανάδα, το παλικάρι μου.

    -Τι έγινε; Χάθηκε εκεί στην προκυμαία, στη σφαγή;

    -Δεν ξέρω, ματάκια μου. Στις 27 έχανε πια η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Και τρέχαμε όλοι πανικόβλητοι και φώναζα εγώ «Απόστολε», «Απόστολε» αλλά μέσα στον χαμό, ποιος να ακούσει; Και είδαμε εκεί τον πατέρα τον Χρυσόστομο, άγιος άνθρωπος, κακός που είναι ο κόσμος, να τον βαράνε, να του τραβούν τη γενειάδα, να του βγάνουνε τα δόντια, και δεν φώναζε ο άγιος, εκεί, τραβούσε το δικό του Γολγοθά, βαρύτερο, συντομότερο, σκληρότερο από τον Ύψιστο. Τον βαρούσανε οι Τούρκοι, τον άπιστο, τον έδωσε λέει ο Νουρεντής πασάς στην κρίση του κόσμου της Σμύρνης, να τον δικάσει ή να το αθωώσει, αλλά, ξέρετε, αυτός ο κόσμος που τον εδίκαζε Σμυρνιοί δεν ήσανε, δεν τους ήξερα εγώ. Από αλλού έφερε δικαστές ο άτιμος, από τα βάθη της Τουρκιάς –είχε ο Κεμάλ πολιτικό κεφάλι και στην ατίμια πρώτος ήταν. Και μάθαμε ότι του κόψανε του Χρυστόστομου το κεφάλι και το περιέφεραν μπηγμένο στο μπαστούνι του στους τουρκομαχαλάδες. Και γιορτάζαν οι Τούρκοι που δεν τους εξέραμε. Και λυπούνταν οι Έλληνες αλλά και οι Τούρκοι, οι άλλοι, αυτοί που ξέραμε. Και το κακό ξεκίνησε να στήνει το βασίλειό του. Και κάπου εκεί νόμιζα ότι είδα τον Αποστολάκο, αλλά πού. Ο νους παιχνίδια βάνει. Πάει, χάθηκε και δεν τον ξανάδα ποτέ. Μάλλον κανείς δεν τον ξανάδε. Αχ και να πέθανε εκεί στη Σμύρνη, παρά να τον επήγανε στα Αμελέ Ταμπούρια. Να σφάλισε τα μάτια του τα άγια τα χώματα κοιτώντας.

    -Και εσείς; Πώς τα καταφέρατε;

    -Να είναι καλά ο Χινταγιές, φίλος, καλό Τουρκί –και εδώ που τα λέμε, ο κόσμος όλος, Έλληνες, Τούρκοι, Αλβανοί, μαύροι και πορτοκαλί, όλοι καλοί είναι. Το πρόβλημα το έχουν αυτοί κει πάνω που δεν το βάνει η κούτρα τους ότι περαστικοί είναι και τούτοι από τον εδώ τον κόσμο. Αλλά, τέλος πάντων. Μας μάζεψε όλους στο υπόγειο και μας ξαπόστειλε με ένα φίλο του, ψαρά, στη Χίο. Και μας έφερε ο ψαράς στα κρυφά εδώ στην Ελλάδα. Και από εκεί ήρθαμε και μείναμε να εδώ, λίγο παρακάτω, στη Νέα Φιλαδέλφεια.

    -Χάσατε πολλούς;

    -Χάσαμε τους πάντες, χάσαμε τα πάντα, κορίτσι μου. Μα, πάνω από όλα, χάσαμε την πίστη μας στον άνθρωπο. Και μην ακούς τι λένε. Έχτρα εμείς δεν είχαμε, η έχτρα είναι ζιζάνιο και το φυτέψανε. Και κάποιος έπρεπε να ποθάνει. Ε, ποθάναμε εμείς, και όσοι έμειναν και όσοι έφυγαν. Ένα μέρος των ζωντανών πέθανε με τους νεκρούς αντάμα. Αλλά, να πέρασε η ώρα. Και θα με περιμένει ο άντρας μου εδώ, στο Δεύτερο. Μέσα στη γης τον έχω, εγώ έγινα Μαθουσάλας. Αυτόν τον επήρε ο Κύριος πάνω, να κάνει παρέα με τον Απόστολο. Τον τίμησα, να ξέρετε, και τον άντρα μου. Να, βλέπεις τα αυτιά μου; Ούτε τρύπα! Τι κι αν το ήθελα το σκουλαρίκι, έτσι με ήθελε αυτός. Ντόπιος εδώ, Αθηναίος, αγριάνθρωπος και σατράπης με καρδιά μάλαμα. Μπερμπάντης. Τον εγνώρισα τότες που μας λέγανε παστρικές, τότες που τον πρόσφυγα τον βλέπαν οι καλοί με οίκτο, οι πλιότεροι με μίσος. Αλλά, ο Νικόλας με είδε και με αγάπησε. Είχα ξαναπάρει τα πάνω μου, στήναμε νέα ζωή τότε εδώ. Έπρεπε το κακό πίσω να το αφήσουμε, να σταθούμε στα πόδια μας. Τότες ήρθε ο Νικόλας. Τον αγάπησα και τον τίμησα. Και αυτός εμένα. Δύο κόρες κάναμε. Και, κούκλα μου, σε εσένα το λέω, να ξέρεις, τον σεβάστηκα. Να απλώσει βρακί δικό μου ο άντρας μου να στεγνώσει; Ο άντρας; Ποτέ. Σε-βασ-μος! Και να τον αγαπάς αυτόν εδώ και ντροπαλός μου φαίνεται. Και εσύ, παλικάρι μου, τα λουλούδια θέλουν χάδι. Να της το δίνεις. Και, έτσι να σας βλέπω, να κρατιέστε από το χέρι. Και νά ‘στε καλά, μου φκιάσατε τη μέρα. Άντε στην ευχή της Παναγίας, να, να σας σταυρώσω.

    -Σας ευχαριστούμε πολύ! Να είστε καλά, να πάτε στο καλό και εσείς κυρία…; Να, τόση ώρα που μιλάμε, το όνομά σας;

    -Τι να το κάνετε, βρε, το όνομα; Σάμπως και θα ξανανταμώσουμε… Στάσα, παιδιά μου, Στάσα η Σμυρνιά, αν και πλέον Αθηναία είμαι. Όσο θα είμαι ακόμα δηλαδής. Μπα σε καλό σας, θα μου πείτε και ευχαριστώ. Εγώ ευχαριστώ, γριά γυναίκα, πόσες τέτοιες ευκαιρίες νομίζετε έχω; Άντε, παιδιά μου, στο δρόμο του Θεού, πάω εγώ στον Νικόλα. Και να θυμάστε, κανείς δεν χάνεται, τίποτα δεν παύει. Να θυμάστε, να θυμάστε και όλα θά ‘ναι δίπλα σας. Και να αγαπάτε. Αυτό! Άντε, ο Θεός μαζί σας.

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here