Κυριακή, 29 Νοεμβρίου, 2020
More
    Αρχική Συγγραφής Τέχνη Η φονική τονικότητα των λέξεων - Νίκος Γκίκας

    Η φονική τονικότητα των λέξεων – Νίκος Γκίκας

    -

    Η φονική τονικότητα των λέξεων – Νίκος Γκίκας

    ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΠΡΑΣΙΝΗ ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΩΝ Τεμπών, πολύ πριν εμφανιστούν ο αυτοκινητόδρομος, οι σήραγγες και οι υπερταχείες, υπήρχε ένας οικισμός κρυμμένος απ’ τον ήλιο κι από τα μάτια των ανθρώπων, το όνομα του οποίου έχει λησμονηθεί μαζί με τούτη εδώ την ιστορία. Και ίσως αυτό το έλλειμμα μνήμης παρέμενε, αν η ευγνωμοσύνη αυτών που σώθηκαν καταλάγιαζε με το χρόνο, όπως συχνά συμβαίνει στους ανθρώπους. Ο οικισμός ήταν χτισμένος πάνω σε μια αθέατη στροφή του Πηνειού, κρυμμένος κάτω από αιωνόβια πλατάνια και ίσκιους γέρων κέδρων, κι οι κάτοικοί του ζούσαν απ’ το μεγάλο μύλο που άλεθε λίγα απ’ τα δημητριακά του κάμπου της Θεσσαλίας. Δεκαοκτώ σπιτάκια στριμωγμένα γύρω από την πέτρινη κατασκευή, δεκαοκτώ φαμίλιες, και παραδίπλα ένα ακόμα, το δέκατο ένατο, εκείνο της γριάς Στερλίνας.

    Το όνομα αυτό είχε βγει από τα μασούρια με τις λίρες που είχε βρει η γριά μετά τον Εμφύλιο του ‘46. Το πραγματικό της όνομα είχε ξεχαστεί κι όσοι της μιλούσαν το έκαναν χαιρέκακα, για τα γηρατειά που υπέφερε, ή με ζήλια, για το θησαυρό που έκρυβε και για την τσιγκουνιά της. Μαζί της ζούσε ο εγγονός της, ο Βασίλης, που κι αυτός είχε τη δική του, ξεχωριστή προσφώνηση. Για όλους ήταν ο Γυφτοβασίλης και τα παιδιά, θέλοντας να αμβλύνουν λίγο αυτή την αδικία και να μαλακώσουν το θυμό του, τον φώναζαν Γυφτο-Μπιλ, κάτι που στα αθώα μυαλά τους έμοιαζε με τίτλο τιμής.

    Δεν ήταν τσιγγάνος, όμως η εμφάνισή του θα μπορούσε να πείσει οποιονδήποτε για το αντίθετο: σκούρα επιδερμίδα με χλωμές, κίτρινες σκιές στα μάγουλα, στο μέτωπο και στις παλάμες, κατάμαυρα φλογισμένα μάτια, παχιά φρύδια που οι άκρες τους κατηφόριζαν λοξά προς τους κροτάφους, και λογιών λογιών βραχιόλια και χαϊμαλιά, όλα περασμένα στους καρπούς του. Αυτά ήταν τα μόνα που είχε βρει από τη μάνα του -τρελή κι εκείνη στα μάτια των χωριανών- και τα κουβαλούσε συνεχώς πάνω του καμαρώνοντας. Ντυνόταν χαχόλικα, με το ίδιο φαρδύ, σκισμένο παντελόνι χειμώνα-καλοκαίρι και με δυο μπλούζες, τουλάχιστον δυο νούμερα μεγαλύτερες, μία για την κάψα του καλοκαιριού και μία που άντεχε-δεν άντεχε το κρύο. Περπατούσε πάντοτε ξυπόλητος, κι έκανε εξαίρεση μόνο για το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, στο οποίο πήγαινε κάθε Κυριακή φορώντας τα παπούτσια που του είχε δώσει ο ιερέας. 

    Δεν αντιδρούσε στις κοροϊδίες, δε μαρτυρούσε μυστικά κι αγνοούσε την κακία των ανθρώπων και τις αμαρτίες αυτού του κόσμου. Τον φώναζαν και «χαζό», «βλαμμένο», κι ίσως να ήταν, όμως ποτέ του δεν πείραξε κάποιον. Τραύλιζε από γεννησιμιού του κι ως τα σαράντα του το μόνο που ήξερε ήταν να απαγγέλλει το Σύμβολο της Πίστεως και να πλέκει μάσκες κάτω από έναν πλάτανο, στο πίσω μέρος του σπιτιού του. Εκεί βρισκόταν κρυμμένο όλο το νόημα της ζωής του, σε μια μικρή καλύβα, πλεγμένη κι εκείνη από καλάμια, μίσχους και περικοκλάδες, που οι φίλοι του είχαν ονομάσει «το εργαστήρι του Γυφτο-Μπιλ». Οι τοίχοι της ήταν γεμάτοι με τα εργόχειρά του, μάσκες πολεμιστών και προσωπεία αρχαίων θεών κι ηρώων, πρόσωπα ανύπαρκτα, άλλα τρομακτικά, άλλα με όψη ρωμιοσύνης, περήφανα μα και τσακισμένα απ’ τις στερήσεις κι από κάποιον ένδοξο αγώνα, όλα φτιαγμένα από υλικά που έβρισκε δίπλα ή μέσα στο ποτάμι. Την έμπνευση για τα μικρά αυτά αριστουργήματα την είχε πάρει από μια εικονογραφημένη έκδοση της Ιστορίας της Ελλάδας κι από τότε -πήγαιναν δέκα χρόνια τώρα- βάλθηκε να σκαρώνει τα πρόσωπα που υπήρχαν στις σελίδες και κοντά σ’ εκείνα πρόσθετε και φανταστικά, δικά του.

    Έπειτα γνώρισε την Αννούλα κι αποφάσισε πως εκείνη ήταν ό,τι ομορφότερο είχε δει στη ζωή του. Στο χωριό όλοι τη φώναζαν Νιά, κι από τους έξι ελεύθερους νέους τη λιγουρεύονταν οι πέντε και, κοντά σ’ αυτούς, δύο σιτεμένοι, συνομήλικοι του πατέρα της. Εκείνος γνώριζε καλά τι διαμάντι είχε γεννήσει και την προόριζε για όποιον θα έδινε τα περισσότερα. Συνήθως η προίκα ακολουθούσε τη νύφη στα χέρια του γαμπρού, όμως η ομορφιά της Νιάς υπολογιζόταν σε πολλά κιλά χρυσάφι, που θα ‘πρεπε να δώσει όποιος την έπαιρνε. 

    Ο μόνος που δεν ασχολήθηκε μαζί της, ούτε τόλμησε ποτέ να σηκώσει μάτια πάνω της, ήταν ο πιο φτωχός του χωριού, ο Λάμπρος. Κι όπως συμβαίνει πάντοτε στα παραμύθια, όπου η αγάπη θέλει δάκρυα για να ποτιστεί και να ριζώσει, η Νιά διάλεξε, απ’ όλους, να ερωτευτεί εκείνον. 

    Αυτό συνέβη στην πλεκτή καλύβα του Γυφτοβασίλη, ένα πρωί που η κοπέλα έκοβε δρόμο πίσω απ’ το χωριό, για να αποφύγει, από ντροπή, τα μάτια που την ποθούσαν, κι οι δυο φίλοι σκάρωναν χωρατά φορώντας από μια μάσκα, ο ένας του Μεγαλέξανδρου κι ο άλλος του Οδυσσέα. Η Νιά γέλασε όταν τους είδε και θαμπώθηκε απ’ την τέχνη του Γυφτοβασίλη πάνω στα καλάμια και στο ξύλο. Οι τρεις τους έγιναν αχώριστοι από τότε και το κρησφύγετό τους, που ομόφωνα ονομάστηκε «εργαστήρι», γέννησε κι έκρυψε τον έρωτα των δύο νέων.

    Ο Γυφτοβασίλης την αγαπούσε όσο κι ο φίλος του, κι ίσως ακόμα περισσότερο απ’ όσο έδειχναν τα μάτια του. Παραδεχόταν, όμως, το Λάμπρο για πιο όμορφο και χαιρόταν κάθε φορά που οι δυο νέοι πρόσφεραν δειλά τα χείλη τους ο ένας στον άλλο. Αυτός είχε πατήσει τα σαράντα, ήταν«γύφτος στα μούτρα και τραυλός, κακομούτσουνος και ζαβός», όπως έλεγε η γιαγιά του. Όλοι στο χωριό τον κορόιδευαν και τον είχαν για παρακατιανό, γι’ αυτό και στις συναναστροφές των ανθρώπων ερχόταν τελευταίος· κανείς δεν του έδινε σημασία, ούτε νοιαζόταν για εκείνον. Ακόμα κι η γιαγιά του τον έβριζε και τον κυνηγούσε με πέτρες και ξύλα και, παρά τα εβδομήντα έξι της χρόνια, μπορούσε να τον δέρνει, αφού εκείνος απλά έσκυβε ή μαζευόταν στη γωνιά, κάθε φορά που εκείνη σήκωνε τη μαγκούρα. Ήταν ο μόνος στο χωριό που δε δούλευε, κι αυτό, παρά τη δυσπλασία του μυαλού και της λαλιάς του, τον έκανε τεμπέλη και αλήτη στα μάτια όλων. Όλοι τον κορόιδευαν για τις μουτσούνες που καθόταν κι έφτιαχνε, αντί να κουβαλάει σακιά με στάρι και να κερδίζει το ψωμί του. Όταν βρισκόταν μακριά απ’ τη μαγκούρα της γριάς, ο Γυφτοβασίλης έβγαζε γλώσσα, απαντούσε στις βρισιές της, φωνάζοντάς τη «γριά-δεκάρα» και «ρεμουλιμέντο του διαβόλου» και μετά έτρεχε να κρυφτεί στο δάσος ή κλεινόταν στην καλύβα του και έβγαινε αργά τη νύχτα, όταν είχαν κοιμηθεί όλοι. Οι δυο τους τρώγονταν με το παραμικρό κι όλοι στο χωριό σκάρωναν φάρσες, πότε στον ένα πότε στον άλλο, για να τους κάνουν να τσακωθούν.

    Όταν η Νιά άρχισε να συναντιέται με το Λάμπρο στην καλύβα, χρειάστηκε να περάσουν μόνο λίγες μέρες για να το μάθει όλο το χωριό. Ο τόπος ήταν μικρός, μα πολλά τα μάτια που παραφυλούσαν και κρυφοκοίταζαν μέσα από φυλλωσιές. Απ’ το ένα στόμα προχώρησε στο άλλο και μ’ ένα χοντροκομμένο αστείο το νέο έφτασε και στα αυτιά του πατέρα της. Ο γέρος έγινε Τούρκος. Βρήκε το Λάμπρο και του ζήτησε να ξεχάσει την κόρη του και να μην ονειρεύεται ρομάντζα μαζί της, αφού την είχε τάξει σ’ έναν άρχοντα στην πόλη, που πλήρωνε χρυσάφι -διακόσιες λίρες, του είπε- για να την κάνει γυναίκα του. Ο γάμος είχε κανονιστεί να γίνει τον Οκτώβρη. Κοντά στο Λάμπρο, έμαθε τα μαντάτα κι εκείνη, που κρυφάκουγε μέσα από την καλύβα του Γυφτοβασίλη.

    Εκείνη την ημέρα η Νιά γύρισε στο σπίτι αργά τη νύχτα. Οι τρεις τους συζητούσαν για ώρες με ποιον τρόπο θα μπορούσε να ακυρωθεί ο γάμος. Είχαν μπροστά τους σχεδόν ένα μήνα και η μόνη περίπτωση να δεχτεί ο μπαρμπα-Στέλιος το Λάμπρο για γαμπρό ήταν να παρουσιαστεί εκείνος μπροστά του με περισσότερες από διακόσιες λίρες και να ζητήσει τη Νιά. Κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, όχι και ακατόρθωτο όμως. 

    Η σκέψη του Γυφτοβασίλη ήταν απλή κι αθώα, όπως τα όνειρα των παιδιών: θα ζητούσε τριακόσιες λίρες απ’ τη γριά. Ήταν ο μοναδικός κληρονόμος της και, όταν εκείνη θα πέθαινε, τα λεφτά θα του ανήκαν. Μπορούσε να ζητήσει μια μικρή μπροστάντζα και, στο κάτω κάτω, μπορούσε να τα κάνει ό,τι ήθελε, τι τώρα-τι μετά από ένα ή δύο χρόνια. Ο σκοπός του ήταν καλός. 

    Η γριά τραντάχτηκε απ’ τα γέλια όταν τον άκουσε να τραυλίζει την πρότασή του. Αφού έφτυσε κατάχαμα, για να απαλλαγεί απ’ το σάλιο που κόντευε να την πνίξει, τον στόλισε με όσες βρισιές μπορούσε να σκεφτεί, σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι της δακρυσμένη απ’ το γέλιο, τον πλησίασε και τον μούντζωσε και με τα δύο χέρια, τάζοντάς του άλλες δέκα αν της ξανάλεγε την παλαβομάρα του. Έπειτα βγήκε στην αυλή και βάλθηκε να φωνάζει:

    «Ε! Ακούτε, χωριανοί! Βγείτε κι ακούστε τι μου λέει του διαβόλου η γέννα. Βάλθηκε ο ένας γύφτος να προικίσει τον άλλο, εκείνο τον αχαΐρευτο το Λάμπρο που ξημεροβραδιάζεται με την κόρη του μπαρμπα-Στέλιου, και θέλει να δώσω εγώ τις λίρες. Όρσε άλλες δέκα, να ‘χεις!»

    Στα κατώφλια των διπλανών σπιτιών εμφανίστηκαν οι γείτονες. Άλλοι γελούσαν και γιουχάιζαν, άλλοι σιγοντάριζαν την κυρα-Στερλίνα να πει κι άλλα, κάποιοι έστελναν με τις ανοικτές παλάμες τους τις δικές τους προσφορές. Η γριά γελούσε δυνατότερα απ’ όλους, το γέλιο ανακατευόταν με την οργή της, φούσκωνε τα μαραμένα στήθια της κι έβγαινε απ’ το στόμα της σιχαμερό σαν ξερατό, μέχρι που η κακία της χτύπησε και την ίδια και την έκανε να σωπάσει. Έπιασε την καρδιά της και σωριάστηκε σ’ ένα κούτσουρο. Μέχρι να τρέξουν κοντά της δυο γειτόνισσες με νερό, γλυκάνισο και λεβάντα, κοιτούσε το Γυφτοβασίλη απορημένη, χασκογελώντας, και του έστειλε πέντε ακόμα λίρες κακοδαιμονίας, αφήνοντας ανοικτή την παλάμη της μέχρι να τη σηκώσουν. Εκείνος έσκυψε το κεφάλι και μπήκε μέσα στο σπίτι. 

    Ήταν η πρώτη φορά που το άκακο εκείνο πλάσμα δοκίμαζε τη γεύση της οργής και, όπως συνηθίζεται να λέγεται απ’ τους παλιούς καιρούς, «όπου ανοίγει πόρτα στην οργή, μαζί της μπαίνει ο Διάολος».

    Η ιδέα τού ήρθε την ίδια κιόλας ώρα και για να την ετοιμάσει ξενύχτησε από πάνω της τρεις νύχτες. Την πρώτη αυγή του Οκτώβρη ήταν έτοιμος. Πέρασε ολόκληρη τη μέρα μακριά απ’ τους ανθρώπους, κρυμμένος στο δάσος, αγκαλιά με το εργαλείο του θανάτου. Και το εργαλείο αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο από μια μάσκα, η ομορφότερη μάσκα που είχε φτιάξει ως τότε, το αριστούργημά του. 

    Γύρισε στο σπίτι όταν η νύχτα είχε προχωρήσει και το σκοτάδι βάραινε τους τοίχους των φτωχόσπιτων. Δε συνάντησε άνθρωπο, ούτε είχε φεγγάρι για να τον δει κάποιος. Ο ήχος που συντρόφευε τα βήματά του ήταν το μονότονο τραγούδι των γρύλων, που τον συνεπήρε κι άρχισε να το σφυρίζει. Στο σπίτι η γριά κοιμόταν από νωρίς. Δεν τον είχε αναζητήσει όλη μέρα, ούτε είχε νοιαστεί να μάθει αν τον είχε δει κάποιος. Τη βρήκε να ροχαλίζει στα στρωσίδια της, γυρισμένη στο δεξί πλευρό. Πλησίασε, προσπαθώντας να μην τρίξουν τα σανίδια απ’ το βάρος του, και το κατάφερε με τόση ευκολία που του ’ρθε να βάλει τις φωνές από χαρά. Το σχέδιο προχωρούσε όπως ακριβώς το είχε σκεφτεί. Τώρα απέμενε το τελευταίο μέρος, το πιο δύσκολο, αυτό όπου είχε να κάνει κάτι τόσο απλό, μα τόσο δύσκολο για εκείνον. Κάτι που ποτέ του δεν είχε καταφέρει. Φόρεσε τη μάσκα και μάζεψε στο στήθος του όση ανάσα μπορούσε. Την κράτησε για δυο στιγμές και την ελευθέρωσε αργά. Πήρε άλλη μία και την άφησε κι αυτή με έναν απαλό ψίθυρο. Στο μυαλό του επέστρεψαν τα γέλια, οι μούντζες κι οι βρισιές, το ζαρωμένο πρόσωπό της που τον κοιτούσε όλο μίσος και τον καταριόταν. Πήρε άλλη μια ανάσα, κοφτή, την άφησε, έπειτα άλλη μία, πιο βαθιά, το πρόσωπο βρισκόταν ακόμα μπροστά του και τον περιγελούσε, την άφησε κι αυτή, πήρε μια ακόμη -την πιο βαθιά που μπορούσε- και μαζί της όλο του κουράγιο που χρειαζόταν.

    «Καταραμένη, ήρθα να σε πάρω». Η φωνή ακούστηκε στακάτη, σταθερή και μπάσα, σαν μουγκρητό ανέμου. Η γριά άνοιξε τα μάτια. «Καταραμένη! Ήρθα! Ήρθα να σε πάρω!» Το ουρλιαχτό του, βαρύτερο κι απ’ τη βροντή του κεραυνού, την έκανε να τιναχτεί.

    Η ταραχή κι ο μακάβριος τρόμος, που τη βρήκαν στα τρίσβαθα του ύπνου, ήταν αρκετά για να πλήξουν την καρδιά της. Ανασηκώθηκε, γούρλωσε τα μάτια, η ανάσα της κόπηκε στη μέση και η φρικτή μορφή απ’ τον άλλο κόσμο την έπιασε απ’ τους ώμους και την ταρακούνησε επτά φορές, όσες κι οι τελευταίες της στιγμές στον κόσμο. 

    Το σχέδιο ήταν τόσο απλοϊκό κι αφελές, χαζό, θα έλεγε κανείς, κι όμως είχε πετύχει. Η γριά είχε πεθάνει απ’ το φόβο της. Η καρδιά της δεν άντεξε στη θέα του κάλπικου προσώπου του θανάτου που αντίκρισε και παραδόθηκε στα χέρια του γνήσιου θανάτου. Οι λίρες βγήκαν κάτω από το σανίδι κι έλαμψαν στο πρώτο φως μετά από χρόνια, κάτω από την τρεμάμενη φλόγα του λυχναριού. 

    Η συνέχεια της ιστορίας απαιτεί άλλες τόσες αράδες, -ίσως και περισσότερες από όσες γράφτηκαν ως εδώ- για να περιγραφτεί η βαρβαρότητα που συνοδεύει πολλές φορές το λεγόμενο «κοινό αίσθημα», μολύνοντας τις πράξεις των ανθρώπων -πράξεις όχλου-, καθοδηγώντας τις σε ακρότητες. Δεν κρίνεται αναγκαίο να αναφερθούν λεπτομέρειες, που μόνο οδύνη και τυφλή οργή θα προκαλέσουν στον αναγνώστη, γεννώντας του ένα απύθμενο μίσος για τους φιλήσυχους απόγονους αυτού του τόπου, που είχαν την ατυχία να γεννηθούν από κανιβάλους. Μέσα στα πλαίσια μιας σύντομης αφήγησης, οφείλουμε να περιοριστούμε μονάχα στη λιτή εξιστόρηση όσων ακολούθησαν το θάνατο της γριάς Στερλίνας. 

    Οι έρευνες της Χωροφυλακής και του ιατροδικαστή επιβεβαίωσαν την αιτία θανάτου. Κανείς δεν υποψιάστηκε κάτι και ο Γυφτοβασίλης πέρασε τις επόμενες μέρες κρυμμένος πίσω από ένα απλανές βλέμμα, σίγουρος πως το μυστικό του ήταν ασφαλές. Στην αρχή δεν υπήρχε λόγος να στραφεί κάποιος εναντίον του για το χαμό της γριάς, αργότερα, όμως, ήταν πολλοί εκείνοι που ενοχλήθηκαν όταν οι λίρες δε βρέθηκαν πουθενά· επειδή ήταν πολλοί εκείνοι που πέρασαν από το σπίτι, για να τον βοηθήσουν να ψάξει.  

    Λίγες μέρες αργότερα, η εξαφάνιση του Λάμπρου και της Νιάς σκόρπισε υποψίες. Και γρήγορα οι υποψίες έγιναν βεβαιότητα, όταν ο μπαρμπα-Στέλιος ξύπνησε ένα πρωί και βρήκε στην πόρτα του ένα σακούλι με τριακόσιες λίρες μέσα. Ήταν φως φανάρι πως ο βλαμμένος εγγονός είχε βρει τις λίρες της γριάς και τις είχε δώσει στο Λάμπρο. Ο πατέρας της Νιάς απειλούσε κι ορκιζόταν εκδίκηση. Ζήτησε να επικηρυχτεί ο Λάμπρος κι οδήγησε τον όχλο του χωριού στο σπίτι του Γυφτοβασίλη. Αφού τον έδεσαν χειροπόδαρα, ξεκίνησε μια άτυπη ανάκριση για τις λίρες. Οι περισσότεροι ήταν σίγουροι πως υπήρχαν κι άλλες κρυμμένες και δε σκόπευαν να φύγουν προτού τις βρουν. Οι απειλές και το ξύλο δεν έφεραν κάποιο αποτέλεσμα. Ο Γυφτοβασίλης είχε πάρει πάλι το αλλοπαρμένο εκείνο βλέμμα, τραύλιζε ξανά και μυξόκλαιγε ζαρωμένος σε μια γωνιά. Εκείνη τη μέρα, κι ως αργά τη νύχτα, πέρασε όλο το χωριό από κει. Το σπίτι κι η αυλή διαλύθηκαν μέχρι τα θεμέλια, όμως λίρες δε βρέθηκαν πουθενά. Όλοι υπολόγιζαν σ’ ένα μερίδιο από το θησαυρό της Στερλίνας και η απογοήτευση πλημμύρισε τα μυαλά όταν σηκώθηκε κι η τελευταία πέτρα δίχως να βρεθεί κάτι. Κάποιος πρότεινε να τον χτυπήσουν περισσότερο για να ομολογήσει και το ξύλο συνέχισε να πέφτει μέχρι το ξημέρωμα. Τα πιο δυνατά χτυπήματα τα έδινε ο πατέρας της Νιάς. Δεν είχε πει σε κανέναν για το μικρό θησαυρό που βρήκε στην πόρτα του και, ανάμεσα στις βρισιές και στις κατάρες, υποκρινόταν πως είχε χάσει την κόρη του επειδή τούτος ο γύφτος είχε μοιραστεί τις λίρες με το Λάμπρο κι εκείνος την είχε κλέψει. Φοβόταν πως, αν κάποιος μάθαινε την αλήθεια, ίσως να τον κατηγορούσαν για κλοπή, ακόμα και για το θάνατο της γριάς ίσως. Γι’ αυτό το λόγο, το τελειωτικό χτύπημα το έδωσε λίγο πριν ο τραυλός αρχίσει να μιλάει.

    «Μα εσύ… εσύ έχεις…»

    Ο Γυφτοβασίλης πέρασε το κατώφλι του σπιτιού του για τελευταία φορά με το ξημέρωμα, σηκωτός, μια μάζα από σάρκες και κόκαλα φορτωμένα σε ένα μεγάλο τσουβάλι. Όταν ο γερο-Στέλιος εξομολογήθηκε το κρίμα του, χρόνια αργότερα, είπε πως οι φωνές και τα κλάματά του ακούγονταν ως τα αντικρινά βουνά και πως το τελευταίο πράγμα που ζήτησε ήταν η μάσκα του. Τον έθαψαν σε κομμάτια στην αυλή, κι όταν βρέθηκε το προσωπείο στην καλύβα του, κάποιοι κατάλαβαν τι είχε γίνει. Η μάσκα που είχε στείλει στο θάνατο την προγονή του, ήταν το πρόσωπο του άντρα της, που είχε κακοπεράσει μια ζωή μαζί της, ίδιο σχεδόν με το πρόσωπο της φωτογραφίας πάνω στο τζάκι.

    Το χωριό σβήστηκε απ’ το χάρτη μέσα σε μια δεκαετία. Μέσα σε δύο χρόνια από το θάνατο του Γυφτοβασίλη, πέθαναν, από διάφορες αιτίες, όλα τα παιδιά κι οι νέοι. Η ιστορία τούτη βρέθηκε σ’ ένα χειρόγραφο της Νιάς, πολλά χρόνια αργότερα, κι έφτασε ως εδώ χάρη στο γιο της, το Βασίλη. 

    Νίκος Γκίκας

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here

    Οι άθλοι του Ηρακλή – Λεύκη Σαραντινού

    Οι «άθλοι του Ηρακλή» είναι το δεύτερο βιβλίο της σειράς Ελληνική μυθολογία και αρχαιότητα της συγγραφέως Λεύκης Σαραντινού και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γράφημα,...

    Αυτός είναι φίλος μου – Μαριάννα Κουμαριανού

    Το «Αυτός είναι φίλος μου» είναι το νέο βιβλίο της συγγραφέως Μαριάννας Κουμαριανού, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ελληνοεκδοτική με εξαιρετική εικονογράφηση της Γιώτας...

    Αγιοβασιλέματα – Μαριέττα Κόντου

    Το βιβλίο της συγγραφέως Μαριέττας Κόντου «Αγιοβασιλέματα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε εικονογράφηση Βασίλη Κουτσογιάννη. Απευθύνεται σε ηλικίες 7+. Προσωπική άποψη: Αγγελίνα Παπαθανασίου Αρχές Δεκέμβρη, τα...

    Ένα Χριστουγεννιάτικο δέντρο στο Πορτμπαγκάζ – Θοδωρής Καπετανάκης

    Το βιβλίο «Ένα Χριστουγεννιάτικο δέντρο στο Πορτμπαγκάζ» του συγγραφέα Θοδωρή Καπετανάκη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη και απευθύνεται σε εφηβικό, νεανικό και ενήλικο κοινό. Προσωπική...

    62 – Πόσο καλά γνωρίζεις την ελληνική γλώσσα;

    62 - Πόσο καλά γνωρίζεις την ελληνική γλώσσα; Υπάρχουν λέξεις που τις συναντάμε σε βιβλία που διαβάζουμε. Γνωρίζουμε όμως τη σημασία τους; Πόσες σωστές απαντήσεις...

    Η θλίψη που φωλιάζει μέσα μου – Μαρία Αλεξοπούλου

    Η θλίψη που φωλιάζει μέσα μου είναι ένα βαθιά συναισθηματικό βιβλίο. Είκοσι σπονδυλωτά διηγήματα-ύμνοι στην αδερφική αγάπη, στην οικογενειακή γαλήνη, στη φιλία και στην...

    Καλά Χριστούγεννα, κύριε Ντίκενς! (απόσπασμα) – Ελένη Κατσαμά

    Καλά Χριστούγεννα, κύριε Ντίκενς! (απόσπασμα) - Ελένη Κατσαμά Γνωρίζουμε τα παιδικά χρόνια του μεγάλου συγγραφέα Τσαρλς Ντίκενς, τον χαρακτήρα και τις συνήθειές του, τα γεγονότα...

    Οι Σκιές (απόσπασμα) – Alex North

    Οι Σκιές (απόσπασμα) - Alex North Πολ, Τζέιμς, Τσάρλι. Τρεις φίλοι. Ο ένας θύτης, ο άλλος θύμα, ο τρίτος έμεινε πίσω να μαζέψει τα κομμάτια...Πριν...