Σάββατο, Σεπτέμβριος 21, 2019
More
    Αρχική Μεταφρασμένη Λογοτεχνία Και τα ψάρια τραγουδούν - Halldor Laxness

    Και τα ψάρια τραγουδούν – Halldor Laxness

    -

    Και τα ψάρια τραγουδούν

    Προσωπική άποψη: Παντελής Μαυρομμάτης

    Ο Άουλβγκριμερ, ένα αγόρι από την Ισλανδία, μένει από μικρός ορφανός. Οι γονείς του τον εγκαταλείπουν και αυτός αναγκάζεται να μεγαλώσει με τους ψαράδες παππούδες του.

    Διαμένουν σε ένα φτωχικό και γραφικό πέτρινο σπιτάκι με σκεπή από χώμα και χόρτο, στο Μπρέκεκοτ του Ρέικιαβικ. Ο Άουλβγκριμερ (δηλαδή “αυτός που μένει μια νύχτα με τα ξωτικά”), λατρεύει να ακούει τους χτύπους του παλιού σκοτσέζικου ρολογιού του σπιτιού, ενώ του αρέσει να παίζει στο λαχανόκηπο ή στο πλακόστρωτο ή κάτω στο μονοπάτι.

    Ο παππούς, ο Μπγιορν, ήταν πάντα κάπου εύκαιρος, σιωπηλός και παντογνώστης. Συνήθως τον έβρισκες στην ψαραποθήκη ή στο καλύβι για τα δίχτυα ή στο στάβλο. Μερικές φορές ξεμπέρδευε ένα δίχτυ πάνω στην ξερολιθιά. Όταν παραχωρούσε το κρεβάτι του σε κάποιον επισκέπτη, ξάπλωνε πάνω σ’ ένα σωρό από δίχτυα στην αποθήκη, δίχως να σκοτίζεται καθόλου. Ο Άουλβγκριμερ έχει ήδη αποφασίσει πως όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει ψαράς, σαν τον παππού του.

    Η διαρκής σιωπηλή παρουσία του υπήρχε σε κάθε γωνιά και χαραμάδα στο Μπρέκεκοτ, κι ήταν σαν αγκυροβόλι, η ψυχή σου έβρισκε σ’ αυτόν ό,τι ασφάλεια αποζητούσε.

    Όταν ο παππούς Μπγιορν ήταν παιδί, οι πάντες ήταν αυτάρκεις. Έπιανε ο καθένας τα δικά του ψάρια. Αργότερα, έφευγε με την ψαριά του σε μια χειράμαξα και την πουλούσε στην πόλη. Αν κάποια ψάρια δεν πουλιόνταν αμέσως, τα καθάριζε στο σπίτι και τα κρεμούσε από δοκάρια στην ψαραποθήκη, να τα ξεράνει.

    «Η γιαγιά σου μου μίλησε. Λέει ότι ο Χέλγκεσεν, ο δάσκαλος, λέει ότι μπορείς να μάθεις. Θέλουμε να μορφωθείς».

    «Και μετά τι θα πρέπει να κάνω;» είπα. «Θα μου επιτρέπεται να ξανάρθω για ψάρεμα μαζί σου;»

    Ο Άουλβγκριμερ ζει τον απόλυτο επίγειο παράδεισο με τους παππούδες του. Μια μέρα βλέπει έναν άντρα να έρχεται από το κοιμητήριο παραπαίοντας και κουβαλώντας ένα φοβερά μεγάλο σακί στην πλάτη. Ο άντρας ζητάει να δει τον παππού. «Σου ‘κλεψα την τύρφη χτες τη νύχτα, Μπγιορν, από τη στοίβα κει πέρα, πλάι στην αποθήκη», του λέει ντροπαλά. «Δεν έκλεισα μάτι όλη νύχτα από τις τύψεις. Ξέρω ότι δε θα ζήσω άλλη ευτυχισμένη μέρα στη ζωή μου μέχρι να με συγχωρέσεις».

    Και τα ψάρια τραγουδούν – Halldor Laxness

    Ο παππούς τον καλεί μέσα στο σπίτι μέχρι να σκεφτεί. Του προσφέρει καφέ και ταμπάκο. Μετά από λίγο ο κλέφτης σηκώνεται. Ο παππούς τον συνοδεύει ως το πλακόστρωτο.

    «Θα μου πεις κάτι προτού φύγω, Μπγιορν;» είπε ο κλέφτης.

    «Όχι», είπε ο παππούς μου. «Έκανες κάτι που ο Θεός δε μπορεί να το συγχωρέσει».

    Ο Άουλβγκριμερ και οι παππούδες του δεν είναι τίποτα βιβλιοφάγοι. Η μικρή βιβλιοθήκη τους δημιουργήθηκε από τα βιβλία που άφηναν, ως πληρωμή για το κατάλυμα, επισκέπτες που κατέλυαν για μια νύχτα. Κυρίως είχαν να κάνουν με πολεμιστές, ιππότες και θαλασσινά έπη. Ανάμεσα στα βιβλία υπάρχει και η Αγία Γραφή, την οποία είχε φέρει ο γέρο Θόουδερ ο βαπτιστής, όταν είχε καταφτάσει από το εξωτερικό με ένα ατμόπλοιο. Αρχικά, ο παππούς Μπγιορν είχε αρνηθεί να τη δεχτεί. Το βράδυ όμως πριν ο βαπτιστής αναχωρήσει για τη Νορβηγία, πηγαίνοντας ο παππούς για το βδομαδιάτικο κούρντισμα του ρολογιού, βρήκε μέσα κρυμμένο ένα αντίτυπο της Αγίας Γραφής του βαπτιστή.

    «Δεν είναι γραμμένο πουθενά σε τούτο εδώ το ιερό βιβλίο», αναφωνούσε (ο Μπγιορν) χτυπώντας την Αγία Γραφή. «Ούτε με μία λέξη, ότι αθώα παιδιά θα πρέπει να βαπτίζονται».

    Για τη γιαγιά του, ο Άουλβγκριμερ ένιωθε ευγνώμων που την είχε δίπλα του. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε, «Όποιος είναι αρκετά τυχερός ώστε να έχει τέτοια καρδιά, αγνοεί ολωσδιόλου πως έχει καρδιά». Παρ’ όλα αυτά, ήξερε τόσο λίγα γι’ αυτήν. Ένιωθε όμως ότι η γιαγιά του ήταν κοντύτερά του απ’ όσο οποιοσδήποτε άλλος στον κόσμο. Βέβαια, όταν το συνειδητοποίησε αυτό, η γιαγιά βρισκόταν ήδη στον τάφο. Αρκετά χρόνια μετά το θάνατό της, έμαθε ότι ποτέ δεν είχε δικό της κρεβάτι. Απλώς έγερνε το κεφάλι της σε κάποια πέτρα ή πλάγιαζε σε κάποιο αχυρόστρωμα, για μια – δυο ώρες τη νύχτα. Πήγαινε για ύπνο πάντα τελευταία και ξυπνούσε πρώτη για να φτιάξει καφέ για όποιον σηκωνόταν νωρίς.

    Η γιαγιά είχε το συνήθειο να απαντά στους ανθρώπους με παροιμίες και γνωμικά. Συχνά υπήρχε καλοπροαίρετο χιούμορ στην απάντησή της, η φωνή της όμως είχε μια χροιά συμπόνιας, σχεδόν καρτερικότητας, αλλά ποτέ πικρίας. Όταν ήταν μικρή έμαθε να αναγνωρίζει τα γράμματα του αλφάβητου από ένα γέρο που της τα χάραξε στον πάγο όταν εκείνη φυλούσε πρόβατα το χειμώνα. Γραφή έμαθε από μια γριά, φτιάχνοντας γράμματα με μια βελόνα πλεξίματος σ’ ένα καπνισμένο γυαλί.

    «Έπιασαν οι βροχές».

    «Τι ανοησίες!» είπε η γυναίκα.

    «Κοίτα έξω από το παράθυρο», είπα.

    «Ξέρω», είπε η γυναίκα. «Βρέχει με το τουλούμι. Αλλά κανένας δε λέει ότι έπιασαν οι βροχές αν οι πέτρες δεν έχουν μια βδομάδα να στεγνώσουν».

    Ο Άουλβγκριμερ το έβρισκε ιδιαίτερα ευχάριστο και ανακουφιστικό να ακούει τους παππούδες του να μιλούν σε ανθρώπους για το θάνατο και να βλέπει τις νεκρικές πομπές με τα μαύρα άλογα στο κοιμητήριο. Οι αργοί χτύποι της καμπάνας του κωδωνοστασίου, πολλές φορές με τη συνοδεία βροχής, πίστευε ότι έδιναν στο τέλος της ζωής των νεκρών γαλήνη και ανακούφιση.

    Και τα ψάρια τραγουδούν

    Μια μέρα τους επισκέπτεται ο έμπορος Γκούδμουνσεν, ο οποίος προτείνει στον παππού να αγοράσει το φτωχικό τους σπίτι. Ο παππούς Μπγιορν, τίμιος ως συνήθως, αρνείται ευγενικά αλλά κατηγορηματικά. Ο έμπορος όμως επιμένει, προσφέροντας ένα υπέρογκο ποσό σε χρυσάφι. Τότε, ο παππούς στρέφεται στον νεαρό Άουλβγκριμερ και του λέει:

    «Να τους πεις ότι, αν σκέφτονταν να μου μιλήσουν για ψάρια, θα του πουλήσω μισή ντουζίνα ζευγάρια κρεμασμένα κοτόψαρα επί πιστώσει».

    Οι περιπέτειες του Άουλβγκριμερ θα συνεχιστούν, με πανέμορφες περιγραφές της άγριας ομορφιάς της Ισλανδίας, εντυπωσιακά βουνά, ορμητικά ποτάμια, απόκρημνα βράχια και πανέμορφες λίμνες. Τα πέτρινα γραφικά σπιτάκια των ψαράδων, τα λαχταριστά ντόπια κέικ με κρέμα «που έλιωναν στη γλώσσα όπως το χιόνι στη λιακάδα», τα ξακουστά φουρνάρικα του Ρέικιαβικ, τα αξέχαστα πρωινά όπου φώναζε ο παππούς τον Άουλβγκριμερ να τον βοηθήσει με τα δίχτυα, οι μυρωδιές από το φρυγανισμένο ψωμί της γιαγιάς, το συνήθειο να διαβάζουν τα βράδια σάγκα κάτω από τη λάμπα του ξυλοστάτη της πόρτας, η συγκινητική ιστορία της άρρωστης Ελληνίδας βοσκοπούλας, οι ατέλειωτες ώρες που ο μικρός λάτρευε να κάθεται στις πέτρες στην παραστιά της γιαγιάς του ενώ εκείνη μαγείρευε ή έπλεκε, και τέλος το μυστικό που επί χρόνια έκρυβαν οι παππούδες του, η ενηλικίωσή του αλλά και η συγκλονιστική τελευταία σκηνή στο υπόγειο, σκοτεινό σκευοφυλάκιο, όλα αυτά συνοψίζουν το εξαιρετικό, ταξιδιάρικο και έντονα νοσταλγικό «Και τα ψάρια τραγουδούν», του υπέροχου, σκανδιναβού νομπελίστα Haldor Laxness.

    Πόσο αξίζει όμως ένα κοτόψαρο; Θα μπορούσε κάποιος ν’ απαντήσει ρωτώντας: Πόσο κοστίζει ο ήλιος, το φεγγάρι, τα αστέρια; Υποθέτω ότι υποσυνείδητα ο παππούς μου έδινε ο ίδιος την απάντηση για τον εαυτό του, ότι η σωστή τιμή για ένα κοτόψαρο ήταν η τιμή που εμπόδιζε έναν ψαρά να συσσωρεύσει περισσότερα λεφτά απ’ όσα χρειαζόταν για τις ανάγκες της ζωής.

    Περίληψη: Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στις αρχές του 20ού αιώνα στα περίχωρα του Ρέικιαβικ. Ήρωας είναι ένα ορφανό αγόρι που ακούει στο όνομα Άουλβγκριμερ, λέξη που στα ισλανδικά σημαίνει “αυτός που περνάει τις νύχτες με τα ξωτικά”. Όταν ο Άουλβγκριμερ έρθει σε επαφή με τη νέα καθεστηκυία τάξη του Ρέικιαβικ (πολιτικούς, ανερχόμενους επιχειρηματίες, αριβίστες κάθε είδους), θα αρχίσει να αναρωτιέται για τις ηθικές αρχές με τις οποίες μεγάλωσε ως εγγονός ψαράδων.

    Ένα σπουδαίο μυθιστόρημα που θα ενθουσιάσει όσους αναγνώστες πιστεύουν ότι η λογοτεχνία πρέπει να ασχολείται με τα μεγάλα θέματα της ύπαρξης, της ηθικής και της κοινωνίας. Ένας νομπελίστας συγγραφέας που αξίζει να ανακαλύψετε.

    Στοιχεία Βιβλίου

    Τίτλος: Και τα ψάρια τραγουδούν

    Συγγραφέας: Halldor Laxness

    Εκδόσεις: Καστανιώτης

    ISBN: 9789600356267

    Έτος Έκδοσης: 2013

    Επιμέλεια κειμένου: Ζωή Τσούρα

    Επεξεργασία κεντρικής εικόνας: Νεκταρία Πουλτσίδη

    Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών
    Είμαστε μια ομάδα ανθρώπων που αγαπάμε τις λέξεις σε όποια τους μορφή κι αν τυπώνονται: άρθρα, ειδήσεις, λογοτεχνία, ποίηση και δραστηριοποιείται στο διαδίκτυο. Σας ενημερώνουμε για δραστηριότητες παλιές και καινούριες. Ελάτε μαζί μας να παίξουμε με τα λόγια που γράφονται!

    Απάντηση