Κυριακή, 22 Αυγούστου, 2021
More
    ΑρχικήΣυγγραφής ΤέχνηΗ κλάρα της Μπάτζαινας - Νίκος Γκίκας

    Η κλάρα της Μπάτζαινας – Νίκος Γκίκας

    -

    Η κλάρα της Μπάτζαινας – Νίκος Γκίκας

    (Έχοντας κατά νου τον ισχυρισμό κάποιων,

    πως η ιστορία αυτή είναι αληθινή,

    είμαι υποχρεωμένος να αλλάξω τα ονόματα

    και να ανακατέψω την αλήθεια με τη φαντασία)

    Η κλοπή των λειψάνων του Αγίου Αθανασίου έγινε αντιληπτή λίγο πριν ο Δημητρός, ο πρωτότοκος των Μπατζαίων, τοποθετήσει το κουτί στη μυστική κρύπτη που είχε ετοιμάσει η μάνα του στο κατώγι του σπιτιού.

    Οι μοναχοί του μοναστηριού χτύπησαν την καμπάνα, όμως κανείς δεν έδωσε σημασία γιατί κανείς δεν την άκουσε. Η ώρα ήταν περασμένη και κανείς δεν περνούσε νύχτα από τα μέρη του μοναστηριού. Οι κωδωνοκρουσίες είχαν συμβολικό χαρακτήρα, -πιθανόν και ικετευτικό- σαν να ήθελαν να ξυπνήσουν τον Άγιο και να αναλάβει εκείνος να βρει και να τιμωρήσει τον κλέφτη.

    Ο δρόμος από το μοναστήρι οδηγούσε στον μεγάλο κάμπο κι από κει στα χωριά της Κατσάνας, πρώτα όμως περνούσε από ένα μικρό χωριό -πενήντα ψυχές όλες κι όλες. Οι κάτοικοί του ήταν γεωργοί και ζούσαν από τις φτωχικές σοδειές που έδινε ο τόπος, μια κακοτράχαλη πλαγιά στη δυτική πλευρά ενός βουνού. Ήταν, μάλιστα, τόσο σκληραγωγημένοι, που θεωρούσαν ντροπή κι ένδειξη αδυναμίας να σκάψουν αφράτο χώμα. Γι’ αυτό και το βιός τους περιοριζόταν στα καταράχια και στα ρέματα, και στις στενές πεζούλες που αυλάκωναν τον τόπο. Πλούτος τους ήταν το νερό, που έτρεχε άφθονο από δύο κεφαλόβρυσα μέσα στο χωριό, κι έφτανε να ποτιστεί ολόκληρος ο κάμπος από κάτω.

    Από τις εννέα οικογένειες που ζούσαν στο χωριό οι επτά γνωρίζονταν και κρατούσαν σχέσεις με τα διπλανά χωριά. Οι άλλες δύο δεν είχαν πάρε-δώσε με ανθρώπους. Είχαν πιάσει η καθεμιά από μια άκρη του χωριού, ο γερο-Λίγκος με τη γυναίκα του τριακόσια βήματα από το τελευταίο σπίτι και οι Μπατζαίοι -πατέρας, μάνα κι οι τέσσερίς τους γιοι- στην άλλη άκρη, δίπλα στο σπίτι του αγροφύλακα. Αυτοί ήταν αποκομμένοι απ’ όλους, δεν άνοιγαν ποτέ κουβέντα και τις περισσότερες φορές αποκρίνονταν μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού, όταν η ερώτηση απαιτούσε ένα “ναι” ή ένα “όχι”.

    Η γριά Μπάτζαινα αντάλλασσε μερικές κουβέντες στη βρύση με τις άλλες γυναίκες, περισσότερο από περιέργεια, για να μαθαίνει τα κουτσομπολιά. Ο άντρας της, ο Βλάσης, έβγαινε από το σπίτι μονάχα όταν χτυπούσε η καμπάνα της εκκλησίας, σημάδι πως κάτι σπουδαίο υπήρχε να ειπωθεί. Τότε μαζεύονταν οι άντρες του χωριού στο προαύλιο κι ο απεσταλμένος κάποιου κοτζαμπάση, ή προεστού έβγαζε το φιρμάνι, έναν νέο φόρο ή μια διαταγή -συνήθως χειρότερη από εκείνη που αναιρούσε.

    Ο γερο-Μπάτζιος δεν μιλούσε ποτέ κι όταν το φιρμάνι τελείωνε έχωνε το τσιμπούκι ανάμεσα στα χείλη κι έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι, έναν στενό κατήφορο ούτε πενήντα δρασκελιές.

    Οι Μπατζαίοι είχαν τη φήμη των τεμπέληδων, όχι άδικα. Γιοι και πατέρας περνούσαν τον καιρό τους μέσα ή γύρω από το σπίτι, καπνίζοντας τον καπνό που είχαν κλέψει από τον κάμπο, αμίλητοι, σχεδιάζοντας με τον νου κάποιο μεγάλη πράξη, -που αργούσε να ‘ρθει- ή την επόμενη κλεψιά: ζαρζαβατικά, φρούτα, καμιά κότα κι ό,τι άλλο μπορούσαν να κουβαλήσουν νύχτα με τα πόδια, δύο ή τρεις ώρες δρόμο το πολύ. Είχαν μπόλικη γη στο βουνό, στρέμματα που τούς άφησε ο παππούς του γερο-Βλάση, όμως ποτέ δεν ενδιαφέρθηκαν να την καλλιεργήσουν. Με το νοίκι που έπαιρναν, μοιράζοντάς τη σε κομμάτια στους άλλους χωριανούς, θαρρούσαν πως “έπαιρναν απ’ αυτήν το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος”.

    Τούτα τα λόγια τα ξεστόμισε πρώτος ο γερο-Μπάτζιος πάνω σ’ ένα μεθύσι, κι από τότε έγιναν νόμος στα χείλη των υπολοίπων. Οι Μπατζαίοι δεν δέχονταν λέξη για δουλειά και κάθε φορά που κάποιος τούς προκαλούσε γι’ αυτό το θέμα τού γύριζαν την πλάτη και ψιθύριζαν τα λόγια του Βλάση καθώς απομακρύνονταν.

    Ήταν μισάνθρωποι κι ένιωθαν μόνιμα αδικημένοι, αφού ζούσαν πιο φτωχικά απ’ όλους, παρά την εξαιρετική επιλογή, όπως πίστευαν, να νοικιάζουν τόσα στρέμματα για λίγα γρόσια. Αυτή η έμμονη γέννησε, με τα χρόνια, ζήλια για τους χωριανούς τους.

    Στην απέναντι πλευρά του χωριού, ο γερο-Λίγκος κι η γυναίκα του, φτωχοί από βιός κι από παιδιά, πάλευαν πάνω σε λίγα μέτρα γης και κατόρθωναν να ζουν καλύτερα απ’ τους Μπατζαίους. Στο λεβέτι τους έμπαινε κρέας μια-δυο φορές το χρόνο, μα ήταν αγορασμένο. Όλοι στο χωριό τούς παραδέχονταν για την τιμιότητα και το φιλότιμο. Γι’ αυτό και οι Μπατζαίοι τούς μισούσαν περισσότερο απ’ όλους.

    ***

    Η κλοπή των οστών του Αϊ Θανάση συνέπεσε με το “έθιμο της βλογιάς”. Κάθε χρόνο οι μοναχοί του μοναστηριού διάλεγαν μια οικογένεια από κάθε χωριό κι ευλογούσαν τα μέλη και το βιός της ραίνοντας τα κεφάλια και τη γη με το νερό του Αγίου, ένα διάφανο υγρό που μοσχοβολούσε και κάλυπτε τα οστά ίσαμε πάνω, μέσα στο κουτί τους.

    Στο χωριό των Μπατζαίων είχε γίνει, εδώ κι επτά χρόνια, η εξής συμφωνία: επειδή οι κάτοικοί του έσωσαν κάποτε το μοναστήρι από φωτιά, η ευλογία θα πήγαινε από σπίτι σε σπίτι, ένα κάθε χρόνο, ξεκινώντας από το πιο πλούσιο και προκομμένο και κατεβαίνοντας τη λίστα μέχρι να ευλογηθούν όλοι. Φέτος είχαν απομείνει τα σπίτια των πιο φτωχών, του Μπάτζιου και του Λίγκου. Σίγουρος πως το επόμενο σπίτι στη λίστα θα ήταν το δικό του, ο Μπάτζιος διέταξε τη γυναίκα του να καθαρίσει απ’ άκρη σ’ άκρη το αχούρι και να ασπρίσει την αυλή. Έπειτα κατέβηκε στο καφενείο για να ακούσει το όνομά του από τα χείλη του προεστού.

    Προεστός του χωριού ήταν ένας άξεστος γέρος, που όλοι φώναζαν “Μουτζούρη”, αφού τον περισσότερο χρόνο του τον περνούσε δίπλα σε μια φωτιά, στο τζάκι του ή στον ξυλόφουρνο της αυλής του. Ήταν έμπιστος των μεγάλων κοτζαμπάσηδων της πόλης, γι’ αυτό και κατείχε το αξίωμα από τα νιάτα του, στην αρχή με φοβέρες ή λίγα γρόσια σ’ όποιον διαφωνούσε, έπειτα με τη δύναμη της συνήθειας, αφού οι αντίπαλοί του έπαψαν να διεκδικούν τη θέση, αποθαρρυμένοι από τη στήριξη που είχε.

    Περνώντας το κατώφλι του καφενέ, ο Μπάτζιος παρατήρησε πως είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι αρσενικοί του χωριού εκτός από τον Λίγκο. Αυτό του έδωσε περισσότερο θάρρος. Μπήκε με το δεξί και χαιρέτισε υψώνοντας τη φωνή του. Όλοι γύρισαν και κοίταξαν τον άνθρωπο που πάντοτε ψιθύριζε, κανείς όμως δεν απάντησε. Ας ήταν! Ο νους του Μπάτζιου είχε σκαλώσει στην απουσία του Λίγκου. Αφού αυτός ο κατεργάρης δεν βρισκόταν στη συγκέντρωση, ήταν φως-φανάρι πως είχε μάθει ποιος είχε σειρά να πάρει βλογιά και προτίμησε να κάτσει στο σπίτι του. Ο Μπάτζιος παρήγγειλε τσίπουρο και θα κερνούσε και τους άλλους, -χωρίς να ‘χει γρόσια να πληρώσει- αν δεν τον διέκοπτε η φωνή του Μουτζούρη:

    «Καθίστε να τελειώνουμε!»

    Κάθισαν όλοι γύρω του και σε μισό λεπτό η απόφαση είχε ανακοινωθεί, χωρίς προλόγους, επισημάνσεις ή εξηγήσεις: φέτος βλογιά από τον Αϊ Θανάση θα ‘παιρνε το σπιτικό του Λίγκου.

    Οι άντρες χωρίστηκαν. Κάποιοι βγήκαν να χαζέψουν στην αυλή, άλλοι τράβηξαν για τα σπίτια τους και μερικοί συνέχισαν να πίνουν και να κουβεντιάζουν σιγανά.

    Ο Μπάτζιος πλησίασε το Μουτζούρη.

    «Έχει γίνει λάθος», είπε κι έκανε ένα βήμα πίσω, έτοιμος για καυγά.

    «Τι λες μωρέ Μπάτζιο; Για ποιο λάθος μιλάς;»

    «Έγινε λάθος, είν’ η σειρά μου φέτος».

    «Κανένα λάθος! Όλο το χωριό έχει συμφωνήσει πως η σειρά αρχινά από τον πιο προκομμένο και πάει προς τα κάτω. Ε, πρώτος νοικοκύρης του χωριού ο Κωσταντής, ακολουθούμε οι υπόλοιποι κι έπειτα ο Λίγκος, ο πιο φτωχός. Φέτος είναι η σειρά του».

    «Κι εγώ;»

    «Συ, μωρέ, ούτε φτωχός είσαι ούτε προκομμένος! Τρελός μονάχα και ρέμπελος, πάει να πει δεν μπαίνεις σε σειρά».

    «Ρέμπελος; Δηλαδή τελευταίος; Πιο κάτω κι απ’ τον Λίγκο;»

    «Ούτε τελευταίος! Ο Λίγκος είναι τελευταίος. Φέτος τελειώνει η αράδα. Του χρόνου πάλι από την αρχή, πρώτος ο Κωσταντής, έπειτα οι υπόλοιποι κι ο Λίγκος τελευταίος». Ο Μπάτζιος έκανε μεταβολή και προχώρησε στην πόρτα με το βλέμμα θολωμένο. «Δούλεψε, πάλεψε με τη γη, κι εδώ είμαστε. Αν δούμε χαΐρι, θα ‘ρθει κι η σειρά σου», ακούστηκε η φωνή του Μουτζούρη.

    Γύρισε στο σπίτι αργά τη νύχτα. Στο μυαλό του ξεπηδούσαν χίλιες σκέψεις, για καυγά, για εκδίκηση, για να τιμωρήσει όλους όσους γελούσαν πίσω από την πλάτη του. Όταν τον ρώτησε ο Δημητρός τι είχε γίνει, απάντησε μ’ ένα μουγκρητό και γύρισε ανάποδα το τραπέζι. Δυο-τρεις κούπες κι η πήλινη κανάτα βρέθηκαν στο πάτωμα. Η γριά Μπάτζαινα έσκυψε να μαζέψει τα κομμάτια. Σηκώθηκε όρθια μ’ ένα χαμόγελο.

    «Μη λερώνεις, άντρα μου, την κάμαρα, τώρα που θα ‘ρθει ο Άγιος», είπε.

    Τού εξήγησε το σχέδιό της και λίγο μετά ο Μπάτζιος είχε πάρει την απόφασή του: θα έκλεβαν τα λείψανα την ίδια κιόλας νύχτα και θα ‘παιρναν μόνοι τους τη βλογιά του Αγίου.

    ***

    Μέχρι οι καλόγεροι να συγκεντρώσουν αρματωμένους και να βγουν στο βουνό, το κουτί με τα λείψανα βρισκόταν κρυμμένο στο πιο σκοτεινό σημείο του σπιτιού, μέσα στην κουφάλα ενός βράχου, στο βάθος του κατωγιού. Ο παππούς του γερο-Μπάτζιου φοβήθηκε να σπάσει τούτη την πέτρα, όταν έκτιζε το σπίτι, κι από καθαρή δεισιδαιμονία ο βράχος συνδέθηκε με τον προστάτη του σπιτιού. Το μεγάλο φίδι, μια δεντρογαλιά που άλλαζε το δέρμα της μπροστά στην πόρτα κάθε χρόνο, την εποχή του Θεριστή, βρήκε εκεί μέσα κρυψώνα και φωλιά, γέννησε τα μικρά της, μέχρι που ο τόπος γέμισε με φίδια. Οι Μπατζαίοι το ‘χαν σε κακό να τα σκοτώσουν κι όταν συναντούσαν κάποιο στην αυλή το παραμέριζαν με το πόδι και συνέχιζαν το δρόμο τους.

    Τώρα η τελετουργία της βλογιάς αποκτούσε μεγαλύτερη αξία, αφού τα οστά θα ήταν διπλά ευλογημένα: θα τα φυλούσε το μεγάλο φίδι στη φωλιά του, μέχρι να καταλαγιάσει ο θόρυβος και να φύγουν οι καλόγεροι κι οι αρματωμένοι απ’ το χωριό.

    Τούτο συνέβη μετά από μέρες, ανήμερα της Αγίας Μαρίνας, κι αφού ψάχτηκαν όλα τα σπίτια και δεν βρέθηκε τίποτα. Οι κύριοι ύποπτοι, οι Μπατζαίοι, έπαιξαν καλά το θέατρό τους: τσιμπούκι, κλεψιές και ρεμπελιό οι άντρες, κατάρες και βρισιές η Μπάτζαινα, όταν την προκαλούσαν οι κυράδες στη βρύση να πάνε κοντά στους άλλους και να ψάξουν. Με αυτή τη στάση, κι αφού οι τρόποι κι οι συνήθειές τους δεν άλλαξαν στο παραμικρό, πείστηκαν όλοι στο χωριό πως οι κλέφτες ήρθαν από άλλο μέρος κι η καβαλαρία έφυγε για να ψάξει αλλού.

    ***

    Το κουτί τοποθετήθηκε ανοικτό πάνω στο τραπέζι, δίπλα στο φως δυο λυχναριών. Η γριά Μπάτζαινα είχε φροντίσει από νωρίς για τα απαραίτητα: ένα μικρό εικόνισμα αγίου -δεν είχε σημασία ποιου, αφού «όλοι οι άγιοι ίδιοι είναι»- και μια κλάρα δάφνης ίσα με το μπόι ενός άντρα. Είχε ακούσει απ’ τα πέρυσι τους καλογέρους να δίνουν αυτές τις οδηγίες στην Κανελιά, όταν ήταν η σειρά της να πάρει τη βλογιά του Αγίου.

    «Μια κλάρα δάφνης ή βασιλικού, αλλά καλύτερα να είναι δάφνης, γιατί έτσι ανοίγουνε οι πόρτες, η ευτυχία και η προκοπή», τής είχαν πει.

    Δάφνη στο χωριό είχε μονάχα η Αλεξάνδρα, μια ιδιότροπη γριά που κόντευε τα εκατό και δεν έλεγε να βάλει νερό στο κρασί της. Εκείνο το βράδυ η γριά-Μπάτζαινα περίμενε να σκοτεινιάσει και πήγε έξω από το σπίτι της Αλεξάνδρας. Παραφύλαξε μέσα σ’ ένα αυλάκι μέχρι η Αλεξάνδρα να βάλει τις κότες στο κοτέτσι με διαόλους και τσιρίδες και, μόλις εκείνη μπήκε μέσα και σφάλισε την πόρτα, έτρεξε στον φράχτη κι έκοψε μια μεγάλη κλάρα δάφνης.

    ***

    Διέταξε τους άντρες να κάνουν το σταυρό τους. Από το φως των λυχναριών τα λείψανα είχαν βαφτεί αλλού χάλκινα αλλού χρυσά, κι η ευωδιά είχε απλωθεί ολόγυρα και χάιδευε τα ρουθούνια.

    Βούτηξε με προσοχή την άκρη της κλάρας στο υγρό κι έπειτα, πιάνοντάς την από τις άκρες, τη βύθισε κομμάτι-κομμάτι με αργές κινήσεις, προσέχοντας να μη χυθεί ούτε σταγόνα έξω από το κουτί, μουρμουρίζοντας λόγια που μόνο εκείνη καταλάβαινε.

    Οι άντρες έσκυψαν τα κεφάλια, η κλάρα σηκώθηκε κι έπεσε με δύναμη πάνω τους, έπειτα έκανε το σημάδι του Σταυρού μπροστά τους και στο τέλος έπεσε ξεχωριστά σε κάθε κεφάλι. Η γριά-Μπάτζαινα επανέλαβε αυτές τις κινήσεις πολλές φορές. Από ένα φύσημα του ανέμου -άγνωστο πώς, αφού η πόρτα και τα παράθυρα είχαν σφαλιστεί- τα λυχνάρια έσβησαν. Η κάμαρα γέμισε δυσωδία, η ευωδιά έγινε μπόχα κι η κλάρα σάλεψε στο χέρι της γριάς. Η Μπάτζαινα έμπηξε τις φωνές και, μέχρι να βρει κάποιος το τσακμάκι και ν’ ανάψει ένα λυχνάρι, είχε πετάξει την κλάρα κι είχε βγει τρέχοντας στην αυλή. Ο γερο-Μπάτζιος πήρε το λυχνάρι κι έσκυψε να δει καλύτερα. Αυτό που αντίκρισε στο πάτωμα τον έκανε να πέσει κάτω και να συρθεί προς τα πίσω ουρλιάζοντας. Η μεγάλη δεντρογαλιά σερνόταν αργά προς την πόρτα, μισή φίδι-μισή κλαδί από δάφνη, μέχρι που πήρε ολότελα την όψη του φιδιού και χάθηκε στο σκοτάδι αφήνοντας πίσω της δαφνόφυλλα.

    Η γριά-Μπάτζαινα βρέθηκε τσακισμένη στο βάθος μιας χαράδρας. Αν έζησε καθόλου μετά το πέσιμο, τότε θα πρέπει να είδε κάτι πολύ τρομακτικό, αφού τα σαγόνια και τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα, σαν να ‘χε αντικρίσει το Διάβολο τον ίδιο.

    Μήνες μετά την ταφή, κι αφού το κουτί με τα οστά κρύφτηκε πάλι στο κατώγι, ο γερο-Μπάτζιος πήρε δυο γιούς του και μια νύχτα του Γενάρη πήγαν στο μοναστήρι κι άφησαν τα λείψανα έξω από την πόρτα. Ξημέρωνε του Άι Θανάση.

    Κανείς δεν ήταν σίγουρος τι είχε συμβεί, συνδυάζοντας όμως τα γεγονότα, -το τέλος της Μπάτζαινας και την επιστροφή των λειψάνων- η ιδέα της Θείας Τιμωρίας φώλιασε στα μυαλά όλων στο χωριό. Και κοντά στις υποθέσεις υπήρχαν κι αποδείξεις.

    Αυτοί που βλογήθηκαν εκείνη τη νύχτα, τέσσερις γιοί κι ο πατέρας, κατέληξαν τρελοί με τα χρόνια κι όσοι έκαναν παιδιά είδαν την τρέλα να χτυπά και τα παιδιά τους και τα παιδιά των παιδιών τους και τα εγγόνια τους. Σήμερα έχει απομείνει ένας τελευταίος Μπάτζιος, ανύπαντρος και τρελός από γεννησιμιού, -”βλαμμένο” τον φωνάζουν στο χωριό- κι οι χωριανοί ελπίζουν, μόλις πεθάνει, να σβήσει η κατάρα και το μεγάλο φίδι -“η κλάρα της Μπάτζαινας”, όπως το λένε- να πάψει να αφήνει πίσω του φύλλα δάφνης.

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here