Γράφει η Μαριάννα Τσαντίλη

Ο Γκούσταβ Κλιμτ (Gustav Klimt, 1862-1918) ήταν Αυστριακός ζωγράφος και ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του κινήματος της Απόσχισης (Sezession) της Βιέννης. (Ομάδες Γερμανών και Αυστριακών καλλιτεχνών που παραιτήθηκαν από τους επίσημους ακαδημαϊκούς οργανισμούς για να προωθήσουν τα μοντέρνα κινήματα, κυρίως  του εμπρεσιονισμού και της Αρ Νουβό/Art Nouveau, την δεκαετία του 1890) παίζοντας σημαντικότατο ρόλο στην ανάπτυξη της και επηρεάζοντας κατά πολύ την εξέλιξη των διακοσμητικών τεχνών στην Αυστρία.  Η συμβολή του στη διεθνή αναγνώριση της αυστριακής τέχνης είναι σημαντική. Ο συνδυασμός της εικονιστικής και της αφηρημένης ζωγραφικής χαρακτηρίζει τα περισσότερα έργα του.

KlimtΟ Κλιμτ γεννήθηκε στο Μπάουμγκαρτεν (Baumgarten), κοντά στα περίχωρα της Βιέννης, στις 14 Ιουλίου 1862 σε μια πολυμελή και φτωχική οικογένεια και ήταν το δεύτερο από τα επτά παιδιά του Έρνστ Κλιμτ και της Άννας Φίνστερ. Ο πατέρας του, χρυσοχόος και χαράκτης στο επάγγελμα, βλέποντας την κλίση του γιου του στο σχέδιο, τον ενθαρρύνει να δεχτεί την υποτροφία της Σχολής Εφαρμοσμένων Τεχνών κι έτσι ο Κλιμτ γράφεται σ’ αυτήν σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών και ένα χρόνο μετά τον ακολουθεί και ο αδελφός του, Έρνστ. Εκεί, αρχίζει να μελετά την τεχνική της νωπογραφίας (η διακόσμηση της τοιχογραφίας με το χρώμα να απλώνεται πάνω στον νωπό γύψο, έτσι ώστε να ενσωματώνεται στο  τοίχο), καθώς και του ψηφιδωτού και της μεταλλοτεχνίας, τεχνικές που θα χρησιμοποιήσει αργότερα στα έργα του.  Η Σχολή αυτή αποτελούσε φυτώριο νέων ταλαντούχων επαγγελματιών που τα επόμενα χρόνια επρόκειτο να δώσουν νέα πνοή με τα έργα τους στην καλλιτεχνική ζωή της Αυστρίας, μεταμορφώνοντας κυριολεκτικά την παλαιά εικόνα της αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Μαζί με τον αδελφό του Έρνστ και τον ζωγράφο και γλύπτη Franz Matsch (1862-1942), γνωστό στους Έλληνες από τον πίνακα του σε μουσαμά «Ο θρίαμβος του Αχιλλέα» που κοσμεί το Αχίλλειο στην Κέρκυρα, ιδρύουν το 1879 την «Εταιρεία Καλλιτεχνών», μια μικρή επιχείρηση, που χάρη στην υποστήριξη του καθηγητή τους Ferdinand Laufberger, τους εξασφαλίζει αμέσως αρκετές παραγγελίες για διακόσμηση δημοσίων κτηρίων και θεάτρων ακόμα και σε άλλα κράτη, όπως στο Βουκουρέστι στη Ρουμανία, στο Κάρλσμπαντ (Κάρλοβυ Βάρυ) και στο Μπρνο στην Τσεχία και στο Φιούμε, τη σημερινή Ριέκα στην Κροατία.

KlimtΤο 1887 κατεδαφίζεται το παλαιό Burgtheater, το Εθνικό Θέατρο της Βιέννης, το οποίο είχε ανεγερθεί από την αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία, και στη θέση του ανεγείρεται το νέο Burgtheater στη Ringstrasse, τη μεγάλη λεωφόρο που περιβάλλει το αστικό κέντρο με τα υπέροχα κτήρια της που χαρίζουν στην Βιέννη τον χαρακτηρισμό της αυτοκρατορικής μητρόπολης. Η εταιρεία του Κλιμτ και των συνεργατών του αναλαμβάνουν να διακοσμήσουν τα δύο κλιμακοστάσια και την οροφή με σκηνές από την ιστορία του παλαιού θεάτρου. Ο πίνακας «Η αίθουσα του παλαιού Burgtheater» είναι μια έξοχη απεικόνιση της κοινωνικής ζωής της εποχής, Εκτός από το αυτοκρατορικό ζεύγος Φραγκίσκου Ιωσήφ και Ελισάβετ στο πρώτο θεωρείο, διακρίνονται, ανώτατοι αξιωματούχοι, πολιτικοί, ο μέλλων δήμαρχος, καλλιτέχνες και πολλές κυρίες από την κοσμική ζωή της Βιέννης. Ο πίνακας φυλάσσεται στο Ιστορικό Μουσείο της πόλης της Βιέννης και υπάρχει καρτέλα στην οποίαν αναγράφονται όλα τα πρόσωπα που αναγνωρίζονται στον πίνακα. Το1890, το έργο βραβεύτηκε με το αυτοκρατορικό βραβείο στην ετήσια έκθεση του Οίκου Καλλιτεχνών, του κύριου καλλιτεχνικού οργανισμού της Αυστρίας. Τέσσερα χρόνια πρωτύτερα, το 1886, ο αυτοκράτορας του είχε απονείμει το χρυσό μετάλλιο του Τάγματος της Τιμής.

Η επιτυχία των έργων τους βασιζόταν κυρίως στο ότι ακολουθούσαν πιστά το ύφος του Χανς Μάκαρτ (Ηans Makart, 1840-1884), ακαδημαϊκού και κατεξοχήν διακοσμητή των μεγάρων της Ringstrasse, που βασιζόταν σε ιστορικού περιεχομένου σκηνές, γεμάτες αισθησιασμό, λεπτομέρειες και ζωηρούς χρωματισμούς. Έτσι, όταν ο Μάκαρτ πεθαίνει ξαφνικά και αφήνει ημιτελή τη διακόσμηση του Μουσείου Ιστορίας της Τέχνης, ο Κλιμτ και οι συνεργάτες του καλούνται να την ολοκληρώσουν. Το έργο τελειώνει το 1891, επτά χρόνια μετά, και περιλαμβάνει απεικονίσεις με πολλές αναφορές στην ελληνική τέχνη, στην αρχαία αιγυπτιακή, στον ιταλικό Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση.

Το 1881, ο Κλιμτ αρχίζει να συνεργάζεται με τον εκδότη Martin Gerlach, ο οποίος ετοιμάζει μια πολυτελή έκδοση με τίτλο Μαρτυρίες και Εμβλήματα, η οποία θα αποτελούσε ένα δειγματολόγιο διακοσμητικών μοτίβων, φιλοτεχνημένων από επιφανείς καλλιτέχνες. Για τον σκοπό αυτόν, σχεδιάζει επτά θέματα, στα οποία οι ζωγραφικές παραστάσεις δεν καταλαμβάνουν όλη την έκταση του έργου, αλλά αφήνοντας μεγάλα κενά, παρουσιάζουν ένα παιχνίδι γεμάτων και άδειων χώρων, κάτι που αργότερα θα το χρησιμοποιήσει και σε πίνακες. Από τη συνεργασία του με τον Gerlach θα γνωρίσει τον  Kolo Moser  και τον Josef Engelhart, με τους οποίους θα ιδρύσει από κοινού την «Απόσχιση» της Βιέννης.

Το 1893,το Υπουργείο Πολιτισμού και Παιδείας αναθέτει στον Κλιμτ  μια σειρά από αλληγορικές συνθέσεις για την οροφή της μεγάλης αίθουσας του Πανεπιστημίου της Βιέννης, ενός από τα πιο μεγαλοπρεπή κτήρια του Ringstrasse. Για την ολοκλήρωση των έργων αυτών, θα χρειαστεί περίπου δέκα χρόνια, αλλά τελικώς δεν θα τοποθετηθούν ποτέ στο Πανεπιστήμιο, αλλά θα μεταφερθούν στην Κρατική Πινακοθήκη Μοντέρνας Τέχνης, καθώς ο συμβολισμός τους θεωρείται ασαφής, προκλητικός και πως «εκφράζουν ακατανόητες ιδέες με ακατανόητες φόρμες». Οι παραγγελιοδότες, ο Τύπος και η κοινή γνώμη που περίμεναν κάτι ανάλογο της «Σχολής των Αθηνών» του Ραφαήλ, όπου παρήλαυναν οι μεγαλύτεροι φιλόσοφοι του παρελθόντος απογοητεύονται αντικρίζοντας γυμνές αιωρούμενες γυναικείες φιγούρες, τις οποίες ο ίδιος ο Κλιμτ χαρακτήρισε ως φόρο τιμής «στην αγαθή αλλά και λάγνα φυλή των υπερευαίσθητων», έναν υποβόσκοντα αισθησιασμό κι ερωτισμό,  εικόνες από το ασυνείδητο και μυστικιστικά σύμβολα, θεωρώντας όλα αυτά «τρέλες» και «ασυναρτησίες». Ο Τύπος επιτίθεται στον Κλιμτ χαρακτηρίζοντας τις τρεις βασικές αλληγορικές μορφές, την «Ιατρική» (ο πίνακας βραβεύτηκε στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού), τη «Φιλοσοφία» και τη «Νομική», ως πορνογραφικές, με αποτέλεσμα να  απορριφθούν.                                                                                                      

Το έργο της Ιατρικής απεικονίζει γυμνά γυναικεία σώματα να αιωρούνται, δύο ανδρικά, στραμμένα ανάποδα, που συμβολίζουν την Πηγή της ζωής, με έναν σκελετό ανάμεσά τους που αναπαριστά τον Θάνατο, ένα γυμνό γυναικείο σώμα αποκομμένο από τα υπόλοιπα που συμβολίζει την απελευθέρωση από τον πόνο και στο κέντρο προς το κάτω μέρος της εικόνας, τη μορφή της θεάς Υγείας, κόρης του Ασκληπιού, η οποία ενσαρκώνει την Ιατρική και στέκεται με το φίδι του Ασκληπιού γύρω από το δεξί της μπράτσο και την κούπα της Λήθης στο αριστερό της χέρι, στρέφοντας την πλάτη της στην ανθρωπότητα. Παρόμοια αιωρούμενα γυμνά σώματα απεικονίζονται και στη Φιλοσοφία, στην αριστερή πλευρά του πίνακα, ενώ στη δεξιά πλευρά μέσα σ’ ένα φόντο κατάσπαρτο με αστέρια διακρίνεται αχνά ένα μυστηριώδες πρόσωπο που αντιπροσωπεύει το αίνιγμα του κόσμου και κάτω ένα δεύτερο γυναικείο πρόσωπο πολύ καθαρό, φωτισμένο, πλαισιωμένο από μαύρα μαλλιά που αναπαριστά τη Φιλοσοφία. Και τα δύο έργα καταστράφηκαν στην πυρκαγιά του πύργου του Immendorf, στις 8 Μαΐου 1945, την τελευταία ημέρα πριν την αποχώρηση των SS, και σήμερα υπάρχουν μόνο ασπρόμαυρες φωτογραφίες τους.

KlimtΜόνο εξαίρεση, η μορφή της θεάς Υγείας στο κάτω μέρος της Ιατρική. Στη «Νομική» απουσιάζουν η ατμοσφαιρική σύνθεση των δύο προηγούμενων αλληγοριών, ο μυστικισμός κι η υποβλητικότητα. Εδώ υπάρχει μόνο ένα αποστεωμένο ανδρικό σώμα τυλιγμένο στα πλοκάμια ενός γιγαντιαίου χταποδιού που συμβολίζει τον αμαρτωλό και τη συνείδηση και τρεις γυμνές γυναικείες φιγούρες που συμβολίζουν τις Μοίρες, τις μυθολογικές θεότητες που καθορίζουν την τύχη των ανθρώπων. Παρ’ όλα αυτά και αυτός ο πίνακας ξεσηκώνει αρνητικές αντιδράσεις γιατί αναπαριστά τη Νομική όχι ως επιστήμη αλλά ως μια δύναμη σκοτεινή κι εκδικητική.

Λίγο χρόνο αργότερα, ο Κλιμτ ζωγραφίζοντας ένα πίνακα με τίτλο «Χρυσόψαρα» με το αγαπημένο του θέμα, τη σχέση της γυναίκας και του νερού, συνθέτει ένα σύνολο με γυμνά γυναικεία κορμιά, με μισάνοιχτα χείλη και μακριά κυματιστά μαλλιά, άκρως αισθησιακό και προκλητικό, κυρίως λόγω του πρώτου πλάνου που καταλαμβάνει μια γυμνή γυναίκα που έχει τα οπίσθια της επιδεικτικά στραμμένα προς το κοινό, με την αφιέρωση «προς τους επικριτές μου».

Η ζωγραφική του Κλιμτ θεωρείται πλέον ανατρεπτική και άκρως προκλητική με αυτήν την έκδηλη σεξουαλικότητα που κυριαρχεί στα περισσότερα έργα του και βρίσκει αντίθετους τους περισσότερους κριτικούς, τον ακαδημαϊκό κόσμο, τους καθολικούς, ακόμα και τους φιλοσόφους που  θεωρούν τα έργα αυτά ως άρνηση του θετικισμού που είναι κυρίαρχος αυτή την εποχή. Η αρνητική αυτή γνώμη των περισσότερων επηρεάζει την κυβέρνηση, η οποία αρνείται να επικυρώσει τον διορισμό του ως καθηγητή στην Ακαδημία Καλών Τεχνών το 1893. Μόνο το 1917 και τέσσερις μήνες πριν τον θάνατό του ανακηρύχθηκε επίτιμο μέλος.  Ο Τύπος αποδοκιμάζει για ακόμα μια φορά τα έργα του, 15 βουλευτές καταθέτουν επερώτηση στο Κοινοβούλιο και το τεύχος του περιοδικού Ver Sacrum που φιλοξενούσε τα έργα κατάσχεται. Εξοργισμένος ο Κλιμτ από τις αρνητικές κριτικές και την πολεμική που δεχόταν, προτιμά να αποσύρει τα έργα του και να επιστρέψει τα χρήματα της αμοιβής του στο κράτος. Ούτε στο μέλλον δείχνει διατεθειμένος να ζωγραφίσει, ακολουθώντας αυτό που οι εκπρόσωποι της εξουσίας θεωρούν ως ευπρεπές, με αποτέλεσμα να μη δεχτεί ποτέ ξανά καμία κρατική ανάθεση έργου. Αυτό όμως του λύνει κατά κάποιο τρόπο τα χέρια.    

Μεταξύ αυτού και του συνεργάτη του Franz Martsch που παραμένει πιστός στο ύφος του Μάκαρτ, επικρατούν πλέον διαφορετικές απόψεις για τον τρόπο που αντιμετωπίζουν την εκτέλεση των έργων τους, κάτι που γίνεται και η αφορμή να διακόψει τελείως τη συνεργασία του μαζί του. Ο ξαφνικός θάνατος του αδελφού του Έρνστ το 1892, κάνει πιο εύκολη τη διάλυση της εταιρείας τους, μια κατάληξη αναμενόμενη ως αποτέλεσμα της εμφανέστατης διαφοράς όχι μόνο στις προτιμήσεις αλλά και στην απόδοση των έργων τους.

Ο Κλιμτ είχε ήδη αρχίσει να δείχνει τα πρώτα σημάδια αλλαγής στη σύνθεση των έργων του, με περισσότερη έμφαση στις διακοσμητικές λεπτομέρειες αλλά και προς την κατεύθυνση των δύο μόνο διαστάσεων, που αργότερα θα συναντήσουμε στα επόμενα έργα του.     

Klimt

Η χήρα του αδελφού του, Έρνστ, διευθύνει μαζί με τις αδελφές της Emilie και  Pauline έναν οίκο μόδας. Η Έμιλυ,  θα γίνει η σύντροφος του Κλιμτ καίτοι πότε δεν έφτασαν σε γάμο. Αντίθετα, αποκτά δύο παιδιά με μια γυναίκα ονόματι Mizzi Zimmermann, τον Γκούσταβ και τον Ότο. Η Έμιλυ δεν έλειψε ποτέ από το πλευρό του όσο ζούσε και αποτελούσε το πλέον σημαντικό πρόσωπο στη ζωή του. Στο πορτραίτο της, ο Κλιμτ εφαρμόζει για πρώτη φορά έναν νέο τρόπο απεικόνισης της ανθρώπινης μορφής. Αφαιρώντας  τη ζωγραφική των τριών διαστάσεων, καίτοι το πρόσωπό της θυμίζει μια μοιραία γυναίκα, το σώμα της εμφανίζεται επίπεδο με μια άκρως λεπτομερή απεικόνιση των διακοσμητικών μοτίβων μόνο πάνω στο φόρεμα, που φαίνεται σαν κολλημένο με κολάζ σε ουδέτερο φόντο. Οι χρυσές λεπτομέρειες τραβούν το μάτι του θεατή και χρησιμοποιούνται ακόμα και στην υπογραφή του που μπαίνει μέσα σ’ ένα τετράγωνο πάνω από ένα δεύτερο τετράγωνο από κάτω, σε τόνους πράσινου μ’ έναν μονόγραμμα, παραλλαγή αυτού που είχε χρησιμοποιηθεί στον κατάλογο της 14ης έκθεσης της Απόσχισης. Ο Κλιμτ θα υιοθετήσει τις χρυσές διακοσμητικές λεπτομέρειες στα περισσότερα από τα επόμενα έργα του και θα συνοδεύσει αυτά ακόμα και με καρφιά ταπητουργού και κομμάτια χρωματιστού γυαλιού, όπως στην πανοπλία και στο σπαθί του πολεμιστή στο Έργο «Η Ζωφόρος του Μπετόβεν», τοιχογραφία στο μέγαρο της Απόσχισης.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1890 ο «Οίκος Καλλιτεχνών» μονοπωλούσε την καλλιτεχνική ζωής της Βιέννης και οι εκθέσεις του έκαναν δεκτά έργα μόνο αν συμβάδιζαν με την επίσημη αισθητική. Φανατικοί οπαδοί της παράδοσης απέκλειαν κάθε απόπειρα ανανέωσης, καθώς και κάθε επαφή με καλλιτέχνες άλλων χωρών, με αποτέλεσμα την απομόνωση και την προσκόλληση σε κάτι ξεπερασμένο πλέον από τις άλλες χώρες. Στις 3 Απριλίου 1897 οι πιο τολμηροί, με επικεφαλής τον Κλιμτ έστειλαν στο προεδρείο του Οίκου Καλλιτεχνών, καθώς και σε όλες τις εφημερίδες, μία επιστολή με την οποίαν ανακοίνωναν την ίδρυση της

«Ένωσης Εικαστικών Καλλιτεχνών», οι σαράντα καλλιτέχνες της οποίας θα διοργάνωναν εκθέσεις με μη εμπορικό χαρακτήρα και ενάντια στο μονοπώλιο της παλαιάς τέχνης, σύμφωνα με την οποίαν τα έργα αντιμετωπίζονταν ως «καταναλωτικά αγαθά που φτιάχνονται κατόπιν παραγγελίας του αγοραστή». «Εσείς είστε παρασκευαστές, εμείς θέλουμε να είμαστε ζωγράφοι. Αυτό είναι το βασικό σημείο διαφωνίας μεταξύ μας. Εμπόριο ή τέχνη; Αυτό είναι το δίλημμα που θέτει η Απόσχιση μας». Με την ίδρυση αυτής της Ένωσης η Βιέννη έφτανε στο καλλιτεχνικό επίπεδο τής υπόλοιπης Ευρώπης, όπου ήδη κυριαρχούσαν οι ίδιες του Συμβολισμού (1885-1910 Κίνημα στην Ευρωπαϊκή τέχνη και λογοτεχνία με βασική αρχή την απόρριψη της απεικόνισης και του στοιχείου της αντικειμενικότητας και η υιοθέτηση της άποψης πως η τέχνη πρέπει να υπονοεί και να υποβάλλει τις ιδέες της με σύμβολα. Κύρια χαρακτηριστικά του Συμβολισμού το ενδιαφέρον για τον θρησκευτικό μυστικισμό, το ερωτικό στοιχείο και η ανάδειξη της υποκειμενικότητας) και της Αρ Νουβό. (Διακοσμητικό και αρχιτεκτονικό ύφος που αναπτύχθηκε στα τέλη του19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου, με κυριότερο στοιχείο την επιτήδευση της μορφής, κυρίως σε στοιχεία που αντλούνται από τη φύση, όπως τα περιελισσόμενα  φυτικά μοτίβα, κομψές κυματοειδείς γραμμές, άνθινα μοτίβα και εξεζητημένες λεπτομέρειες που χρησιμοποιούνται στην εικονογράφηση των βιβλίων, στα έπιπλα, στα υάλινα αντικείμενα, στις πόρτες ακόμα και στις κατόψεις και εισόδους κτιρίων, όπου χρησιμοποιείται σφυρήλατο σίδερο, όπως στο παρισινό metro). O όρος προήλθε από μια γκαλερί εσωτερικής διακόσμησης με την επωνυμία Maison de lArt Nauveau, που άνοιξε στο Παρίσι το 1896. Στη Γερμανία, αυτό το κίνημα ονομάστηκε Jugendstil, από το όνομα του περιοδικού Die Jugend και στην Ιταλία Φλορεάλε ή Λίμπερτυ, από το ομώνυμο κατάστημα του Λονδίνου).

Το πρώτο πράγμα με το οποίο ασχολήθηκαν τα μέλη της νέας Ένωσης ήταν να ψάξουν για την κατάλληλη τοποθεσία που θα στέγαζε τις εκθέσεις τους και την έκδοση του δικού τους περιοδικού που το ονομάζουν Ver Sacrum (Ιερά Άνοιξη) που θα φιλοξενούσε όλα τα καλλιτεχνικά γεγονότα της εποχής καθώς και φωτογραφίες έργων, κριτικές και συνεργασίες διαφόρων καλλιτεχνών. Ο Κλιμτ ήταν αυτός που σχεδίασε το προστώο στο νέο κτήριο που θα στεγαζόταν η Ένωση μαζί με άλλους δύο καλλιτέχνες, τον Μόζερ και τον γλύπτη Σμίκοβιτς.

Κάθε έκθεση που διοργάνωναν είχε και τη δική της αφίσα, με την πρώτη έκθεση το 1898, να έχει σαν θέμα τη μάχη του Θησέα εναντίον του Μινώταυρου, την οποίαν επόπτευε η θεά Αθηνά, φιλοτεχνημένη από τον Κλιμτ. Η θεά Αθηνά ήταν ένα από τα αγαπημένα θέματα του που την απεικόνισε σε αρκετά έργα του, (εικ.5) πρώτη φορά σαν γυναίκα και όχι σαν άψυχο άγαλμα. Στις λεπτομέρειες, αυτό που ξαφνιάζει τον θεατή είναι η «Γυμνή Αλήθεια» (Nuta Veritas) που αντικαθιστά στο χέρι της το παραδοσιακό σύμβολο της Αθηνάς, τη φτερωτή Νίκη.

Το 1902, οργανώνεται η 14η έκθεση της Απόσχισης, με κύριο άξονα το άγαλμα του Μπετόβεν, ενός καλλιτέχνη που απεικονιζόταν ανεβασμένος στον θρόνο του Δία, από τον Γερμανό γλύπτη Μαξ Κλίνγκερ. Ο Κλιμτ αναλαμβάνει να ζωγραφίσει σε τρία μέρη του αριστερού κλίτους του κτηρίου τη «Ζωφόρο του Μπετόβεν», μήκους 34 μ. και ύψους 2μ. που πραγματευόταν, όπως και το άγαλμα, το θέμα «της μεγαλοφυΐας». Πηγή έμπνευσης για τον Κλιμτ υπήρξε η ερμηνεία της Ενάτης Συμφωνίας του Βάγκνερ καθώς και ο  Ύμνος στη χαρά του Σίλερ, τον οποίο μελοποίησε ο Μπετόβεν στο τελευταίο μέρος της συμφωνίας. Στο έργο αυτό, ο Κλιμτ χρησιμοποιεί πληθώρα αναφορών από την αρχαία ελληνική, αιγυπτιακή, ασσυριακή και βυζαντινή τέχνη, σχεδιάζοντας τις φόρμες αποκλειστικά με το περίγραμμά τους μαζί με ετερόκλητες τεχνικές κι επίστρωση χρυσού. Φυσικά, ξεσηκώνει και πάλι τη κοινή γνώμη εναντίον του, με τις γυμνές γυναικείες μορφές απροκάλυπτης σεξουαλικότητας και τις ισχνές, σκελετωμένες φιγούρες, εμπνευσμένες από τα γλυπτά του Μιν και τους πίνακες του Χόντλερ, δύο καλλιτέχνες που τα μέλη της Απόσχισης είχαν σε μεγάλη υπόληψη, αλλά κυρίως από το σφιχταγκαλιασμένο ολόγυμνο ζευγάρι, που καίτοι γυρισμένο με την πλάτη, προκαλεί τα χρηστά έθιμα της εποχής με τον αισθησιασμό και τη σεξουαλικότητα που εκφράζει. Οι κριτικοί, θέλοντας να μειώσουν το έργο, έγραψαν: «μόνο τρία πρόσωπα θα μπορούσαν να το καταλάβουν: ένας γιατρός και δυο νοσοκόμοι». Ο Κλιμτ απογοητεύεται από τα στενά, οπισθοδρομικά μυαλά των επικριτών του και εξομολογείται στη φίλη του δημοσιογράφο Bertha Zuckerkand: «Δεν αντέχω άλλο τη λογοκρισία…  Θέλω να είμαι ελεύθερος… Το σημαντικότερο όλων, θέλω να εναντιωθώ στον τρόπο με τον οποίον το αυ,στριακό κράτος, και συγκεκριμένα το Υπουργείο Πολιτισμού αντιμετωπίζει και διαχειρίζεται τις καλλιτεχνικές αναθέσεις…»

Το 1903 ο Κλιμτ επισκέπτεται την Ιταλία. Στην Φλωρεντία βλέπει από κοντά τα αριστουργήματα της Αναγέννησης, στη Βενετία το μεγαλείο της Βυζαντινής Τέχνης, ενώ στη Ραβέννα, στο εσωτερικό των ναών, εντυπωσιάζεται από τα ψηφιδωτά, από όπου τελικά προέρχεται κι η αγάπη του για την πρόσθεση φύλλων χρυσού στα έργα του που ανήκουν στη λεγομένη «Χρυσή περίοδο».

Δυο χρόνια αργότερα, μια καινούργια ρήξη εμφανίζεται μέσα στην Απόσχιση. Τότε δημιουργείται η Ομάδα Κλιμτ, η οποία διακρίνεται πολύ γρήγορα για τις αριστουργηματικές διακοσμήσεις που αναλαμβάνει και κυρίως ο ίδιος ο Κλιμτ για τα διάφορα πορτραίτα γνωστών κυριών της υψηλή κοινωνίας της Βιέννης που κολακευμένες από τη φήμη του ως αισθησιακού και άκρως ερωτικού ζωγράφου τού αναθέτουν τις προσωπογραφίες τους, πληρώνοντας 22.000 κορώνες για κάθε μία. Μεταξύ αυτών τα πορτραίτα της Σόνια Κνιπς, της Ευγενίας Πριμαβέζι, της Φρίτζα Ρήντλε, της Μάργκαρετ Βιτγκενστάϊν, της  Αντέλ Μπολ-Μπάουερ και άλλων.

Klimt Η Αντέλ Μπλοχ-Μπάουερ ήταν σύζυγος Εβραίου βιομηχάνου ζάχαρης. Η ανιψιά της Μαρία Άλτμαν, η οποία είχε διαφύγει από τη ναζιστική κατοχή της Βιέννης, διεξήγαγε μια μεγάλη δίκη με δικηγόρο τον E. Randol Schoenberg, γιο ενός φίλου της για να ανακτήσει και πάλι τη συλλογή πέντε έργων του Κλιμτ που είχαν κλέψει οι Ναζί από την οικογένειά της, φτάνοντας μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο των Η.Π.Α.

KlimtΤελικά, το 2006 κέρδισε τη δίκη και τα έργα επέστρεψαν στη νόμιμη κάτοχό τους. Τον Ιούνιο του 2006, το πορτραίτο της Άντελ Μπλοχ-Μπάουερ πουλήθηκε σε κλειστή δημοπρασία στον Ρόναλντ Λάουντερ Αμερικανό επιχειρηματία, ιδιοκτήτη της εταιρείας Ester Launder έναντι του ποσού των 135 εκ. δολαρίων. Ήταν ο πιο ακριβός πίνακας που πουλήθηκε ποτέ σε δημοπρασία μέχρι εκείνη την εποχή.

 

Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του περιλαμβάνονται

Klimt

 

 

ο πίνακας «Το φιλί» που το  φιλοτεχνεί το 1908 και γίνεται το πιο αντιπροσωπευτικό έμβλημα των νεωτεριστών καλλιτεχνών της Ομάδας Κλιμτ,

 

 

Klimt

 

 

η «Ιουδήθ» στην οποία προσδίδει το πρόσωπο της Αντέλ Μπολ-Μπάουερ, με σύμβολα πάνω στο φόρεμα που απεικονίζουν αιγυπτιακά μάτια ή μυκηναϊκά σπειροειδή μοτίβα,

 

Klimt

 

 

οι «Παρθένες»,

 

 

Klimt

 

 

 

«Οι τρεις ηλικίες της γυναίκας»

 

 

 

Klimt

 

 

και το «Γυναίκα με βεντάλια»,και, επηρεασμένος από τα γιαπωνέζικα «ουκίγιο-ε».

 

 

 

Klimt

 

 

(Οι διάσημες ιαπωνικές εκτυπώσεις ξύλου που είναι γνωστές ως ukiyo-e, δηλαδή «εικόνες του Πλωτού Κόσμου», είχαν τις ρίζες τους στις περιοχές, Yoshiwara και  Edo, όπου υπήρχαν πολλοί οίκοι ανοχής και θέατρα kabuki και συχνά απεικονίζουν σκηνές με γκέισες, ηθοποιούς, παλαιστές σούμο και πόρνες).

 

Τα έργα «Δανάη» και «Αδάμ και Εύα», το πρώτο εμπνευσμένο από την ελληνική μυθολογία φέρνει στο μυαλό, με τη χρυσή βροχή και τη στάση του κοιμισμένου εμβρύου, με την οποία αποδίδει την ολόγυμνη γυναίκα, το σμίξιμο της με τον Δία. Από το έργο αυτό και μετά ο Κλιμτ ελαττώνει τη χρήση του διακοσμητικού χρυσού, και αρχίζει να εφαρμόζει νέες τακτικές.

Ο απροκάλυπτος ερωτισμός που αποπνέουν τα έργα του γίνεται αιτία να βγει η φήμη πως κάθε μοντέλο ήταν και μία ερωμένη. Όμως ο Κλιμτ, ενισχύοντας ηθελημένα αυτή τη φήμη, διατηρεί μια γεμάτη νόημα σιωπή, κρατώντας την προσωπική του ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, γεγονός που τον εξυπηρετεί στο να κινεί την περιέργεια του κοινού, αλλά και στο να μην έχει έντονη κοινωνική ζωή, η οποία μάλλον τον ενοχλεί. «Είμαι πεπεισμένος ότι δεν είμαι ιδιαίτερα ενδιαφέρων άνθρωπος. Δεν υπάρχει τίποτα το εξαιρετικό σε μένα… δεν έχω το χάρισμα του λόγου, προφορικού ή γραπτού και δυσκολεύομαι όταν πρέπει να μιλήσω για τον εαυτόν μου ή τη δουλειά μου… ακόμα και όταν πρέπει να γράψω ένα απλό γράμμα πανικοβάλλομαι και με πιάνει τρεμούλα… όσοι με επικρίνουν πως δεν έχω φιλοτεχνήσει την αυτοπροσωπογραφία μου, δεν πρέπει να παραπονιούνται, αφού, αν κάποιος θέλει να μάθει κάτι για μένα, μπορεί να παρατηρήσει προσεκτικά τους πίνακές μου και να ανακαλύψει ποιος είμαι και τι θέλω».  Είναι ευγενικός, εσωστρεφής αλλά και απόμακρος στη συμπεριφορά του, αρκετά αλαζονικός και συναναστρέφεται επιλεκτικά μόνο την αφρόκρεμα της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωή της Βιέννης, όπως τον Φρόυντ, τον Τσβάιχ, τον Μάλερ και τον Σαίνμπεργκ.

Τα ταξίδια δεν τον συγκινούν ιδιαιτέρα και παρόλο που επισκέφθηκε αρκετές χώρες, Ιταλία, Γαλλία, Αγγλία, Βέλγιο και είδε από κοντά έργα άλλων διάσημων συναδέλφων του, μόνο τα έργα του Βελάσκεθ που βλέπει στο Πράδο στη Μαδρίτη τον συγκινούν και με μια αλαζονική συμπεριφορά τον κατατάσσει στους ισάξιους του, αφήνοντας σε κατώτερη σειρά τους Γκωγκέν, Ματίς, Βαν Γκογκ, και κυρίως τον Τουλούζ-Λωτρέκ.

Άνθρωπος της πόλης, απεικονίζει σε 54 πίνακες, από τους 230 συνολικά που ζωγράφισε, τη φύση και αυτό μόνο μετά το 1897, όταν αρχίζει να περνά τα καλοκαίρια του  κοντά στη λίμνη Άτερζε με την οικογένεια της Έμιλυ. Το 2012, που συμπληρώθηκαν 150 χρόνια από τη  γέννηση του ιδρύθηκε στο Άτερζε το κέντρο Γκούσταβ Κλιμτ. Σ’ αυτές τις τοπιογραφίες απουσιάζει η ανθρώπινη μορφή και μοντέλα του γίνονται μόνο τα κτήρια, τα δάση με τις οξιές, οι κορμοί των δέντρων χωρίς φύλλα σε κυματοειδείς μορφές και πιο σπάνια λουλούδια, κυρίως ηλιοτρόπια με έντονα χρώματα και μια ατμόσφαιρα που υπονοεί την απομόνωση, τη σιωπή και την περισυλλογή.

Χαρακτηριστικό τους το τετράγωνο σχήμα

KlimtKlimt

και  αρκετές ομοιότητες με ψηφιδωτά.

KlimtΑξίζει να σημειωθεί πως άφησε και αρκετά σκίτσα με μολύβι και λευκή κιμωλία σε χαρτί,

άλλα ως προσχέδια πινάκων ή στάσεις σωμάτων, μια αυτοπροσωπογραφία 

Klimt

 

 

 

 

και μερικά που απεικονίζουν διάφορα πρόσωπα.

Στις 11 Ιανουαρίου του 1918, παθαίνει αποπληξία και παραλύει το μισό του σώμα και λίγες ημέρες αργότερα, στις 6 Φεβρουαρίου πεθαίνει στο Γενικό νοσοκομείου της Βιέννης από μια ξαφνική πνευμονία. Ήταν μόνο 56 ετών. Ο Δήμαρχος της Βιέννης προτείνει να αναγείρει επίσημο Μαυσωλείο προς τιμήν του, αλλά η οικογένεια του απορρίπτει την πρόταση κι έτσι ενταφιάζεται στο μικρό κοιμητήριο του Hietzing.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here