Δευτέρα, Σεπτέμβριος 16, 2019
More
    Αρχική Συγγραφής Τέχνη Η μάνα της Λεωφόρου Αμαλίας - Νίκος Γκίκας (Αληθινή ιστορία)

    Η μάνα της Λεωφόρου Αμαλίας – Νίκος Γκίκας (Αληθινή ιστορία)

    -

    Η μάνα της Λεωφόρου Αμαλίας

    Την συναντούσε πάντοτε στο ίδιο σημείο της διαδρομής για το γραφείο. Ήταν βέβαιος από την πρώτη τους συνάντηση, πως πρόκειται για άστεγη. Δεν επαιτούσε όμως, ούτε έδειχνε να την ενδιαφέρουν όσοι περνούσαν μπροστά από την είσοδο του κτιρίου.

    Στεκόταν όρθια με το τσόχινο κυπαρισσί καπέλο στο κεφάλι και το καφέ επανωφόρι της, γεμάτο μπαλώματα και λεκέδες, και χειρονομούσε με άναρθρους ήχους και κραυγές μόνον σε όσους έμπαιναν ή έβγαιναν από μέσα. Δεξιά και αριστερά της έστεκε όλο το βιός της, δύο τσάντες ψάθινες με μια Αγία Γραφή και ένα σάλι πάνω σε κάθε μία, να κρύβουν τα μυστικά τους. Ήταν υπερήλικη και η αρχοντιά της, όσο κι αν καλυπτόταν από τις κακουχίες και τα μαρτύρια του δρόμου, υπήρχε μόνιμη επάνω της, να χρωματίζει την γαλήνη των ματιών της. Υπήρχε αξιοπρέπεια και μια προσμονή πλασμένη από κάποια δυστυχία στον τρόπο που περίμενε στην πόρτα.

    Kenneth Frazier – Woman in a green hat

    Σήμερα είχε αγοράσει πάλι δύο τυρόπιτες και ήταν αποφασισμένος να την πείσει, για να δεχτεί τη μία. Στάθηκε μπροστά της και περίμενε, μέχρι να τον δει. Πλησίασε ξετυλίγοντας την μία, συστήθηκε και την παρακάλεσε να δεχτεί το κέρασμα για τα τεσσαρακοστά γενέθλιά του. Δεν έδειξε να τον καταλαβαίνει. Το βλέμμα της μετακινήθηκε στα αριστερά. Δεν μίλησε, όμως εκείνος διάβασε τη σιωπηλή της άρνηση και την παράκληση να φύγει. Τα λόγια του κολλαρισμένου άνδρα που βγήκε από την είσοδο, τον έκαναν να σταματήσει και να γυρίσει πίσω.

    Η μάνα της Λεωφόρου Αμαλίας

    Άκουσε την φωνή του, που μόλις την είχε χαιρετίσει και τη συμβούλευε να μην περιμένει άδικα μέσα στο κρύο. Ο γιος της θα επέστρεφε την επόμενη εβδομάδα στο γραφείο του. Τον πρόλαβε λίγα μέτρα παρακάτω και η απάντηση που πήρε, μούδιασε το κορμί του μέχρι τα ακροδάχτυλα· η ζεστή σφολιάτα άχνιζε τώρα στις πλάκες του πεζοδρομίου. Η γιαγιά ερχόταν κάθε ημέρα και περίμενε μπροστά στην είσοδο με τις ώρες, για να δει τον γιο της, που περνούσε από εκεί, για να ανεβεί στο γραφείο του. Ο βιαστικός κύριος τον άφησε και μπήκε στο ταξί του. Κοίταξε πίσω του και την είδε, να κατηφορίζει προς την Πύλη με τα μπαγκάζια της στα χέρια, σαν μελλοθάνατος κρατούμενος. Ούτε βιαζόταν να απομακρυνθεί, μα ούτε και έδειχνε να έχει πού να πάει.

    Γύρισε στην είσοδο του κτιρίου και κοίταξε τα ονόματα στα κουδούνια. Ποιο από όλα ανήκε άραγε στο κτήνος, που αφήνει την ίδια του την μάνα κατάδικο στον δρόμο; Χτύπησε δύο από τα δεκάδες, ύστερα χτύπησε κι άλλα, κι άλλα, μέχρι που να ακουστεί το βουητό της πόρτας και να σπρώξει, για να μπει μέσα. Στους δύο πρώτους ορόφους δεν έβγαλε κάποια άκρη, ούτε καν φάνηκε να καταλαβαίνει κάποιος από τους ενοίκους τι ήταν αυτό που ζητούσε. Στις σκάλες για τον τρίτο στοιχημάτισε με τον εαυτό του, πως βρισκόταν αντιμέτωπος με μια πλεκτάνη, μια απάνθρωπη συνωμοσία αδιαφορίας, για να αποσιωπηθεί το όνομα του ενόχου.

    Όλοι τους φάνταζαν ένοχοι, όλοι έδειχναν να γνωρίζουν, μα όλοι υποκρίνονται άγνοια. Η οργή και το λαχάνιασμά του ξεθύμαναν, όταν σε ένα τουριστικό γραφείο του τετάρτου ο μεσόκοπος ιδιοκτήτης δέχτηκε να του μιλήσει. Ναι, γνωρίζει για ποια κυρία τον ρωτά και ναι, γνώριζε και τον γιο της, που διατηρούσε μέχρι πέρυσι γραφείο εκεί. Πριν λίγες μέρες έκλεισε ένας χρόνος από τον θάνατό του κι η δύστυχη μάνα, που περιμένει κάθε πρωί και βράδυ από κάτω, δεν δείχνει να έχει καταλάβει, ίσως και να κατάλαβε, αλλά δεν θέλει να πιστέψει, πως ο γιος της πέθανε. Άλλοι μίλησαν για άνοια, άλλοι για το βαθύ μαρτύριο του πόνου που την τρέλανε.

    Η μάνα της Λεωφόρου Αμαλίας

    Στέκεται εκεί, μερόνυχτα ολόκληρα, ρωτώντας όσους μπαίνουν ή βγαίνουν, αν είδαν το παιδί της ή αν γνωρίζουν πότε θα έρθει. Κι έτσι, για να μικρύνουν κάπως το μαρτύριο της προσμονής της και να την προφυλάξουν όσο γίνεται από το ζόρι του καιρού, της λένε ψέμματα, πως τάχα το παιδί της λείπει σε ταξίδι και να ξανάρθει την επόμενη εβδομάδα. Αθώα ψέμματα, που την ελπίδα της σαν φως κεριού αναμμένη να κρατούν, αλλά και να ελαφρώνουν την ίδια όσο γίνεται από το βάρος των κακουχιών της.

    Autumn Walk – Peter Bezrukov

    Τις τέσσερις τελευταίες ημέρες της εβδομάδας δεν την ξαναείδε. Ξημέρωσε Δευτέρα και σηκώθηκε νωρίτερα από το κρεβάτι. Ντύθηκε κι έφυγε από το σπίτι την ώρα που το κρύο του Φλεβάρη αντάμωνε με το αντιφέγγισμα του ήλιου στην ανατολή. Δεν είχε κοιμηθεί καλά-καλά για πέντε βράδια, ξυπνούσε κάθε τόσο από μία τόση δα φλόγα, τρεμάμενη και δειλή στην αρχή, που γιγαντώθηκε κι έγινε φωτιά, για να καταπιεί τις αντιρρήσεις και τις αμφιβολίες του.

    Την βρήκε στη γνωστή της θέση, όρθια και με το πρόσωπο στραμμένο στον βοριά, να περιμένει την πόλη να ξυπνήσει, για να ρωτήσει ξανά για το παιδί της. Την πλησίασε από τα δεξιά και βρέθηκε μπροστά της, τόσο κοντά, που το βλέμμα της ήταν αδύνατον να τον αποφύγει. Μάζεψε όσο κρύο χωρούσαν τα πνευμόνια του, το κράτησε, το ένιωσε να λιώνει στην φλόγα της ψυχής του και άφησε την ανάσα του να βγει μαζί με μία λέξη, την μόνη λέξη, που θα μπορούσε να την κάνει να μιλήσει. «Μάνα». Ήξερε πως της ήταν άγνωστος, πιθανόν να τον έβριζε ή να τον προσπερνούσε δίχως να του μιλήσει.

    Εκείνη τον παρατήρησε στα μάτια, διάβασε το χαμόγελό του και την λαχτάρα σε αυτό που είχε προφέρει. Έκανε να μιλήσει, μα αυτό που ακούστηκε ήταν ο ήχος του αναφιλητού της, που ανακατευόταν με συλλαβές και κομμένες λέξεις. Άνοιξε τις φτερούγες της και τον έκλεισε στην αγκαλιά της. Η ορφάνια και των δυο τους πνιγόταν τώρα από το μουγκρητό του πόνου, που ανέβαινε και σκορπιζόταν από τα χείλη και τα μάτια της πάνω στα δικά του. Σήκωσαν από μία τσάντα ο καθένας και πιάστηκαν απ’ το χέρι. Περπάτησαν τα λίγα μέτρα μέχρι τη γωνία κι από τότε δεν τους ξαναείδε ποτέ κανείς.

    Η μάνα της Λεωφόρου Αμαλίας

    Νίκος Γκίκας

    Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών
    Είμαστε μια ομάδα ανθρώπων που αγαπάμε τις λέξεις σε όποια τους μορφή κι αν τυπώνονται: άρθρα, ειδήσεις, λογοτεχνία, ποίηση και δραστηριοποιείται στο διαδίκτυο. Σας ενημερώνουμε για δραστηριότητες παλιές και καινούριες. Ελάτε μαζί μας να παίξουμε με τα λόγια που γράφονται!

    Απάντηση