Κυριακή, Δεκέμβριος 8, 2019
More
    Αρχική Άρθρα Συνεργατών Η γλώσσα ως τέχνη και ως τεχνική

    Η γλώσσα ως τέχνη και ως τεχνική

    -

    Η γλώσσα ως τέχνη και ως τεχνική

    Γράφει ο Αντώνης Χαριστός

    Το εν λόγω άρθρο λειτουργεί εποικοδομητικά σε διπλό επίπεδο. Από τη μία πλευρά συνεχίζει επεξηγηματικά την προοπτική δόμησης των συνθετικών στοιχείων της «κονστρουκτιβιστικής πεζογραφίας».

    Από την άλλη πλευρά επιχειρεί να καταγράψει απαντήσεις στο ερώτημα «γιατί δομημένος υπερρεαλισμός». Στο διπλό αυτό επίπεδο, η ανάπτυξη του θέματος συμπλέκεται δημιουργικά στις ποιητικές και πεζογραφικές ανάγκες, όπως οι τελευταίες ανακύπτουν από τις απαραίτητες συστάσεις στα συγκεκριμένα λογοτεχνικά εγχειρήματα της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Θεσσαλονίκης. Επομένως, η αναζήτηση του κατάλληλου πεδίου αναφοράς για την ιδιαιτερότητα στη χρήση των γλωσσικών σχημάτων οφείλει να αποκαλυφθεί στην κοινή αφετηρία της έκφρασης και όχι στη φόρμα εφαρμογής αυτής. Με άλλα λόγια, η γλώσσα υποτάσσεται στις στοχεύσεις του δημιουργού (ποιητή/πεζογράφου) άνευ μορφολογικών, υφολογικών και αισθητικών προδιαγραφών στις οποίες ανταποκρίνεται το εκάστοτε είδος λόγου.

     Αντιλαμβανόμαστε τη γλώσσα ως εργαλείο μεταφοράς ιδεών, επιθυμιών, αντιλήψεων, βαθύτερων αναγκών. Μα, περισσότερο την υιοθετούμε στην καλλιτεχνική δημιουργία ως την στρατευμένη αλήθεια την οποία κατασκευάζει ο συγγραφέας/ποιητής στις προϋποθέσεις τις οποίες καλείται να υπηρετήσει. Πρόκειται, για τον ρόλο τον οποίο εκ των προτέρων του αναγνωρίζουμε (και στον οποίο η αυτογνωσία μετατρέπεται σε πνευματικό όπλο ευθύνης), έναν ρόλο καθοδηγητή και αναμορφωτή της πνευματικής αποξένωσης στην οποία οδηγείται η ατομικότητα, όντας ενταγμένη στα τεχνολογικά υποκατάστατα του λόγου. Στην τεχνολογική εξέλιξη η χρήση της γλώσσας τείνει να μετατραπεί σε απλό εξάρτημα της τεχνολογικής αφομοίωσης, με τον χρήση αυτής να λειτουργεί ως προέκταση της υλικοτεχνικής υποδομής των νέων καιρών, σε ολοκληρωτική απομόνωση με τις απύθμενες δυνατότητες του πνευματικού και συναισθηματικού του κόσμου ο οποίος οδηγείται σε εθελούσια νέκρωση. Σε αυτή την εξέλιξη, τόσο ο «δομημένος υπερρεαλισμός» όσο και η «κονστρουκτιβιστική πεζογραφία», επεξεργάζονται τη δίοδο επαναφοράς των πνευματικών προτεραιοτήτων στην προθήκη της έκφρασης. Τα γλωσσικά σχήματα μετέρχονται ρόλο καθοριστικής συμβίωσης με τα διακριτά στοιχεία της εξωτερικής πραγματικότητας χωρίς ωστόσο να υπονομεύουν την πρωτοκαθεδρία της έκφρασης ως αποκλειστικό μέσο πνευματικής ελευθερίας και δημιουργίας.

    Στην περίπτωση των δύο επιπέδων, η οποία μας απασχολεί, το γλωσσικό σχήμα αρχικά μεταφράζεται ως προσχέδιο τέχνης. Είναι η συμβολή στην μορφοποίηση μίας προμελετημένης διεργασίας η οποία ωστόσο δεν καταλήγει στην απλή αποτύπωση της σκέψης αλλά στην κατασκευή μίας νέας πραγματικότητας. Στο πρώτο στάδιο δημιουργίας, ο καλλιτέχνης μεταπλάθει την πρόσληψη της πραγματικότητας στα όρια της υποκειμενικής της ερμηνείας ως τον απαραίτητο μοχλό παρέμβασης του στα δρώμενα. Καταστάσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται σε πρωτόλεια μορφή (ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κοινή θεματική ανακινείται προς νέα διεύρυνση των ήδη υπαρχουσών δεδομένων). Στην αναγκαία αυτή επεξεργασία ο δημιουργός αναμετράται με την υφιστάμενη στάθμη επιρροών και επιδράσεων. Δεν είναι αυθεντικός καλλιτέχνης παρά μόνο ως εκκολαπτόμενος παραχαράκτης της ιστορικής μνήμης (μνήμης είτε στιγμιαίας απόφανσης είτε μακροχρόνιας πνοής). Η έννοια της παραχάραξης δεν μετέρχεται τους λεξικογραφικούς της ορισμούς παρά ως εργαλείο αναδόμησης της θέσης του δημιουργού στο κοινωνικό όλον ως ενιαία αντίληψη της ταυτότητας των αναφορών του. Επομένως, θεωρούμε μοναδικής ευκαιρίας για τον εργάτη των γραμμάτων την αναζήτηση των κατάλληλων εκείνων χρονικών και χωρικών πεπραγμένων μέσα από τα οποία θα εντοπίσει τη δική του αυτοτελή θέση παρέμβασης στο δημόσιο λόγο. Δεν ομιλούμε για οποιαδήποτε μορφή παρελθοντολογίας αλλά για την τολμηρή ενασχόληση με την χρονική απόσταση καταγραφής των συμβάντων μέσα από τα οποία οικοδομείται το οικείο πρόσωπο της ταυτότητας, μέρος της οποίας, συνειδητά ή ασυνείδητα, ο καλλιτέχνης ενστερνίζεται και στην οποία ανήκει. Είναι ο φορέας μέσω του οποίου διαμορφώνεται ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ο καλλιτέχνης μετουσιώνεται σε ρόλο, όχι αποκλειστικού γνώστη των πραγμάτων. Αντίθετα, μέσα από την ελλειπτική επαφή με τις πηγές αποτύπωσης μίας αλλοτινής πραγματικότητας οφείλει να αναμετρηθεί με τις ιδιοσυγκρασιακές καταστάσεις τις οποίες κληρονομεί και οι οποίες καθορίζουν, ως ένα βαθμό, τη θέση του στο κοινωνικό σύνολο. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας/ποιητής ως πλάστης της νέας πραγματικότητας οδηγείται στην οριστική ρήξη με οτιδήποτε στο παρελθόν, μεταφερόμενο στο παρόν, μετατρέπεται σε Δαμόκλειος σπάθη την ίδια στιγμή κατά την οποία ενεργοποιείται στην διατήρηση των δεσμών με τα συνθετικά εκείνα στοιχεία στα οποία θεμελιώνεται η νέα έκφραση. Υπεισέρχεται, επομένως, ο κανόνας της συνέχειας ως κοινωνικής ταυτότητας επιτρέποντας και επιβάλλοντας την επαφή και την ανταλλαγή χαρακτηριστικών με έτερες κοινωνικές ταυτότητες, ορίζοντας πλέον ο ίδιος τι είναι εκείνο το στοιχείο το οποίο θα ενσωματώσει στην πρακτική του έκφραση και τι θα απορρίψει.

    Ο δημιουργός διαδραματίζει ρόλο καθοδηγητή στα αχαρτογράφητα νερά της νεοτερικότητας, η οποία, εξαιτίας ακριβώς την αποδόμησης των αφηγήσεων του παρελθόντος εν συνόλω, συμβολοποιεί το επιφανειακά μαζικά αποδεκτό. Η γνώση του παρελθόντος δεν επέρχεται σε θέση οδηγού αλλά σε γνώμονα στοχεύσεων. Θέση οδηγού στο παρόν του δημιουργού αποκτά η γλώσσα, η οποία μεταμορφώνεται σε τέχνη στο επίπεδο κατά το οποίο ο χειρισμός της υποσκελίζει οριστικά την επιφάνεια των πραγμάτων και των διαδραματιζομένων εν κενό χρόνο, ενισχύοντας την θεματική του επεξεργασία με περιεχόμενα παιδευτικά της ηθικής του αναγνώστη. Δεν αφορά μονάχα τη νοηματική απόδοση μίας νέας πραγματικότητας, με τις συνακόλουθες συνδηλώσεις της αφετηριακής αποδοχής των έργων. Εξάλλου, η νέα πραγματικότητα, κατασκευάζεται σε πρώτο πλάνο στα γλωσσικά σχήματα της πρόωρης διασκευής των όσων έλαβαν χώρα σε πρότερο χρονικό και χωρικό επίπεδο. Μία διαδικασία η οποία επενεργεί ως απόλυτος βαθμός συμπύκνωσης της ταυτότητας, δίχως ωστόσο να επικρατεί στη συλλογική μνήμη ως τετελεσμένο γεγονός. Επομένως, η πλοκή της θεματικής, όπως αυτή αναπτυχθεί στο τελικό σχέδιο της προεργασίας με τις νοηματικές αναφορές και την προώθηση εικόνων και επιθυμιών, μεταβάλλεται ως ακροτελεύτια συστοιχία πνευματικών δονήσεων, έχοντας προηγηθεί η οικοδόμηση του εκάστοτε θέματος στοχευμένης παρέμβασης μέσα από την αναγνώριση του ρόλου-καθοδηγητή τον οποίο αναλαμβάνει ο στρατευμένος συγγραφέας/ποιητής. Είναι η διπλή κατεύθυνση την οποία καλείται να υπηρετήσει ο τελευταίος, όχι ως εκφραστής της μίας και μοναδικής αλήθειας, αλλά την αλήθειας των πραγμάτων η αναπροσαρμογή της οποίας στα δεδομένα του παρόντος επιτρέπει στον καλλιτέχνη να διατηρήσει τον κυριαρχικό του χαρακτήρα στη χάραξη των συντεταγμένων της νέας εποχής.

    Σε αυτό το πλαίσιο, τόσο ο «δομημένος υπερρεαλισμός» όσο και η «κονστρουκτιβιστική πεζογραφία» επιτρέπουν στα εσωτερικά περιθώρια της εκάστοτε θεματικής να αναπτύξει την κατάλληλη δυναμική συνδυασμού, χρονικής-χωρικής ιστορικής μνήμης καθώς και παροντικής διαλεκτικής αναγνώρισης της χρησιμότητας των νοηματικών δεσμών, η κατεύθυνση των οποίων θα ταχθεί αποφασιστικά υπέρ των νοηματικών τους στοχεύσεων. Ειδικότερα, στον «δομημένο υπερρεαλισμό» μέσα από την αυτονόμηση των εικόνων και τη συνακόλουθη υποταγή της γλώσσας στη μορφική αποτύπωση των βαθύτερων επιθυμιών, η προεργασία στη νοηματική απόδοση των θεματικών απελευθερώνεται σε βαθμό απόλυτο. Η παντελής έλλειψη ρημάτων μετατοπίζει το ζήτημα της ενέργειας στην στατικότητα των εικόνων. Το υποκείμενο της δράσης αφομοιώνεται ολοκληρωτικά στην σταθμευμένη εικόνα του δημιουργού, στην απομόνωση της. Η εικόνα αναπτύσσει ιδιότητες τις οποίες η επιφάνεια των πραγμάτων δεν της απέδιδε παρά μόνο σε επίπεδο «γέφυρας» μέσα από την καθημερινή της χρήση, στην φθορά και την αλλοτρίωση που τη συνοδεύουν. Στο ίδιο μήκος κύματος η αξιοποίηση της γλώσσας στην τέχνη του πεζού λόγου. Συγκεκριμένα, στην «κονστρουκτιβιστική πεζογραφία», με τις παράλληλες ταυτίσεις του δρώντος υποκειμένου, τόσο στον παντογνώστη αφηγητή όσο και στην εσωτερικευμένη αφήγηση συναισθηματικής πρόσληψης της εξέλιξης των γεγονότων, τα γλωσσικά σχήματα υποκαθιστούν εξολοκλήρου την αποστολή τους ως μορφικές αποτυπώσεις και, ανεξαρτητοποιώντας την εκάστοτε λέξη από την χωροχρονική ακολουθία της πλοκής, αποθεώνουν τη στιγμιαία καταγραφή μίας πράξης η οποία στο ιστορικό της παρελθόν δεν μονοπώλησε το ενδιαφέρον της στα αθέατα πεδία της δράσης παρά μόνο στις κορυφώσεις αυτής. Τα γλωσσικά σχήματα μετέρχονται ρόλο προ-κατασκευαστή στην φαντασιακή μορφοποίησης της πρώτιστης μορφής εικονικής αναπαράστασης ενός γεγονότος.

    Επομένως, με δεδομένη την αξιοποίηση της γλώσσας ως εργαλείου μηχανοποιημένης αντικατάστασης της απόστασης η οποία κυριαρχεί στην εκάστοτε θεματική του δημιουργού (ακόμη και όταν ομιλούμε για την μυθιστορηματική εργασία, η μυθοπλαστική τεχνική δεν αποκλείει αλλά αντιθέτως επιβάλλει την ρεαλιστική αποτίμηση καταστάσεων και προσώπων, όπως προσλαμβάνονται από τον συγγραφέα και στη συνέχεια μεταποιούνται σε νέα φόρμα στοχεύσεων) ορίζουμε εκ νέου τη δυναμική κα ενεργητική αποτύπωση της γλωσσικής έκφρασης ως γνώμονα ποιοτικής εμβάθυνσης στην καταγραφή εξωτερικών και εσωτερικών πτυχών τα οποία άπτονται τόσο των καταστάσεων οι οποίες λαμβάνουν χώρα στον πραγματικό κόσμο (ακόμη και ως ιστορική μνήμη ή πηγή αυτής) όσο και στον εσωτερικό αθέατο κόσμο της άδολης ελευθερίας επιθυμιών οι οποίες ματαιώνονται μεν στην κοινωνική δόμηση των ταυτοτήτων, κανόνων και ρόλων, προλαβαίνουν δε να αναγνωριστούν στην ουσιαστική τους υφή κατά τη διάρκεια της αποδοχής ως γνώμονα αυθεντικότητας σκέψεων και συναισθημάτων.

    Συμπερασματικά λοιπόν, η γλώσσα ως τέχνη τόσο στον «δομημένο υπερρεαλισμό» όσο και στην «κονστρουκτιβιστική πεζογραφία» δεν διαφοροποιείται από τη στρατευμένη συμμετοχή του δημιουργού στον δημόσιο λόγο. Υποτάσσεται ολοκληρωτικά στις στοχεύσεις και τις καθοδηγητικές επιταγές του ρόλου του ως κατασκευαστή μίας νέας πραγματικότητας, ορίζοντας το περιεχόμενο αυτής σε αντιδιαστολή με την καταπιεστική πραγματικότητα η οποία διαρκώς υποβάλλει τις επιθυμίες σε καταστολή. Αυτού του τύπου η πνευματική νέκρωση ωστόσο δεν οδηγεί σε πλήρη ρήξη με τα σχήματα της εξωτερικής πραγματικότητας. Αντίθετα, η υπονόμευση της κυρίαρχης αφήγησης στο παρόν του καλλιτέχνη επέρχεται ως αποτέλεσμα της αναζήτησης στα ιστορικά και παραδοσιακά συμφραζόμενα τα κατάλληλα πεδία, σημεία, στιγμές τα οποία λειτουργούν ως γέφυρες «απαντήσεων» στα συμβάντα του σήμερα μέσα από τα οποία ο συγγραφέας/ποιητής οφείλει να προωθήσει και να προβάλλει εναλλακτικούς τρόπους θέασης των περιορισμών μετατρέποντας τα δεδομένα αυτών σε σημαίες ελεύθερης ανασκευής μίας συγκεκριμένης κατάστασης πραγμάτων. Με άλλα λόγια, η σύνδεση παρελθόντος-παρόντος-μέλλοντος επενεργεί στη στρατευμένη θέση του δημιουργού ως αναμορφωτή των διεξόδων στις οποίες καλείται να ανταποκριθεί το εγκλωβισμένο δρων υποκείμενο (αναγνώστης) κληρονομώντας ένα νέο πνευματικό όραμα στην υπαρξιακή αναζήτηση, υπερβαίνοντας την υλιστική πρόσληψη της ιστορίας.

    Στο ζήτημα, τώρα, της γλώσσας ως τεχνικής. Εάν ως τεχνική ορίσουμε τα φιλολογικά χαρακτηριστικά και τις κατηγορίες (αφηγητή, οπτικής γωνίας κτλ) θα μεταβάλλουμε τα εγχειρήματα στη διελκυστίνδα των αντιθετικών όρων δίχως προοπτική. Αντιθέτως, επικαλούμαστε τον όρο τεχνική με επίκεντρο τη γλώσσα προκειμένου να μεταδώσουμε το ποιοτικό άλμα της πρωτοβάθμιας επεξεργασίας, η οποία εστιάζεται στην γλώσσα ως τέχνη. Τα συνθετικά εκείνα στοιχεία τα οποία διαφοροποιούν την γλώσσα ως τέχνη από τη γλώσσα ως τεχνική εντοπίζονται σε δύο αλληλένδετες συστοιχίες κατασκευών. Η πρώτη αφορά την κατεύθυνση κατά την οποία η γραφή του συγγραφέα/ποιητή ορίζει την πραγματικότητα. Είναι η αποστασιοποίηση του δημιουργού από τα τεκταινόμενα του έργου, όχι στη βάση της αφηγηματικής οπτικής αλλά σε αυτή του υποκειμενικού καθορισμού των όρων δόμησης της σε νέα τύπου πραγματικότητα (η ποιοτική αντίθεση με την πραγματικότητα της αντικειμενικής οπτικής στηρίζεται στη δύναμη των εικόνων και όχι των περιγραφών). Αυτού του είδους η εξέλιξη δεν επιτρέπει την ωραιοποίηση των δεδομένων. Αντίθετα, αναγορεύει το ρεαλιστικό στην εκάστοτε αυτονομημένη εικόνα ως πρόταγμα υποβαλλόμενο στην ανατομία της συνθετικής αντίληψης περί νέας πραγματικότητας.

    Επομένως, η γλώσσα ως τεχνική αποδέχεται, εκ των πραγμάτων, την αυθεντικότητα της αποστολής του εξ επαγγέλματος λογοτέχνη, αναγορεύοντας τις θεματικές επιλογές του τελευταίου σε πολυδιάστατη λεπτομέρεια της ίδιας αυτής αντικειμενικότητας (τα ενδότερα της οποίας αποκαλύπτονται κατά τρόπο εκκωφαντικό καθώς η στιγμιαία αναφώνηση της πλοκής οφείλει να διαμορφώσει τις προεκτάσεις αυτής και μετά το πέρας του έργου). Στο δεύτερο επίπεδο, η γλώσσα ως τεχνική κατασκευάζει τους χαρακτήρες και την πλοκή στο στάδιο της επεξεργασίας πλέον, όχι των κατάλληλων επιλογών στην εκάστοτε θέση προκειμένου να διεκπεραιωθεί η γραφή του έργου. Αντίθετα, η γλώσσα ως τεχνική ταυτίζει τη στοχευμένη χρήση των δεδομένων με τις θέσεις στις οποίες υπάγεται η εξέλιξη της δράσης, θέσεις μετακινούμενες από την άρνηση στη νέα προοπτική ανατροπής αυτής ώστε το τελικό αποτέλεσμα να κινητοποιεί την κριτική αμφισβήτηση του αναγνώστη πιέζοντας τις πνευματικές του ατραπούς σε διαδρομές νέου τύπου έκφρασης την εν λόγω αμφισβήτησης. Με άλλα λόγια, η γλώσσα ως τεχνική, μεταφέροντας γενεές επί γενεών εξελίξεις, διαφοροποιήσεις και παραλλαγές, την συνολική και συλλογική πορεία στο χρόνο μετατρέπεται σε όχημα σύνθεσης του παρόντος χώρου με τις επεξεργασμένες δράσεις, οι οποίες στην κατάλληλη προσαρμογή εντός του έργου επιχειρούν από τη μία πλευρά να αναθεωρήσουν οπτικές και αντιλήψεις και από την άλλη πλευρά να οικοδομήσουν τη νέα έκφραση παρόμοιων ή αντίστοιχων καταστάσεων με δυναμική ενέργεια.

    Στην τεχνική της γλώσσας απευθύνεται το αίτημα κατασκευής μίας νέας λογοτεχνικής παράδοσης η οποία θα εδράζεται στον αντίστοιχο μύθο. Ο τελευταίος επιβάλλεται να διαδραματίσει ρόλο ριζοσπαστικό στην διάψευση των εξωτερικών περιορισμών, τόσο της «κριτικής» όσο και της φιλολογικής παρέμβασης, οι οποίες κατακερματίζουν την επιθυμία εν συνόλω απομυζώντας τα αποστάγματα ενέργειας και δυναμικής μεταβολής στο όφελος της επιφανειακής ανάγνωσης των πραγμάτων. Ο μύθος, προωθεί τα αξιακά προτάγματα νέας αισθητικής και ηθικής αντίληψης καλλιεργώντας παράλληλα τον ρόλο του αναγνώστη όχι ως παθητικού δέκτη μηνυμάτων αλλά ως απαραίτητο μοχλό δράσης και αλληλεπίδρασης με την καθημερινότητα του κοινωνικού γίγνεσθαι στο οποίο μετέχει. Είναι η θετική έκβαση της βιωματικής εμπειρίας, η οποία μεταπλάθεται σε στιγμές ως εργαλειακή χρήση των δεδομένων αυτής. Σε συνδυασμό με την χωροχρονική αποδέσμευση των βαθύτερων αναγκών της ανθρώπινης ύπαρξης, διαχρονικά στα αιτήματα για ελευθερία και δικαιοσύνη, καθίσταται συνδετικός κρίκος με τον έτερο πνευματικό αρωγό του όλου εγχειρήματος, τον διάλογο.

    Με την έννοια του διαλόγου δεν εισερχόμαστε στην αναλυτική εκείνη περιγραφή της αντιθετικής όψης των πραγμάτων στην εξέλιξη τους αλλά στην ενδεχομενική ταύτιση του δρώντος υποκειμένου (βλ. ποιητής/συγγραφέας/καλλιτέχνης) με το σκοπό της ίδιας αυτής δράσης. Επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση η χρήση της γλώσσας οφείλει να αποθεώσει την προσωπική θέαση και υποκειμενική ερμηνεία των πραγμάτων, όχι προς όφελος δικαίωσης της ιστορικής μνήμης και της παραδοσιακής αρχής ισορροπίας στην πορεία του χρόνου και την συνακόλουθη μεταβολή των συνθημάτων, αλλά αυτής της ίδιας της συγγραφικής δραστηριότητας ως αυτοσκοπό στην επίτευξη των καθοδηγητικών στόχων τα οποία επιβάλλει ο ρόλος των εξ επαγγέλματος λογοτεχνών. Ο τελευταίος αναγνωρίζεται πλέον ως αποκλειστικά υπεύθυνος των κατευθύνσεων τις οποίες θα λάβει η συλλογική θεματική επεξεργασία προς τέρψη των κοινωνικών ταυτοτήτων-σκοπών οι οποίες θέτονται στη βάση των προσαρμοσμένων αναγκών.

    Επομένως, στο σύμπλεγμα αυτών ακριβώς των πολυεδρικών ετεροτοπιών η γλώσσα ως τέχνη και ως τεχνική μετατοπίζει το συλλογικό ασυνείδητο σε υποκειμενικό-εγώ-συνειδητό στην κατασκευή της νέας πραγματικότητας, δίχως αφορισμούς και ρηξικέλευθες αρνήσεις του παρελθόντος αλλά με την συνθετική οπτική της νέας αναγκαιότητας, η οποία εδράζεται στις κατευθύνσεις τις οποίες ορίζουν οι εξ επαγγέλματος λογοτέχνες στη βάση της πολύπλευρης πραγματικότητας και των συνεπακόλουθων ορισμών της ταυτότητας των.                                 

    Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών
    Είμαστε μια ομάδα ανθρώπων που αγαπάμε τις λέξεις σε όποια τους μορφή κι αν τυπώνονται: άρθρα, ειδήσεις, λογοτεχνία, ποίηση και δραστηριοποιείται στο διαδίκτυο. Σας ενημερώνουμε για δραστηριότητες παλιές και καινούριες. Ελάτε μαζί μας να παίξουμε με τα λόγια που γράφονται!

    Απάντηση