Τετάρτη, 9 Ιουνίου, 2021
More

    Guernica

    -

    Η ιστορία πίσω από τον διασημότερο πίνακα του Pablo PicassoΓκερνίκα” (Guernica).

    Γράφει η Μαρία Σάντα

    1937 (1η Μάιου – 4η Ιουνίου, Παρίσι)

    Ελαιογραφία σε καμβά

    Μήκος: 3,54 μ. – Πλάτος: 7,82 μ.

    Εθνικό Μουσείο Τέχνης Βασίλισσα Σοφία (Museo Reina Sofia), Μαδρίτη.

    Η «Γκερνίκα» (Guernica στα ισπανικά ή Γκουέρνικα με λατινική απόδοση στα ελληνικά) είναι αναμφίβολα ένας από τους πλέον εμβληματικούς πίνακες του 20ού αιώνα και αποτελεί το διασημότερο έργο του Pablo Picasso, έχοντας αφήσει το αποτύπωμά του έντονα χαραγμένο στο παγκόσμιο καλλιτεχνικό στερέωμα. Η ταυτόχρονη απλότητα των χρωματικών τόνων και η πολυπλοκότητα της σύνθεσης δημιουργούν μια αφήγηση που παραμένει έντονα χαραγμένη στη συλλογική μνήμη.

    Σε αντίθεση με τα άλλα έργα του Picasso, η Γκερνίκα δεν ήταν ποτέ προς πώληση και δεν έχει συνημμένη τιμή.

    Ο πίνακας είναι εμπνευσμένος από τον βομβαρδισμό της πόλης Guernica, στην επαρχία Biscay, στη Χώρα των Βάσκων, στις 26 Απριλίου 1937 από τα ναζιστικά στρατεύματα Lufftwaffe, υποστηριζόμενα από αεροπλάνα Ιταλών φασιστών, τα οποία στήριζαν το πραξικόπημα του στρατηγού Φράνκο, κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου (1936-1939). Ο βομβαρδισμός αυτός –ένας από τους πρώτους εναντίον άμαχου πληθυσμού– προκάλεσε τον θάνατο εκατοντάδων ανθρώπων και την ισοπέδωση του 70% της πόλης με 32 τόνους εκρηκτικά.

    Ο τεράστιος καμβάς, που περιγράφει τη βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου, ήταν παραγγελία της δημοκρατικής κυβέρνησης της Ισπανίας για τη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1937. Καθώς τα εγκαίνια της παγκόσμιας έκθεσης πλησίαζαν, μέλη της ισπανικής δημοκρατικής κυβέρνησης ήθελαν το περίπτερο της Ισπανίας στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού –που ήταν αφιερωμένο στην Τέχνη και την Τεχνολογία– να φιλοξενήσει έναν πίνακα που θα εξέθετε τις θηριωδίες του Φράνκο και των συμμάχων του. Έτσι στράφηκαν σε έναν από τους πιο διάσημους Ισπανούς ζωγράφους, τον Pablo Picasso. Η φιλοτέχνηση του πίνακα άρχισε την 1η Μαΐου –αφότου ο ζωγράφος πληροφορήθηκε τα γεγονότα από τη γαλλική εφημερίδα L’ Humanité, αντικρίζοντας τις δραματικές φωτογραφίες του γεγονότος– και ολοκληρώθηκε την 4η Ιουνίου του 1937.

    O Picasso, που εκείνη την εποχή ζούσε στο Παρίσι, δούλευε ήδη σε μια τοιχογραφία για τη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού. Μετά την παραγγελία της ισπανικής δημοκρατικής κυβέρνησης, εγκατέλειψε την αρχική του ιδέα και ξεκίνησε να δουλεύει την Γκερνίκα. Εμπνεύστηκε από την τραγωδία, δημιουργώντας το μεγάλο διαστάσεων αυτό έργο, που μαρτυρούσε τη φρίκη του πολέμου, δηλώνοντας ξεκάθαρα την ένστασή του κατά της βαρβαρότητας. Το έργο, που έμελλε να είναι προφητικό, καθώς η Ευρώπη βρισκόταν στα πρόθυρα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αποτέλεσε το έμβλημα για όλες τις καταστροφικές τραγωδίες της σύγχρονης κοινωνίας.

    Ξεκίνησε κάνοντας προπαρασκευαστικά σκίτσα. Ήδη στο πρώτο σχέδιο, που φέρει ημερομηνία 1η Μαΐου, βλέπουμε τρία βασικά στοιχεία της τελικής εικόνας. Τον ταύρο, το πεσμένο άλογο και τη γυναίκα με τη λάμπα. Μέσα στην ίδια μέρα έκανε συνολικά έξι σχέδια, όπου παρατηρούνται αλλαγές και μετατοπίσεις των βασικών μοτίβων και των επιμέρους στοιχείων τους. Χάρη στα σχέδιά του, τα οποία χρονολογούσε συστηματικά, μπορούμε να παρακολουθήσουμε τις επεξεργασίες που έκανε μελετώντας κάθε μοτίβο, αποτυπώνοντας στον καμβά το δράμα με τους τρόπους της δικής του πλαστικής γλώσσας. Λίγο αργότερα ξεκίνησε τον μεγάλο πίνακα. Αφού ολοκλήρωσε το αρχικό σχεδίασμα, η φωτογράφος ερωμένη του, Dora Maar, τράβηξε την πρώτη φωτογραφία, χάρη στην οποία μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι σχεδόν όλα τα θέματα που εμφανίζονται στην τελική εκδοχή του πίνακα υπάρχουν ήδη και περίπου στην ίδια θέση. Χάρη στις φωτογραφίες της, μπορούμε να διαπιστώσουμε τον φρενήρη ρυθμό με τον οποίο δούλευε ο ζωγράφος. Συνολικά έχουν σωθεί 45 πρωτότυπα σχέδια του έργου. Σχεδόν ενάμιση μήνα αργότερα, ο πίνακας είχε ολοκληρωθεί.

    Όταν τελείωσε η έκθεση, ο πίνακας ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, για να ενισχύσει τον αγώνα των Δημοκρατικών, περιοδεία η οποία διήρκεσε 19 χρόνια και σταμάτησε όταν ο Φράνκο κατέλαβε την εξουσία το 1939. Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το έργο φυγαδεύτηκε στις ΗΠΑ για να αποφευχθεί η καταστροφή του, και φιλοξενήθηκε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη (MoMA). Ο Picasso είχε δηλώσει πως το έργο δεν θα επέστρεφε στην Ισπανία «έως ότου η χώρα απολάμβανε τις δημόσιες ελευθερίες και τους δημοκρατικούς θεσμούς».

    Το 1974 υπήρξε συμβάν βανδαλισμού του έργου με κόκκινη μπογιά, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη σφαγή του Μι Λάι στο Βιετνάμ. Το 1981 η Γκερνίκα τελικά επεστράφη στην Ισπανία και εκτέθηκε αρχικά στο Casón del Buen Retiro και κατόπιν στο Μουσείο Del Prado, προστατευμένη με αλεξίσφαιρο τζάμι και οπλισμένους φρουρούς, υπό τον φόβο νέου βανδαλισμού. Το 1992 ο πίνακας μεταφέρθηκε στη σημερινή του θέση στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης «Βασίλισσα Σοφία» στη Μαδρίτη, του οποίου έγινε το διασημότερο και σπουδαιότερο έκθεμα.

    Λέγεται πως όταν οι Γερμανοί εισήλθαν στο Παρίσι κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην προσπάθειά τους να βρουν καλλιτεχνικούς θησαυρούς και να τους κατασχέσουν, ένας Γερμανός αξιωματικός έδειξε σε φωτογραφία τον πίνακα στον ίδιο τον Picasso, που είχε προσαχθεί, ρωτώντας τον: «Αυτόν τον πίνακα εσείς τον κάνατε;». Κι εκείνος απάντησε με θάρρος: «Όχι. Εσείς!».

    Η Guernica δεν είχε χαρακτηριστεί εξαρχής ως αριστούργημα. Αντίθετα, οι αντιδράσεις ήταν μάλλον αρνητικές. Μεταξύ των πρώτων επικριτών του έργου ήταν και ο Αμερικανός κριτικός Clement Greenberg, ο οποίος αποκάλεσε την Γκερνίκα «απότομη» και «συμπιεσμένη». Γερμανικό έντυπο είχε γράψει επίσης ότι πρόκειται για «σύμφυρμα από ανθρώπινα μέλη που θα μπορούσε να είχε ζωγραφίσει τετράχρονος».

    Η δύναμη της Guernica, όμως, υπήρξε τεράστια. Ήταν μια απόσταξη σαράντα ετών της τέχνης του Picasso σε έναν μόνο πίνακα. Ο μυθιστοριογράφος Claude Roy, φοιτητής νομικής εκείνη την εποχή, αντικρίζοντας το έργο στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού, το περιέγραψε ως «ένα μήνυμα από άλλο πλανήτη», γράφοντας: «Η βία με άφησε άναυδο, με κατακεραύνωσε με ένα άγχος που δεν είχα ποτέ βιώσει ξανά». Ο σουρεαλιστής συγγραφέας Michel Leiris συνόψισε την αίσθηση της απελπισίας που προκαλείται από την Γκερνίκα στο εξής σχόλιο: «Σε ένα ασπρόμαυρο ορθογώνιο, που μοιάζει με αρχαία τραγωδία, ο Πικάσο μάς στέλνει την πένθιμη ανακοίνωση: όλα αυτά που αγαπάμε πρόκειται να πεθάνουν…».

    Η Guernica εντάσσεται στην περίοδο του συνθετικού κυβισμού. Ο Picasso αντικαθιστά τη νατουραλιστική απεικόνιση του θέματος με μια εικόνα πλήρως θρυμματισμένη. Ο χώρος και τα αντικείμενα διασπώνται. Τεμαχίζονται. Θραύσματα αντικειμένων και μορφών αποκαλύπτουν το αποτρόπαιο έγκλημα.

    Αρχικά ο Picasso πειραματίστηκε με χρώμα, καταλήγοντας, όμως, σε μια έντονη μονοχρωματική παλέτα γκρι, μαύρου και άσπρου, καθώς θεώρησε ότι έτσι δίνει μεγαλύτερη ένταση στο θέμα, παράγοντας μια ποιότητα ρεπορτάζ όπως στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες καταστροφής τις οποίες είχε δει ο ζωγράφος στις εφημερίδες της εποχής. Αυτό παρατηρείται και στο μοτίβο υφής στο κέντρο του πίνακα, που δημιουργεί την ψευδαίσθηση του δημοσιογραφικού χαρτιού.

    Όπως παρατηρεί ο ιστορικός και κριτικός τέχνης Carlo Argan: «Η αφαίρεση του χρώματος και του ανάγλυφου αποτελεί διακοπή της σχέσης του ανθρώπου με τον κόσμο: όταν διακόπτεται, δεν υπάρχει πια η φύση ή η ζωή».

    Οι ερμηνείες της Guernica και οι συμβολισμοί που προκύπτουν διαφέρουν πολύ μεταξύ τους, κάνοντας την αποκρυπτογράφηση ένα ζήτημα περίπλοκο. Ο Picasso δεν έδωσε ποτέ επίσημη ερμηνεία της Guernica. Το άλογο και ο ταύρος ήταν εικόνες που χρησιμοποιούσε ο ζωγράφος σε ολόκληρη την καριέρα του, μέρος του τελετουργικού ζωής και θανάτου των ισπανικών ταυρομαχιών που είχε παρακολουθήσει ως παιδί. Όταν του ζητήθηκε, λοιπόν, να εξηγήσει τη χρήση αυτών των πλασμάτων στον πίνακά του, εκείνος σχολίασε: «Αυτός ο ταύρος είναι ένας ταύρος και αυτό το άλογο είναι ένα άλογο… εάν δώσετε ένα νόημα σε ορισμένα πράγματα στους πίνακές μου, μπορεί να είναι απολύτως αληθές, αλλά δεν ήταν η πρόθεσή μου να δώσω αυτό το νόημα… Κάνω τη ζωγραφιά, για τη ζωγραφιά. Ζωγραφίζω τα αντικείμενα για αυτό που είναι».

    Με την πρώτη ματιά, η σύνθεση της Guernica φαίνεται συγκεχυμένη και χαοτική, όπως ακριβώς το χάος που προκαλούσε η πολιτική αστάθεια της Ευρώπης εκείνη την εποχή. Τα σώματα είναι παραμορφωμένα, οι μορφές ασυνεχείς και αποσπασματικές. Όλα φαίνονται συγχωνευμένα, ενώ οι αιχμηρές γωνιακές γραμμές φαίνεται να διαπερνούν και να διασπούν τα διαμελισμένα σώματα. Ωστόσο, υπάρχει στην πραγματικότητα μια επιτακτική οπτική σειρά. Ο Picasso εξισορροπεί τη σύνθεση οργανώνοντας τα σχήματα σε τρεις κάθετες ομάδες που κινούνται από τα αριστερά προς τα δεξιά, ενώ οι κεντρικές φιγούρες σταθεροποιούνται μέσα σε ένα μεγάλο τρίγωνο φωτός.

    Παντού υπάρχει έντονο το στοιχείο του θανάτου και της απελπισίας. Η παρατήρηση του πίνακα μας αποκαλύπτει μια πυραμιδοειδή σύνθεση, με κυρίαρχες μορφές ανθρώπους και ζώα σε πλήρη ακαταστασία, χωρίς συγκεκριμένη δομή. Πρόκειται για φιγούρες με μάτια που δείχνουν φόβο και απελπισία, με στόματα ορθάνοιχτα από όπου βγαίνει ένα βουβό ουρλιαχτό, που εκφράζει τον πόνο και τη δυστυχία. Αριστερά βρίσκεται μια γυναίκα, με το κεφάλι γερμένο προς τα πίσω, ουρλιάζοντας με πόνο και θλίψη, κρατώντας το άψυχο σώμα του νεκρού παιδιού της. Αυτή είναι η τραγικότερη εικόνα του έργου, καθώς τονίζεται σπαρακτικά ο τραγικός αποχωρισμός μητέρας-παιδιού. Στα δεξιά της βλέπουμε το κεφάλι ενός ταύρου, η μόνη φιγούρα στο έργο που παραμένει απαθής και συμβολίζει τη βαρβαρότητα και το σκοτάδι. Κάτω από αυτήν, ένας νεκρός άνδρας σφίγγει στο ακρωτηριασμένο χέρι του ένα σπασμένο σπαθί.

    Στο κέντρο στέκεται ένα άλογο, με τα πλευρά του τρυπημένα από δόρυ και το στόμα ανοιχτό να ουρλιάζει με πόνο, χωρίς όμως να υποκύπτει, ένα φανερό σύμβολο αντίστασης. Στα δεξιά υπάρχουν τρεις ακόμα γυναίκες. Η πρώτη προσπαθεί να προστατευθεί, ωθώντας το πληγωμένο της σώμα, κοιτάζοντας παράλληλα τη λάμπα στην κορυφή της σκηνής, που πιθανόν συμβολίζει την πηγή του ολέθρου από τις βομβιστικές επιθέσεις. Η δεύτερη εμφανίζεται στο παράθυρο ενός φλεγόμενου σπιτιού, ενώ στο χέρι της που εκτείνεται κρατά μια λάμπα, ένα ταπεινό φως ελπίδας. Ενώ η τρίτη γυναίκα φαίνεται παγιδευμένη στο φλεγόμενο κτήριο, ουρλιάζοντας με φόβο και τρόμο. Όλα τα πρόσωπα είναι παραμορφωμένα από αγωνία, με μάτια εξαρθρωμένα και στόματα ανοιχτά.

    Όλοι μας μπορούμε να αναγνωρίσουμε το πόσο τρωτός είναι ο άνθρωπος, κατανοώντας την απελπισία των θυμάτων, και σε αυτή την ταύτιση οφείλεται η καθολική αναγνώριση του έργου. Ο Picasso δεν απεικόνισε αεροπλάνα ή εκρήξεις. Δεν υπάρχει πουθενά αναφορά στην ημέρα, το έτος ή την περιοχή όπου συνέβη η τραγωδία. Δεν απεικονίζει εχθρούς ή ήρωες. Παρά μόνο αδύναμα θύματα, αποκαλύπτοντας το αδίστακτο πρόσωπο του πολέμου.

    Με πλήρη γνώση της γλώσσας της ζωγραφικής, δεξιοτεχνία, ανεξάντλητη εφευρετικότητα και φαντασία, ο Picasso κατάφερε να εντάξει μέσα σε έναν πίνακα όλα τα αρνητικά συναισθήματά του για τον πόλεμο. Η Γκερνίκα εκφράζει παγκόσμια και διαχρονικά κάθε λαό που νιώθει τη φρίκη του πολέμου. Είναι ένα συγκλονιστικό αντιπολεμικό μανιφέστο. Ένα σύμβολο διαμαρτυρίας εναντίον του πολέμου και της καταστροφής που αυτός σπέρνει. Μια διαρκής υπενθύμιση της τραγωδίας που επιφέρει ο πόλεμος και μια ρητή δήλωση της επιτακτικής ανάγκης για ειρήνη.

    Η Γκερνίκα είναι ένα εμβληματικό κομμάτι σύγχρονου έργου τέχνης με τεράστια δύναμη και σημασία, επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε. Μέσω αυτού γίνεται ξεκάθαρη η θεραπευτική δύναμη της τέχνης στο να επαναπροσδιορίζει μια αφήγηση, να διαμορφώνει απόψεις, διατηρώντας παράλληλα μια αίσθηση οικουμενικότητας.

    «Η ζωγραφική είναι ένα όπλο για την επίθεση και την άμυνα ενάντια στον εχθρό».

    Pablo Picasso

    «Η τέχνη είναι ένα ψέμα που μας βοηθά να ανακαλύψουμε την αλήθεια».

    Pablo Picasso

    Επιμέλεια: Ντίνα Καβουκίδου

    Πηγές:
    el.wikipedia.org
    museoreinasofia
    pablopicasso.org
    theartofcrime.gr
    theatlantic.com
    rokantyfaszystowski.org
    khanacademy.org
    artlyst.com
    katiousa.gr
    newsbeast.gr
    iefimerida.gr
    users.sch.gr

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here