Γράφει η Νένα Μπούρα

Ο Τομ έτρεξε γρήγορα γρήγορα πετώντας τη σχολική του τσάντα στο δωμάτιό του και κατευθύνθηκε στο σαλόνι, όπου βρήκε την μητέρα να τον περιμένει να επιστρέψει από το σχολείο.

«Μαμά την αγόρασες;»

«Πήγαινε στη κουζίνα να δεις» του απάντησε η μητέρα του χαμογελαστή.

Τζακ Ο' ΛάντερνΜόλις μπήκε στο δωμάτιο, είδε πάνω στο τραπέζι μια τεράστια πορτοκαλί κολοκύθα να τον περιμένει.

«Είναι τέλεια» φώναζε χοροπηδώντας, κι από την έξαψη της χαράς τα μάγουλά του έγιναν κατακόκκινα.

Μετά το μεσημεριανό, πήρε ένα κοφτερό μαχαίρι και άρχιζε να σκαλίζει την κολοκύθα. Ήθελε να είναι η πιο τρομακτική για το διαγωνισμό κολοκύθας που διοργάνωνε την επόμενη μέρα το σχολείο του για το Halloween.

Έκοψε το πάνω μέρος και της έβγαλε τα περιττά σπόρια που είχε εσωτερικά, κι ύστερα βάλθηκε να σκαλίζει δυο μεγάλους κύκλους και ένα φαφούτικο χαμόγελο.

Κόντευε να σουρουπώσει όταν πια την είχε τελειώσει. Ένιωσε τις δυο τρύπες που ήταν για μάτια να τον κοιτάζουν έντονα και το ορθάνοιχτο στόμα έτοιμο να του μιλήσει και ανατρίχιασε.

«Μαμά έλα να δεις»

Η μητέρα του κοίταξε την κολοκύθα και του είπε:

«Σίγουρα θα αρέσει πολύ αύριο»

«Θέλω απόψε να την βάλω στο δωμάτιο μου και να κοιμηθώ κοιτάζοντας την» είπε ο Τομ σχεδόν παρακαλετά.

«Εντάξει θα την ανάψουμε και θα την βάλω δίπλα σου»

Τζακ Ο' ΛάντερνΣαν ξάπλωσε ο Τομ, δίπλα στο κρεβάτι του δέσποζε η αναμμένη κολοκύθα, κάνοντας τις σκιές από τα αντικείμενα του δωματίου του ακόμα πιο παράξενα. Η ψεύτικη αράχνη που κρέμονταν από το ταβάνι έδειχνε θεόρατη, ενώ στη ντουλάπα τον περίμενε κρεμασμένη η στολή βαμπίρ που θα φορούσε αύριο. Το καλάθι με τα γλυκίσματα ήταν πάνω στο γραφείο του για «Φάρσα ή Κέρασμα». Ήταν όλα έτοιμα για την μεγάλη βραδιά.

Η μητέρα μπήκε στο δωμάτιο του Τομ για να τον καληνυχτίσει.

«Μαμά ξέρεις τι έχω απορία;»

«Για πες μου.»
«Γιατί σκαλίζουμε κολοκύθες. Ποτέ δεν το κατάλαβα.»

«Ε τότε πρέπει να σου πω μια ιστορία που μου είχε πει κάποτε και η γιαγιά μου, κι αυτηνής η δική της γιαγιά.»

Κι άρχισε η μητέρα να ιστορεί μια παράξενη ιστορία που ήταν πολύ παλιά, θαμμένη στα μπαούλα των αναμνήσεων.

Τζακ Ο' Λάντερν«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας αγρότης που λεγόταν Τζακ. Ο Τζακ ήταν μεθύστακας, κατεργάρης και τεμπέλης, αλλά πανέξυπνος. Η πονηριά του ήταν τόση, που όλοι έλεγαν πως θα μπορούσε να ξεγελάσει ακόμα και τον Διάβολο. Όταν ο Διάβολος άκουσε τις φήμες για τα «σατανικά» κατορθώματα του Τζακ, αποφάσισε να διαπιστώσει με τα ίδια του τα μάτια αν αυτά που λέγονταν ήταν αλήθεια. Πραγματικά, τη Νύχτα των Αγίων Πάντων, άνοιξαν οι πύρινες πύλες του Άδη με κρότο, και ο Διάβολος ανέβηκε στη Γη και συνάντησε τον Τζακ σ’ ένα λιθόστρωτο δρομάκι.

 «Εσύ είσαι ο Τζακ που περιφρονείς ακόμα και τον Διάβολο;»

«Και εσύ ποιος είσαι του λόγου σου;» του απάντησε ο Τζακ που τρέκλιζε από το ποτό.

«Είμαι αυτός που περιφρονείς και ήρθα για σένα».

 Ο Τζακ κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα να πεθάνει κι έτσι ζήτησε από τον Διάβολο να του πραγματοποιήσει μια τελευταία επιθυμία.

Εκείνος συμφώνησε κι έτσι ο Τζακ τον οδήγησε σε μια ταβέρνα, όπου ήπιε όσο περισσότερο ποτό μπορούσε ν’ αντέξει.

«Τώρα που ήπια και είμαι έτοιμος να πεθάνω, θέλω να πληρώσεις το λογαριασμό.»

Μεμιάς ο Διάβολος μεταμορφώθηκε σ’ ένα ασημένιο νόμισμα προκειμένου να πληρώσει τον λογαριασμό. Όμως ο Τζακ έχωσε το νόμισμα στην τσέπη του, η οποία περιείχε έναν σταυρό, που εμπόδιζε τον Διάβολο να αποδράσει.

«Άφησε με να βγω από δω άτιμε» του φώναζε μέσα από τη τσέπη του.

«Αν μου χαρίσεις άλλα δέκα χρόνια ζωής, θα σε ελευθερώσω.»

Εκείνος τότε, μην μπορώντας να κάνει αλλιώς, συμφώνησε στην απαίτηση του Τζακ να του χαρίσει άλλα δέκα χρόνια ζωής, προκειμένου να τον ελευθερώσει.

Όταν πέρασαν αυτά τα δέκα χρόνια, ο Τζακ συνάντησε ξανά το Διάβολο και ήταν πάλι η Νύχτα των Αγίων Πάντων.

«Ξέρω πως ήρθες να με πάρεις αλλά θέλω μια τελευταία επιθυμία. Θέλω να ανέβεις σε εκείνη τη μηλιά και να μου κόψεις ένα μήλο να το φάω.»

Ο Διάβολος έπεσε και πάλι στην παγίδα του Τζακ. Ανέβηκε στη μηλιά για να του κόψει ένα μήλο και τότε ο Τζακ χάραξε στον κορμό του δέντρου ένα σταυρό με αποτέλεσμα να μην μπορεί εκείνος να κατέβει. Τότε ο Διάβολος πρότεινε στον Τζακ την εξής συμφωνία:

«Ελευθέρωσέ με και σου υπόσχομαι πως, όταν πεθάνεις, δεν θα πάρω την ψυχή σου στην Κόλαση.»

Ο Τζακ συμφώνησε και τον ελευθέρωσε και μεμιάς ο Διάβολος έγινε ζεστός αέρας και χάθηκε για την Κόλαση.

Τζακ Ο' ΛάντερνΌταν ήρθε η ώρα του να πεθάνει όμως και πήγε στις πύλες του Παραδείσου, δεν τον άφησαν να μπει γιατί η ζωή του ήταν γεμάτη απάτες, ποτό, και άσχημη συμπεριφορά. Τότε εκείνος πήρε το δρόμο που οδηγούσε στις πύλες της Κόλασης και όταν έφτασε εκεί, ζήτησε την άδεια να μπει.

Ο Διάβολος όμως, τηρώντας την υπόσχεσή του, δεν του επέτρεψε την είσοδο ούτε κι εκεί.

«Όχι, πρέπει να τηρήσω την υπόσχεση μου.»

Ο Τζακ δεν είχε πλέον πουθενά να πάει.

«Και τώρα τι θα κάνω, που θα πάω;» ρώτησε τον Διάβολο.

Εκείνος του πέταξε μια σπίθα από τις φλόγες του Άδη, που δε θα καιγόταν ποτέ.

«Πάρε αυτή τη φλόγα, γύρνα όλα τα μέρη του κόσμου, και βρες ένα μέρος να αναπαυτείς» του απάντησε κλείνοντας μια και καλή τις πύλες της Κόλασης.

Ο Τζακ σκάλισε μια από τις κολοκύθες που είχε μαζί του, μιας και ήταν το αγαπημένο του φαγητό, και έβαλε εκεί μέσα τη φλόγα. Έχοντας ως μοναδικό της οδηγό αυτό το αυτοσχέδιο φανάρι για να της φωτίζει το δρόμο, η ψυχή του άρχισε να περιπλανιέται για πάντα στα πέρατα της γης, ανάμεσα στον κόσμο του καλού και του κακού, ψάχνοντας ένα μέρος έτσι ώστε να μπορέσει επιτέλους να αναπαυθεί…

«Και που ξέρεις, Τομ, μπορεί απόψε να περάσει και έξω από το δικό μας σπίτι» του είπε η μητέρα του τελειώνοντας την ιστορία και λέγοντάς του καληνύχτα.

Ο Τομ γύρισε και κοίταξε τη κολοκύθα νιώθοντας μια έντονη ανατριχίλα που τον έκανε να τραβήξει την κουβέρτα μέχρι σχεδόν κάτω από τα μάτια. Νόμισε πως είδε να του χαμογελάει με εκείνο το τρομακτικό χαμόγελο που ο ίδιος σκάλισε και να του κλείνει το μάτι η μαύρη στρογγυλή τρύπα.

Ξαφνικά το δωμάτιο σκοτείνιασε εντελώς σαν κάποιος να φύσηξε το κερί, σβήνοντας το.

Ίσως να ήταν κι ο Τζακ…

Πηγές: http://spookygreekstory.blogspot.com/2011/11/jack-o-lantern.html

http://halloween-greece.weebly.com/—halloween.html

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here