Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου, 2021
More
    Αρχική Συγγραφής Τέχνη Η νεκρανάσταση της καλλονής - Αστέρης Κ. Σχοινάς

    Η νεκρανάσταση της καλλονής – Αστέρης Κ. Σχοινάς

    -

    Η νεκρανάσταση της καλλονής

    Ξαφνικά, ανατριχιαστικός ήχος από μέταλλα που γδέρνονται στην άσφαλτο πλήγωσαν τη σιγαλιά της νύχτας. Το σκοτάδι αιφνιδιάστηκε, παραμέρισε λίγο και άφησε τον σπιθωτό θύσανο, από φλεγόμενα μεταλλικά θρύψαλα καμωμένο, να φωτίσει αστραπιαία τη μοιραία σκηνή. Μακρόσυρτα ουρλιάσματα καταχωνιάστηκαν στα βράχια της επικίνδυνης στροφής.

    Σειρήνες, κόρνες, άνθρωποι νευρικοί, βλέμματα παγωμένα, διασταυρώνονται ανήσυχα έξω απ’ το νοσοκομείο. Μεταφέρεται η ξανθιά καλλονή εσπευσμένα στο χειρουργείο.

    Αγωνία, απελπισία, προσευχές. Καταρράχτες στραγγίζουν τα βαθουλωμένα μάτια συγγενών και φίλων. Η ελπίδα, στο φρύδι του λιογέρματος, προσπαθεί να γαντζωθεί από το χέρι του γιατρού, από ένα θαύμα. Η μάννα κουρνιασμένη σε μια γωνιά έξω απ’ το χειρουργείο διπλώνεται, τρέμει, οπτασιάζεται. Σκόρπιες σκηνές απ’ τη ζωή της κόρης της προβάλλονται μπροστά της ολοζώντανες. Παραμιλάει, δέρνεται, ξεσπάει σε θρήνο. 

    «Λέλι… λέλι … η μαύρη ζουμ τι μ’ έλαχε!….. Και το ’λεγα η έρμη, δεν το ’λεγα;…. Τ’ όνειρο…. τ’ όνειρο….  θα μας βρει κακό. «Δηλούν» τα όνειρα του Σαββάτου. Να το…. να το… δήλωσε».

    Οι γιατροί στο χειρουργείο, δίνουν απελπισμένα τη μάχη με όλα τα μέσα που διαθέτουν.

    Η Άλκηστη, ένα υπέροχο ξανθό κορίτσι φορτωμένο νιάτα, χάρη και ομορφιά, είχε μεταχθεί βίαια σε έναν άλλο κόσμο, με διαφορετικούς κανόνες και γλώσσα. Βίωνε εκεί την υπαρκτή ανυπαρξία της, ανίσχυρη να αντιδράσει, ανήμπορη να δραπετεύσει προς τον ενεστώτα χρόνο. Το παρελθόν την είχε περιτυλίξει ασφυκτικά, την απαιτούσε για πάρτη του από το παρόν και το μέλλον. Θα καταφέρει άραγε να απαγκιστρωθεί και να επανέλθει ποτέ στο παρόν;

    <    <———– >   >

     -Μα πώς βρέθηκα εδώ; Ποιοι με φέρανε; Πότε;

    Ρώτησε η Άλκηστη τα άψυχα όντα που είχαν στοιβαχτεί στο μπουντρούμι, όπου την είχαν ξαπλώσει.

    -Τότε που φέρανε κι εμάς μανταμίτσα. Μας άρπαξαν άρον άρον  απ’ τη φτωχογειτονιά μας και να…. Κι ήταν όμορφη η ζωή μας εκεί πέρα…. Η δική σου;

    -Τη θυμάμαι και ματώνω. Ναι!… Ζούσα σ’ ένα μέρος μαγικό –σωστός  παράδεισος– γεμάτο  φως και χρώματα. Ήλιος, νερά, κυκλάμινα, παπαρούνες, … πολλές παπαρούνες. Σωστός παράδεισος σας λέω! Κι όπως χαιρόμουνα και έτρεχα, πώς έκανα;… γλίστρησα και χτύπησα. Πόνεσα πολύ, ζαλίστηκα. Ξάπλωσα σ’ ένα μαλακό στρώμα από γρασίδι και φύλλα καμωμένο, να ξεπονέσω, να γιάνω. Κι εκεί πάνω στον πόνο με άρπαξαν και με μπουντρούμιασαν εδώ μέσα. Ήθελα να ξέρω πώς αντέχετε και δεν διαμαρτύρεστε; Δεν βλέπετε το πηχτό αίμα που αχνίζει στ’ αυλάκια και τις λίμνες, ούτε τα σκουλήκια και τις κατσαρίδες που μπαινοβγαίνουν στα ρουθούνια σας; Δεν ανεβαίνει ο εμετός στο λαρύγγι σας;

    Βρομιά, σαπίλα και δυσωδία χτυπούσαν στο κόκκινο, με κλωτσούσαν να δραπετεύσω, αλλά πώς; Δεν ένοιωθα μήτε πόδια, μήτε χέρια, ουδέ κορμί, όλα παραλυμένα. Τόλμησα μόνο να κράξω:

    -Μα πόση βρόμα θεέ μου!… Ανοίξτε κανένα παράθυρο να πάρουμε λίγο καθαρό αέρα!

    Γέλια κοροϊδευτικά ακούστηκαν στην σκοτεινή αίθουσα.

    -Πού νομίζεις πως βρίσκεσαι κοριτσάκι μου; Σε προθάλαμο κοιμητηρίου είμαστε, κι εσύ ζητάς ανέσεις ζωής;

    Απάντησε ένας κοντόχοντρος με μούρη πελεκάνου, κι όλοι τον φώναζαν Πελεκάνο.

    Ξαφνικά χάθηκαν όλοι και βρέθηκα μόνη κατάμονη σε σιβηρική έρημο. Η παγωνιά τρυπούσε με καταψυγμένες βελόνες τις γυμνές σάρκες μου. Αλυχτήματα άγριων ζώων αούουου … έφταναν στα αυτιά μου, παγώνοντας το λιγοστό αίμα που κυκλοφορούσε στις φλέβες μου. Οσμίστηκαν, φαίνεται, το τραυματισμένο κορμί μου και με περικύκλωσαν να με κατασπαράξουν. Ανήμπορη να μετακινηθώ, έμεινα να τα κοιτάζω με γουρλωμένα μάτια. Δεν είχα ξαναδεί τέτοια φοβερά θηρία, με δυο τετράγωνα κεφάλια το καθένα, με χαυλιόδοντες και αγριοδοντάρες στα σαγόνια, με… με … με. Ευτυχώς όμως γλίτωσα, γιατί ένα μαγικό χέρι με ξανάφερε στην υπόγεια σπηλιά, εκεί, παρέα με νεκρούς, κατσαρίδες και νυχτερίδες που στριφογύριζαν από πάνω μου, στριγκλίζοντας.

    Με μούσκεψε η απορία.

    -Τι παράλογα συμβαίνουν εδώ κάτω; ρώτησα. Πώς γίνεται να εμφανίζονται πράγματα απ’ το πουθενά, να χάνονται μετά και να αλλάζουν όλα με μαγικό τρόπο;

    Πήρε το λόγο ο Πελεκάνος, που φαινόταν να ξέρει πολλά….(;).

    -Βρισκόμαστε, να ξέρεις Άλκηστη, στον προθάλαμο του  βασιλείου των σκιών. Μην το ξεχνάς αυτό. Εδώ όλα ακολουθούν τους δικούς τους νόμους. Μην παραξενεύεσαι λοιπόν. Ο βασικός νόμος που ισχύει σ’ αυτό το βασίλειο είναι: «ποτέ και τίποτα».

    -Δεν σε καταλαβαίνω. Τι θα πει ποτέ και τίποτα; Ορίστε το ποντικάκι αυτό, το βλέπεις; έγινε στη στιγμή άγριο θηρίο που μας απειλεί, γρυλίζοντας και δείχνοντας απειλητικά τα δόντια του. Αυτό που βλέπω είναι «ποτέ και τίποτα»;

    -Μμμμ…. λυπάμαι Άλκηστη. Δεν βλέπω, δεν ακούω τίποτα. Μάθε, αν θέλεις κουκλίτσα μου, πως η ύλη, στον κόσμο που πορευόμαστε, είναι μια πλαστελίνη, ένα σύννεφο, αλλάζει μορφές και χρώματα στη στιγμή. Πλάθεται και ξαναπλάθεται με τη φαντασία και μόνο. Χώρος, χρόνος, ύλη… βρίσκονται όλα σε πλήρη κατάρρευση. Τα σώματα μεγαλώνουν, μικραίνουν, ζεσταίνονται, παγώνουν μ’ ένα απλό άγγιγμα της σκέψης. Παρελθόν, παρόν και μέλλον βρίσκονται όλα μαζί συμπιεσμένα σ’ ένα σημείο, το μηδέν. Η κίνηση δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση του καθενός μας. Κατάλαβες;

    Ανάθεμα κι αν καταλάβαινα τίποτα απ’ τα ιερογλυφικά του! Σκέφτηκα να τον μπερδέψω, να του βάλω τρικλοποδιά.

    -Και οι ψυχές μας; Κι αυτές υπακούνε στο νόμο του «ποτέ και τίποτα»;

    -Α!… μη με ρωτάς γι’ αυτές, δεν ξέρω. Ένα μονάχα κατέχω: τα σώματά μας θα εξαφανιστούν από προσώπου γης.

    Μου φάνηκε παραμυθατζής ο κοντόχοντρος. Είχε βρει εύπιστο ακροατήριο και άδραξε την ευκαιρία να πουλήσει τα φούμαρά του σε τιμή ξεπουλήματος.

    Πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη σκέψη μου, από το βαθύτερο σημείο της σπηλιάς, ακούστηκε βογκητό μηχανών, κι αμέσως μετά οι προβολείς τους έλουσαν τη σπηλιά με φως, δίνοντας υπόσταση σε αλλόκοτες μορφές, που γλιστρούσαν στον αέρα, στα τοιχώματα, στο ταβάνι. Σύγκρυο διαπέρασε το κορμί μου, διαισθανόμενη μια απειλή να ελλοχεύει παντού. Οι ύποπτες μορφές αντάλλαζαν ακαταλαβίστικα μηνύματα με αόρατα όντα, κρυμμένα στα έγκατα της γης. Σκύβει τότε ο διπλανός μου και μου λέει ψιθυριστά. 

    «Αυτές οι σκιές που βλέπεις θα πάρουν σε λίγο σχήμα και σάρκα, είναι οι Στρούθοι και οι Ατσαλάκωτοι…..»

    <    < ———– >   >

    Μετά από αρκετή ώρα, βγήκε ο γιατρός από το χειρουργείο να πληροφορήσει τους αγωνιούντες συγγενείς, βαδίζοντας με το σώμα του γυρτό, σαν να σήκωνε στους ώμους του τον πόνο όλων των αδικοχαμένων. Στο κουρασμένο πρόσωπό του, ανάμεσα σε βαθιές ρυτίδες και σκοτεινά μάτια, αχνοφαίνονταν αποτυπώματα πρόσφατης ανθρώπινης απώλειας. Πλησίασε και είπε:

    «Η καρδιά της Άλκηστης δυστυχώς δεν άντεξε. Μετά από αλλεπάλληλες καρδιακές ανακοπές, κατέληξε…..».

    Σκηνές αλλοφροσύνης εκτυλίχτηκαν αυθωρεί στους διαδρόμους του νοσοκομείου. Ξεφωνητά, λιποθυμίες, κλάματα.  Σκούζει η μάνα, ολοφύρεται, τραβάει τα μαλλιά της. Θρήνος και οδυρμός σαν αρχαία τραγωδία, σαν να ‘τανε τα ξεφωνητά, οι κλαυθμοί κι οι προσευχές να επαναφέρουν την Άλκηστη στη ζωή, να την αναστήσουν. Σαν αστραπή περνάει το όνειρο της κόρης της από το νου της.

    «Βρισκότανε, λέει, σε μια έρημο. Κι όπως πορευόταν ολομόναχη η κορούλα μου, εμφανίζεται ξαφνικά στον ουρανό ένα τεράστιο πουλί και άρχισε να κάνει κύκλους. Κοιτάζει προς τα κάτω, κάνει μια βουτιά και ανοίγει τα νύχια του να την αρπάξει. Σκίζεται τότε αίφνης η γη στα δύο, ανοίγει ένας κάρκαρος –ένα αβυσσαλέο βάραθρο– και πέφτει στο κενό. Λίγο πριν σκάσει στον πάτο, ξυπνάει και πετιέται πάνω ουρλιάζοντας, η ψυχούλα μου. Και δεν το ’δε μια, δεν το ’δε δυο. Το ’δε τρεις και ήταν πάντα βράδυ Σαββάτου…. »

    <    < ———– >   >

    «Από τις σκιές που βλέπεις θα βγούνε οι Στρούθοι και οι Ατσαλάκωτοι», επανέλαβε ο διπλανός μου. «Αυτοί θα αναλάβουν την τελευταία πράξη του δράματος: την εξαφάνισή μας».

    Πάνω στη στιγμή πανύψηλα μεταλλικά πουλιά όρμησαν στην αίθουσα, γλιστρώντας αθόρυβα στον αέρα με απλωμένα φτερά, κρατώντας τεντωμένο τον μακρύ λαιμό τους και το κεφάλι τους με το δυνατό γαμψό ράμφος τους. Ήταν οι Στρούθοι, τα μεταγωγικά μέσα του βασιλείου των σκιών. Τους πιλοτάριζαν απόκοσμα σκελετωμένα όντα, οι Ατσαλάκωτοι, που διέθεταν κοντά πόδια, αλλά μακριά χέρια με φοβερές καβουροδαγκάνες στις άκρες, για σύλληψη και κοπή. Τα μακρόστενα κρανία τους –με  σαγόνια σαν του κροκόδειλου– είχαν στις κόγχες των ματιών προβολείς με ακτίνες λέιζερ, να σκοπεύουν με ακρίβεια το προς εξαφάνιση σώμα, ενώ στην κορυφή τους ήταν προσαρμοσμένες δύο κεραίες. Η γενική εικόνα τους και η συμπεριφορά τους υποδήλωνε υποχθόνια ρομποτικά όντα, που εκτελούσαν προγραμματισμένες εντολές, χωρίς οίκτο, χωρίς συναίσθημα. Αυτοί οι Ατσαλάκωτοι, με υψωμένες τις δαγκάνες τους πλησίαζαν αργά προς το μέρος μας, κάνοντας τα κουφάρια μας να ανατριχιάζουν.

    Μου έκανε μεγάλη εντύπωση που τα πουλιά ήταν τριών ειδών: σιδερένια, χάλκινα και χρυσά, και στράφηκα προς τον ξερόλα Πελεκάνο. Εκείνος διάβασε αμέσως  τη σκέψη μου:

    -Τα σιδερένια είναι για κάτι φουκαράδες, την πλέμπα που λένε, που δεν έχουν μοίρα στον ήλιο. Τα χάλκινα είναι για το πόπολο, για μας δηλαδή.

    -Και τα χρυσά για ποιούς;

    -Δεν καταλαβαίνεις;….

    -Κατάλαβα. Υπάρχουν και εδώ διακρίσεις.

    -Μη χολοσκάς μικρούλα, μια σκιά είμαστε. Οι σκιές δεν έχουν να χάσουν τίποτα.

    -Πού θα μας πάνε; Ξέρεις;

    -Δεν τα ’παμε; Θα μας πάρουν από εδώ, τον προθάλαμο, και θα μας μεταφέρουν στο κοιμητήριο σκιών.

    -Θα μας πάνε άραγε στον παράδεισο ή στην κόλαση;

    -Χμμ… Θα σε απογοητέψω. Εκεί που μας πάνε, οι σκιές ζούνε μόνο με τις επίγειες αναμνήσεις. Όσοι πέρασαν καλά στη ζωή τους, οι σκιές τους θα έχουν ευχάριστες αναμνήσεις, θα ζούνε σε παράδεισο. Οι σκιές, όμως, των ταλαιπωρημένων και βασανισμένων…. καταλαβαίνεις….., θα βιώνουν μια κόλαση. Γιατί, τι θαρρείς πως είναι το βασίλειο των σκιών;  Μια αντανάκλαση του πραγματικού κόσμου στον καθρέφτη του χρόνου. Όμορφος ο κόσμος του παρελθόντος; όμορφες και οι αναμνήσεις των σκιών.

    -Κι εσύ ρε Πελεκάνε, με τις αρλούμπες σου και τα αλαμπουρνέζικά σου,  τι είναι ο παράδεισος;

    -Ένας τόπος φωτεινός και χλοερός –έτσι δε λέμε; – με λουλούδια, πουλιά και γάργαρα νερά…. Δηλαδή τι;… Ένας τόπος ανάπαυσης, γεμάτος ζωή, αυτός είναι ο παράδεισος. Ε λοιπόν!  «…. σαν έτοιμη από καιρό, σαν θαρραλέα…. αποχαιρέτα τον παράδεισο που χάνεις…».

    -Με καταθλίβεις και με κολάζεις βρομοπελεκάνε. Δεν μου είπες, όμως, για τις ψυχές. Πού πάνε;

    -Είπαμε! Δεν ξέρω.

    Τα τηλεκατευθυνόμενα πουλιά, με τις εντολές των Ατσαλάκωτων είχαν αρχίσει το τελειωτικό έργο τους. Άνοιγαν το μεγάλο ράμφος, άρπαζαν το πτώμα, και σαν καλοί γερανοί, το φόρτωναν στη ράχη τους. Ύστερα, με ένα δυνατό πλατάγισμα των φτερών, εξαφανίζονταν και επέστρεφαν για νέα παραλαβή. Ανάμεσα στους νεκρούς όμως, υπήρχαν και κάποιοι πέρα απ’ τα όρια φοβητσιάρηδες, που γαντσώνονταν από τα βράχια για να αποφύγουν την αρπαγή. Έτρεχαν τότε οι Ατσαλάκωτοι, άνοιγαν τις καβουροδαγκάνες και έκοβαν με μιας τα χέρια τους απ’ τη ρίζα. Ξεχύνονταν τότε σμήνη από άγριες νυχτερίδες, ρουφούσαν το αίμα και ξεκοκάλιζαν τις σάρκες των κομμένων χεριών.

    Όλα πήγαιναν… «μια χαρά», σύμφωνα με τις εντολές, όταν ξαφνικά ξέσπασε άγριος καυγάς ανάμεσα σε έναν σιδερένιο και έναν χρυσό Στρούθο. Διεκδικούσαν το ίδιο πτώμα και χτυπιούνταν ανελέητα μεταξύ τους ποιος να το αρπάξει. Είχε ξεχάσει ο άμοιρος νεκρός να πάρει μαζί του την ταυτότητα και αδυνατούσαν να τον κατατάξουν στην πλέμπα ή στην ανώτερη τάξη.

    Εγώ τα ’κανα πάνω μου απ’ το φόβο. Έσκυψα και κρύφτηκα πίσω από ένα φουσκωμένο, έτοιμο να σκάσει, πτώμα που βρομούσε απαίσια. Δυστυχώς, όμως, έγινα αντιληπτή από τον χάλκινο Στρούθο. Χτύπησε τα πόδια του με θυμό στο πάτωμα και έκραξε. «Έηηη! Εσύ με το ξανθό μαλλί, μην κρύβεσαι. Μου ξέφυγες όταν σε βρήκα παλιά στην έρημο, αλλά τώρα δεν μου γλιτώνεις με τίποτα».

    Τρόμαξε ο φόβος και τρύπωσε στην καρδιά μου να κουρνιάσει, λες και η πανικόβλητη καρδιά μπορούσε να του παράσχει καταφύγιο.  Η τρίχα μου έγινε κάγκελο. Η τρεμούλα, που πάραυτα κυρίεψε το κορμί μου, ταρακούνησε το υποσυνείδητό μου, θυμήθηκα. Νάτο! είπα. Το πουλί του ονείρου… νάτο!  Ωοοο! συμφορά μου!…..  Και πριν ολοκληρώσω τον λόγο μου, ανοίγει ξαφνικά ένας τάφος δίπλα μου κι ακούω τον νεκρό να με φωνάζει. «Πήδα μέσα να γλιτώσεις! Υπάρχουν στοές εδώ κάτω., θα τρυπώσουμε και θα χαθούμε». Αυτό έκανα και βρέθηκα σε στοές γεμάτες παράξενα ζωύφια και άψυχα σώματα που είχαν διαλάθει της προσοχής των Ατσαλάκωτων.

    Μπορεί να έλεγε ο παραμυθατζής Πελεκάνος ό, τι του μηνούσε η σκούφια του, όμως εγώ δεν ένοιωθα να έχω φτάσει σε πλήρη ανυπαρξία. Αισθανόμουνα. Έβλεπα, άκουγα, πονούσα, φοβόμουνα. Δεν ήθελα να ακολουθήσω τη μοίρα των άλλων άπνοων σκιών. Στριφογύριζε το μυαλό μου σαν φουρφουλέκι, σαν παιδικός ανεμόμυλος. Έψαχνε, αναζητούσε τρόπο διαφυγής, μια ακτίνα να με αρπάξει, να με τραβήξει πάνω στο φως, στη ζωή.

    Πάνω στην απελπισία μου, ένα γλυκό πρόσωπο, όχι από τους Ατσαλάκωτους, αλλά από τα λαθραία κουφάρια των στοών, τράβηξε την προσοχή μου, ρίχνοντας αμυδρό φως στην αδιέξοδη κατάστασή μου. Γνωστός μού φάνηκε, πολύ γνωστός μάλιστα, αλλά ποιος; Νοιώθω να ασκεί υπερβατική έλξη πάνω στο αναίσθητο σώμα μου. Με ταρακουνάει, με αναστατώνει. Θύμησες παλιές μου ξυπνάει, στιγμές ευτυχισμένες απ’ την προηγούμενη ζωή. Ολοζώντανος, χαμογελαστός με πλησιάζει αθόρυβα. Ανοίγει διάπλατα τα χέρια του, με κλείνει στον κόρφο του: «Άλκηστη, αγάπη μου, επιτέλους σε βρίσκω. Έφαγα τον τόπο γυρεύοντάς σε. Σε έψαξα στη γη, σε αναζήτησα στον ουρανό, στα έγκατα της γης σε βρίσκω. Κατέβηκα για χάρη σου στον Άδη να σ’ ελευθερώσω».

    Τον κοίταζα εμβρόντητη, προσπαθώντας να θυμηθώ το όνομά του, αλλά μου ήταν αδύνατο. Ανήμπορη να πιστέψω στα αυτιά μου,  τσιμπούσα το κορμί μου να δω αν είμαι ζωντανή ή πεθαμένη.

    Εκείνος συνέχισε να μ’ αγκαλιάζει, να με φιλάει, να με σφίγγει, ακόμα και να με τσιμπάει δυνατά ένιωσα κάποια στιγμή. Για μια στιγμή μάλιστα αισθάνθηκα να χώνει τα σατανικά χέρια του σε απόκρυφα σημεία μου, έτσι που να μου δίνει την εντύπωση πως προσπαθεί να με βιάσει. Κι ήταν η πρώτη μου φορά, που δεν αισθανόμουνα τίποτα το ερωτικό, παρά μόνο πόνο, ανυπόφορο πόνο και αποστροφή.

    <    < ———– >   >

    Στον νεκροθάλαμο εργαζόταν ως μακιγιέρ νεκρών ο Ηρακλής, ένα παλικάρι που είχε πληγωθεί θανάσιμα απ’ το ερωτικό βέλος της Άλκηστης προτού εκείνη ξεφύγει από την πορεία της, χτυπώντας στα βράχια της στροφής, προτού αποδημήσει εις Κύριον. Πέθαινε για κείνη, όμως εκείνη τον απέρριπτε… Του έκοβε κάθε ελπίδα. Την εμπόδιζε που «ανακατευόταν με πτώματα». Της έφερνε λιποθυμία η σκέψη ότι τα χέρια που φρόντιζαν πριν από λίγο νεκρούς θα αγκάλιαζαν και θα χάιδευαν το κορμί της. Άσε που κυκλοφορούσαν και διάφορες κακές φήμες, ανατριχιαστικές και αηδιαστικές, για νεκροφιλία και τέτοια του ξεμυαλισμένου για κείνην άντρα.

    Τα γεγονότα είχανε τρέξει πολύ γρήγορα και δεν είχε πληροφορηθεί τίποτα για το ατύχημα ο Ηρακλής. Στην ξαφνική θέα της νεκρής Άλκηστης κεραυνοβολήθηκε. Πάγωσε. Δάκρυα ξεχείλισαν από τα λαίμαργα για κείνην μάτια του. Αμηχανία, πόνος και ανεκπλήρωτος πόθος έγιναν μέσα του εκρηκτικό χαρμάνι που απειλούσε τη λογική του. Αγωνιζόταν να ανακτήσει την ψυχική του ισορροπία, να πάρει κουράγιο, να προετοιμάσει κανονικά τη νεκρή, αποδιώχνοντας συναισθήματα και αναστολές που δεν ωφελούσαν πια σε τίποτα.

    Συγκέντρωσε όση ψυχραιμία του απέμεινε και με άπειρη τρυφερότητα –λες και ψηλαφούσε ροδοπέταλα– ξεκίνησε την αντίστροφη μέτρηση, αφαιρώντας κατ’ αρχήν τα λερωμένα ρούχα. Με το που αντίκρισε το αλαβάστρινο κορμί της, λύθηκαν με μιας τα χαλινάρια λογικής του. Βδελυρές σκέψεις ξεδιπλώθηκαν αυτόνομα στο θολωμένο μυαλό του. Αλλιώς, βέβαια, φανταζόταν τη «συνεύρεση» μαζί της, αλλά δεν κρατήθηκε. Όρμησε πάνω της αλλόφρονας, δαγκώνοντας, πιέζοντας, τραβώντας, ακόμα και χτυπώντας το άψυχο σώμα. Ήταν τέτοιο το πάθος του για κείνην και τόσο βίαιες οι ωθήσεις του, που ταρακούνησαν την καρδιά της δυνατά…. τόσο δυνατά που την ξανάβαλαν σε λειτουργία. Η σταματημένη καρδιά της άρχισε απρόσμενα να χτυπάει ρυθμικά, δίνοντας ζωή στο νεκρό κορμί. Τότε, σαν σωτήριο ξύπνημα από κακό εφιάλτη, άνοιξε τα μάτια και αντίκρισε τη ζωή γύρω της. Βλέποντας το κτήνος από πάνω της να αγκομαχάει, τρόμαξε και τινάχτηκε σαν ελατήριο, βάζοντας τα ουρλιαχτά της. Πανικοβλήθηκε εκείνος.  Έκανε απότομα να τραβηχτεί δίπλα και να σιαχτεί, αλλά δεν τα κατάφερε. Έπεσε ακίνητος στο πάτωμα.

    Γιατροί και νοσοκόμες έσπευσαν αναστατωμένοι, έξαλλοι και φανερά εκνευρισμένοι να αντιμετωπίσουν τα απίστευτα και πρωτόφαντα. Η αβελτηρία τους, η ανεμελιά τους και η βιασύνη τους είχαν οδηγήσει παραλίγο στο θάνατο την εικοσάχρονη Άλκηστη, η οποία ευτυχώς, μετά τις τελευταίες φροντίδες επέστρεψε υγιέστατη στο σπίτι. Αντίθετα, ο Ηρακλής παρά τις ατέλειωτες προσπάθειες των γιατρών, δεν κατάφερε να ανανήψει από την καρδιακή ανακοπή. Αποδήμησε προς τα μακάρια πεδία του Άδη με το ατιμωτικό στίγμα του νεκρόφιλου. Κατέβηκε στον Άδη για το χατίρι της Άλκηστης, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ.

    Αστέρης Κ. Σχοινάς

    ΥΓ. Για το παραπάνω διήγημα, ο συγγραφέας πήρε αφορμή από ένα δημοσίευμα σε εφημερίδα, που έπεσε στα χέρια του πριν από πολλά χρόνια. Είχε συμβεί στη Βουλγαρία κάτι παρόμοιο με αυτό που περιγράφει σχετικά με τον νεκρόφιλο και τη νεκρανάσταση της καλλονής.

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here