Σάββατο, 8 Αυγούστου, 2020
More
    Αρχική Συγγραφής Τέχνη Καλοκαιρινή σουμάδα

    Καλοκαιρινή σουμάδα

    -

    Καλοκαιρινή σουμάδα

    Γράφει ο Αστέρης Σχοινάς

    Πάνω στο ξεφάντωμα, ξαφνικά, σφυρίγματα, φωνές, γέλια, τίναξαν το μαγαζί στον αέρα, αλλά μετά από λίγο μια αναπάντεχη είδηση θα πάγωνε τις ανάσες όλων!….

    —–<< >>—–

    Ήτανε όλοι τους μια ζηλευτή παρέα. Άλλοι σπουδαστές κι άλλοι εργαζόμενοι, κεντούν τα όνειρά τους στο υφαντό της ζωής, αντικρίζουν τα πράγματα με ρεαλισμό και σύνεση, στη βάση του εφικτού και της πραγματικότητας. Δεν είναι έφηβοι πια, δεν πετάν στα σύννεφα της φαντασίας. Συμμαθητές στα εφηβικά τους χρόνια, έχουν πολλά κοινά να θυμούνται και να αναπολούν, να χαίρονται και να πονούν. Στις περιοδικές συναντήσεις τους γυρίζουν συχνά στα μαθητικά θρανία, νοσταλγούν και περιγράφουν σκηνές «απείρου κάλλους». Επιμένουν να ανασκαλεύουν περασμένα πρόσωπα και γεγονότα. Κάποια στιγμή τους θυμίζει ο Φαίδρος το θέμα της απιστίας, που είχαν αφήσει αδιευκρίνιστο στα μαθητικά χρόνια, και το επαναφέρει με στόμφο.  

     –Τελικά, ποιος είναι συχνότερα άπιστος, ο άντρας ή η γυναίκα;

     –Είπαμε, ο άντρας!, ξεφώνισε η Ναυσικά.

     –Όχι! Η γυναίκα!, την τάπωσε ο Φώτης.

     –Κάνετε κι οι δυο σας λάθος,  φώναξε ο Αλκαίος. Ξεχάσατε μου φαίνεται, αυτά που είχε πει ο «μεγάλος» Νταναβάρας –καλή του ώρα εκεί που βρίσκεται: «Στην απάτη σημειώστε «Χ». Απλά, εμείς παριστάνουμε τον μεγάλο πηδήκουλα και βγάζουμε την απάτη στην πιάτσα, ενώ οι σουπιές αμολάνε μελάνη και την καλύπτουν. Εσύ πηδάς τη δική μου κι εγώ τη δική σου»…

     –Πέστα χρυσόστομεεε!

     –Χα, χα, χα, χα…

     –Τι γελάς, ρε μαλάκα; Έτσι δεν κάνουμε όλοι;

     –Όχι, για άλλο γελάω.

     –Για ποιο;

    – -Να, θυμήθηκα τότε που ήρθε στο σχολείο μας εκείνος της Υγειονομικής Υπηρεσίας και μας μίλησε για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Θυμόσαστε;…

    – -Ποιο απ’ όλα;

     –Όχι τι είπε εκείνος, αλλά αυτό που αμόλησε ο Νταναβάρας, όταν ακούγαμε για τη χρήση προφυλακτικών.

     –Τι είχε πει;

     — «Από τι να προφυλαχτούμε ρέεεε!… Απ’ τη χούφτα μας;»

     –Χα, χα, χα, χα…

     –Έγραψε ιστορία ο «μεγάλος»!

               Μεγάλο τον φώναζαν όλοι οι φίλοι τον Βαγγέλη Νταναβάρα. Ποιος ξέρει γιατί!…  Πάντως, έτσι που έπιαναν τα χέρια του, σκασίλα του που δεν πήγε να σπουδάσει. Έγινε υδραυλικός κι «έχει χεστεί στο τάληρο» λένε.

                                                                —–<< >>—–

    Καλοκαιρινή σουμάδα

    Μαθητική ζωή, βελούδινη εποχή, ανεξίτηλη στάμπα στην ψυχή, που τους έχει σημαδέψει για πάντα. Δεκαεξάρηδες και δεκαεφτάρηδες, με τη ζωή απέραντη λεωφόρο, πιστεύουν … και τι δεν πιστεύουν!…. Παρακολουθούν τα μαθήματα, κάνουν τον χαβαλέ τους. Συμμαζεύονται στις καφετέριες, καταθέτουν την ψυχούλα τους, καλαμπουρίζουν. Εκεί θα ακούσεις τον Εγωισμό να φωνασκεί, τον Τειρεσία να εκφράζεται με χρησμούς, τον Διακογιάννη να αναμεταδίδει αγώνες, τον Χώκινς να πλανιέται στο χάος, τον Πολιτικό να δημαγωγεί…. Παρλαπίπες…; Εσύ το λες!.. Η Εφηβεία σοβαρολογεί, κατανοεί τι λέει. Προτείνει ρηξικέλευθες λύσεις, καταθέτει ανατρεπτικές ιδέες και δεν λησμονεί να δηλώνει πρόθυμη να θυσιαστεί για το ωραίο και το ανώτερο.

    Εκεί, ανάμεσα στο ωραίο και το ανώτερο, κορωνίδα για τον έφηβο, τι άλλο;… ο έρωτας! Εξάπτει τη φαντασία του, γεμίζει το στόμα του σορόπι. Παράτολμος πάντα, κινείται ανάμεσα σε ρεαλισμό και εικονική πραγματικότητα, φλυαρεί κι αγορεύει. Έτσι τον εισπράττει από το διαδίκτυο, έτσι τον καταθέτει, φορτωμένο συνήθως σε τόλμη και ποικιλία. Επιθυμία του; Να γνωρίσει και να πάει με όλες και με όλους.

    «Μαζέψτε τις, ρέεεε! Θα σας τις πατήσουν!»……..

    Λόγια….  Λόγια σοροπάτα, που ρέουν στο λαρύγγι τους, σαν ορεκτική σουμάδα. Κι ούτε λέξη για AIDS ή άλλα σοβαρά νοσήματα μεταδιδόμενα με σεξουαλική επαφή απ’ τη φωνασκούσα παρέα. Φαίνεται, η Εφηβεία τούς υπνωτίζει, καθιστώντας τους άτρωτους στα βέλη των ιών. Αγνοούν, μάλλον, την αχίλλειο πτέρνα, που όλοι κουβαλάμε πάνω μας, ως γνήσιοι απόγονοι του ομηρικού Αχιλλέα…          

    Είναι να ’σαι τυχερός, να μη σε πετύχει το βέλος της Άρτεμης κατάκαρδα. Χάνεις τα λογικά σου. Μια τέτοια ζημιά είχε πάθει ο κακόμοιρος Βαγγέλης Νταναβάρας. Τον είχε ξεμυαλίσει η Ελπίδα, μια λεπτούλα καστανομάτα και τσαχπίνα, που δεν θα την έλεγες ποτέ όμορφη. Τουναντίον μάλιστα, καθώς ήταν το πρόσωπό της φουλ στην ακμή,  στα μάτια των συμμαθητών της φάνταζε ασχημόπαπο, αλλά ο Βαγγέλης αυτήν ήθελε, αυτήν αγαπούσε. Και στην προσπάθειά του να την πλησιάσει, σκέφτηκε μια μέρα –Απρίλης ήταν κι είχε τις φουσκοδεντριές του– να της στείλει ερωτικά μηνύματα. Εκείνη ξεμυαλισμένη τότε, με έναν εξωσχολικό τύπο, το εκλαμβάνει ως προσβολή. Πεισμώνει κι αποφασίζει να καθαρίσει τη μπουγάδα στα ίσια:

     –Δε μου λες, ποιος σού ‘δωκε το δικαίωμα να μ’ ενοχλάς;

     –Κανένας!

     –Τότε;…

     –Μ’ αρέσεις.

     –Άντε, ρε γελοίε!

     –Εγώ δεν σ’ έβρισα.

     –Ακούς τι λέω; Να μη με ξανανοχλήσεις!

     –…..

             «Μου ’κοψε, η ρουφιάνα, όλη τη μαγκιά με το μαχαίρι», ξομολογήθηκε αργότερα στον κολλητό του Αλκαίο. «Χέστην ρε μαλάκα, την ασκημομούρα. Θα βρεις άλλην καλύτερη. Τι σου λείπουν, νιάτα ή λεβεντιά;

    Η Άνοιξη είχε πλημμυρίσει τα πάντα, τα νιάτα, τη φύση, τη ζωή. Άνοιξη στη φύση: ανθοφορία, οργασμός, ανάσταση. Άνοιξη στη ζωή: εφηβεία, οργασμός, επανάσταση. Αποδημητικό πουλί η ανάσταση στη φύση, επανέρχεται πάλι και πάλι –νομοτελειακά– να τη γονιμοποιήσει,  να τη δομήσει στα χνάρια του χτες, πατώντας στο σταθερό βάθρο της εμπειρίας. Η εφηβεία, απ’ την άλλη, καβαλάρης μοναχικός, εισβάλλει ορμητικά στην αρένα να παλέψει με θηρία κι αλυσίδες, με θεσμούς και κανόνες. Αισιόδοξη, ωστόσο, ελπίζει πάντα να ανατρέψει και να επαναδομήσει την κοινωνία στα χνάρια του ονείρου και της φαντασίας – ιδανική, ελεύθερη, πλούσια–  με θεμέλιο λίθο την απειρία. Αλλά έστω κι έτσι, αδόκιμα, εργάζεται για την αναδόμηση, προετοιμάζεται για τον ποθητό θέρο, να δρέψει τους ώριμους καρπούς. Τρελά νιάτα… Α! και να τα ‘χαν οι γέροντες!…

    Όλο το νόημα της ζωής συμπυκνωμένο θαρρείς, σε μια εποχή –την εφηβεία–, όπου ο έρωτας με κοντοπαντέλονο, σαν αλητάκι, σφυρίζει δελεαστικά στις γειτονιές, προσκαλώντας νέους και νέες στο πανηγύρι που ξεκινάει. Αλλά πόσο απογοητευτικό για τους περισσότερους! Ο έρωτας, αυτός ο νομοταγής τελάλης, να μεροληπτεί, να κάνει αυθαίρετες εξαιρέσεις στα καλέσματά του, διαλαλώντας μάλιστα με την ντουντούκα του: «Τρέεεεξετε, οι τυχεροί κερδίζουν.  Πολλοίιιιι… οι κλητοί… ολίιιιγοι… οι εκλεκτοί!». Ντροπή του! Ντροπή του!    

    Στους εκλεκτούς κληρώθηκε ο Αλκαίος Ευείδης. Κατά τη γέννησή του έσπευσαν οι Μοίρες να τον ευλογήσουν, να του στρώσουν το κόκκινο χαλί.  Στους κλητούς, πλην άτυχους, έλαχε ο Βαγγέλης Νταναβάρας. Αφέθηκε ασμίλευτος, όπως βγήκε απ’ το ελαττωματικό καλούπι. Τίποτα δεν θα του χαριζόταν στη ζωή. Ζήλευε τους άλλους που μπορούσαν να κινούνται άνετα στο θηλυκό τερέν. Έβλεπε τον Αλκαίο, περιτριγυρισμένο από μαθήτριες, βουτηγμένο στην αυταρέσκειά του –φτυστός ο Νάρκισσος– να κοιτάζει το πρόσωπό του στον καθρέφτη του μέλλοντος και  να χαμογελάει ευτυχισμένος.  

    Μπορεί να περιτριγύριζαν και να λαχταρούσαν κοπελιές και κοπελιές τον Αλκαίο, εκείνος όμως, αν και «εκλεκτός» της τύχης, την είχε αρπάξει τη σαϊτιά του απ’ την Ευτέρπη, την ξανθιά σειρήνα του σχολείου τους, την «αέρινη Φεράρι», κατά τον Νταναβάρα. Ήτανε ζήτημα τιμής για τον Αλκαίο να επουλώσει τη σαϊτιά στην καρδιά του, να κατακτήσει την Ευτέρπη. Όμως, πώς να χειριστεί το θέμα; Αρκετά κουμπωμένος και ντελικάτος σ’ αυτά τα ζητήματα, παρά την ομορφιά του, ντρεπόταν.  Ώσπου, μια μέρα, προς τη λήξη της χρονιάς, πήρε το θάρρος και της μίλησε καθαρά.

     –Τέρπη, θέλω να σου πω κάτι.

     –Τι;

     –Είμαι ερωτευμένος μαζί σου. Θέλεις να γίνεις το κορίτσι μου;

     -Εντάξει! Αλλά να ξέρεις, δε μ’ αρέσουν ζήλιες και τέτοια. Θυμάσαι τι τράβηξα τον χειμώνα με κείνον τον σαχλαμάρα της τρίτης Λυκείου.

    Με τα πολλά, με τα λίγα, έγινε η συνοδός του. Πότε ένα αγκάλιασμα, πότε ένα φιλί, μια συγκρατημένη έξαψη, κι όλα μια χαρά. Το πράμα προχωρούσε αργά, αλλά σταθερά. Η γλυκιά στιγμή πλησίαζε, ο θέρος εναγώνιος προ των πυλών. Δεν ήθελε να βιαστεί, μη θυμώσει και τη χάσει. Ώσπου,  ένα βράδυ η ποθητή στιγμή φόρεσε τα γιορτινά της ξεπροβάλλοντας στο ξέφωτο, σε μια ερημική ακρογιαλιά. Καλοκαιράκι ήταν. Ο ζεστός Ζέφυρος, ανασκουμπωμένος, θέρμαινε την ατμόσφαιρα, σκάλιζε τη θράκα της συνεύρεσης. Ο Αλκαίος, όλο καψούρα, δεν κρατιέται. Πέφτει βιαστικά στην αγκαλιά της Ευτέρπης, τη φιλάει στα χείλια, στον λαιμό, χαμηλά στο αυτάκι. Χαϊδεύει τα μεταξωτά μαλλιά. Ταξιδεύει…. Η καρδιά του χοροπηδάει στον τρελό ρυθμό της πεντοζάλης. Όμως οι κινήσεις του, διστακτικές κι αδέξιες, προδίνουν επιτήδευση. Μιλάμε, βλέπεις, για πρώτη φορά, για ευαίσθητο και ντροπαλό παιδί. Μιλάμε για πρώτη φορά πρόσωπο με πρόσωπο με το «θεριό».

               Η Τέρπη –έτσι τη φώναζαν χαϊδευτικά– επικίνδυνη θάλασσα η ίδια, δεν έχει τους προβληματισμούς του. Παραμένει αμέτοχη και γαλήνια. Θελκτική, όσο καμιά άλλη στην τάξη τους, προσγειωμένη κι έξυπνη, πατάει με βεβαιότητα στον στερεό φλοιό της γης. Παρατηρεί ψύχραιμα τα γεγονότα, γνωρίζει τι θέλει, το αναζητάει. Θα το βρει ; …..

    Ξαπλώνουν στη ζεστή αμμουδιά. Ανατριχίλα διαπερνάει το κορμί του. Ανεβαίνουν οι παλμοί. Κι εκεί, στην πιο κρίσιμη στιγμή, σηκώνει το κεφαλάκι του ο φόβος ψιθυρίζοντάς του: «Κοίτα μην ξεφτιλιστούμε!».

    Αυτό ήταν! Κόπηκε η ορμή του. Αποχωρίστηκαν οι δύο σάρκες. Η μάσκα προσβολής μετεωρίστηκε στον αέρα. Με την πλάτη στον τοίχο η προσδοκία. «Γαμώ την ατυχία μου, γαμώ …», γράφει σε υπότιτλους το βλέμμα του. Η απειρία κοκκινίζει. Αδυνατεί να του εξασφαλίσει τη γλυκόπικρη σουμάδα, το υπέροχο αναψυκτικό του γάμου καμωμένο από σιρόπι και πικραμύγδαλο.

    Μετά το καζίκι του δεν θέλησε να γυρίσει σπίτι. Έτρεξε να βρει παρηγοριά στη Μαρίνα, τη μελαμψή καλλονή με τα υπέροχα ερωτικά μάτια και τα σαρκώδη χείλια. Τη γνώριζε από μικρό παιδί. Όταν παντρεύτηκε τον θείο του –αδερφό της μάνας του– είχαν να λένε για την ασύγκριτη ομορφιά της, κι όλοι απορούσαν πώς χώρεσε τόση ομορφιά σε μια χωριατοπούλα απ’ την Αγία Μαρίνα. Αυτή η αγνή χωριατοπούλα ήταν το πρόσωπο που εμπιστευόταν περισσότερο από κάθε άλλο κι είχε το θάρρος να συζητάει λεύτερα τα προσωπικά του ζητήματα. Η λαλιά της τον μάγευε, το άρωμά της τον μεθούσε κι έλυνε τη γλώσσα του.

    Τον αντίκρισε η Μαρίνα και συμπόνεσε.

     –Τι έχεις καρδιά μου και πας σαν να ’σαι ζαλικωμένος; Ποια σε στενοχώρησε; Μήπως αυτό το πουτανάκι, η Ευτέρπη;

     –…..

     –Άντε ρε, σήκω το κεφάλι σ’ απάν’. Άντέεεε! Κοτζάμ άντρας και κιότεψες!

     –Δεν ξέρω, ρε Μαρίνα τι παθαίνω. Ξεκινάω μια χαρά, και την τελευταία στιγμή όλα στραβώνουν.

     –Δηλαδή…;

     –Να! Τι κάνω …τι δεν κάνω, δεν ξέρω. Κάθε φορά ένα Μηηηη ορθώνεται μπροστά μου σαν τείχος και μένω κάγκελο.

    Κοκκίνισαν τα μάγουλά του κι έσκυψε το κεφάλι. Παραδέχτηκε κάτι, που ως εκείνη τη στιγμή το διέψευδε κατηγορηματικά προς κάθε κατεύθυνση. Στους φίλους του μάλιστα, παρίστανε τον πολύπειρο άντρα, τον άντρα με τις χίλιες και μια κατακτήσεις, χωρίς να τις έχει γευτεί ακόμα. Εκείνοι, βέβαια, δεν έτρωγαν κουτόχορτο. Καταλάβαιναν…. Δεν τον έβλεπαν να κυκλοφορεί με κοπέλα και μεταξύ τους ψιλοσχολίαζαν τις στενές σχέσεις του με τον ντερβίση Νταναβάρα.

    Η Μαρίνα έπιασε τα παγωμένα χέρια του. Τα έσφιξε.

     –Αγοράκι μου, μην αποθαρρύνεσαι. Όλα θα έρθουν στην ώρα τους. Θα δεις… Κι ο τρόπος κι η τέχνη θα σε πλησιάσουν και θα σου ψιθυρίσουν λόγια γλυκά στο αυτάκι σου, του ‘πε με νάζι δίνοντάς του μια μικρή δαγκωνιά στο αυτάκι!, μόνο να προσέχεις πού τη βάζεις! Φόρα και κανένα σκουφάκι, όταν φτάνεις στη φωλιά του κούκου. Δεν ξέρεις…

               Την άλλη μέρα ο Αλκαίος πήρε τη μεγάλη απόφαση. Θα επισκεπτόταν το σπίτι με το κόκκινο φωτάκι. Αγόρασε τα κατάλληλα σύνεργα κι αναχώρησε για την Πάολα. Έφτασε στην είσοδο. Κοντοστάθηκε. Κοίταξε γύρω του με ανησυχία. Σήκωσε το χέρι κι έπιασε το πόμολο της πόρτας. Έμεινε εκεί, παγωμένο. Ένα Μηηηη πρόβαλε ξαφνικά μπροστά του. Γύρισε πλάτες και απομακρύνθηκε με γυρτούς ώμους. Μετέωρος και πάλι ο πόθος. Σε λίγο, όμως, τέντωσε αδιάφορα το κορμί του και βάδισε καμαρωτά. «Θα κάνω τον καμπόσο. Θα περιγράφω την όμορφη εμπειρία που έζησα, αν με ρωτάνε».  

    Το βραδάκι οι συμμαθητές συναντήθηκαν, ως συνήθως, για να ρουφήξουν μερικές τζούρες μπουρδολογίας.

    «Λοιπόν μάγκες, ακούστε μια ιστορία που άκουσα κάποτε», πέταξε το γάντι ο Φαίδρος, ο πλακατζής της παρέας. «Όταν ο Θεός έφτιαξε τους ανθρώπους, έπλασε και τον Έρωτα, για να τους ανακουφίζει απ’ τον καθημερινό μόχθο και τις έγνοιες της ζωής. Συγχρόνως, όμως, έπρεπε να τον στεγάσει κάπου να μην περιφέρεται εδώ κι εκεί σαν αλήτης. Σκέφτηκε, που λέτε, να κατασκευάσει μια μικρή φωλίτσα, εκεί να κρύβεται και να ενώνει τον άντρα με τη γυναίκα. Παράλληλα, έβαλε μέλισσες στην είσοδο, να τη γεμίζουν κάθε μέρα μέλι, να ’ρχεται ο Έρωτας να το τρυγάει. Αλλά προσέξτε, τους λέει ο Θεός. Δεν πρέπει να αφήνετε τον Έρωτα να μπαινοβγαίνει ελεύθερα σε κάθε φωλιά που συναντάει, γιατί θα αγριέψουν οι μέλισσες, θα βάλουν δηλητήριο στο κεντρί τους και ….».

    «Ρε, τι μέλισσες και μαλακίες μου λέτε! Φωλιά πέστε μου πού θα βρούμε, τ’ άλλα τα βολεύουμε», μούγκρισε σφίγγοντας τα δόντια ο Βαγγέλης Νταναβάρας. Ήταν, βλέπεις, το αδύνατο σημείο του. Δυσκολευόταν να βρεί τη δική του μελιτοφόρο φωλίτσα. Κακοπλασμένος, θαρραλέος και θρασύς ακτινοβολούσε έντονο αντρισμό, που εντυπωσίαζε τα αγόρια, όμως δεν γοήτευε τα κορίτσια, γι’ αυτό είχε ανοίξει από νωρίς παρτίδες με τον αγοραίο έρωτα. Μόλις έπιανε λίγα φράγκα, έτρεχε στην Πάολα να της τα ακουμπήσει, «να την ξεσκίσει», όπως έλεγε. Αλλά ακόμα και σ’ αυτό στάθηκε άτυχος. Γιατί, ενώ είχε πάντα ορέξεις, σπανίως διέθετε φράγκα. Άσχημος, φτωχός και γκαντέμης, πώς να τα βγάλει πέρα;… Σε κάτι τέτοιες στιγμές, αν οι ορμές τον πίεζαν, τι να ’κανε;…..

                Δεκαεξάρηδες και δεκαεφτάρηδες τα φιλαράκια, όλο ορμή και όρεξη, αφουγκράζονταν τους ψιθύρους των Σειρήνων, αλλά για ποικίλους λόγους αυτές βρίσκονταν μακριά τους. Περισφίγγονταν τότε στο κατάρτι τους –όπως άλλοτε ο Οδυσσέας– και στο άψε σβήσε έδιναν μια προσωρινή λύση, με τον νου τους πάντα καρφωμένο στην Καλυψώ των λογισμών τους. Πολλοί δεν την είχαν γνωρίσει ακόμα. Την άκουγαν. Αισθάνονταν την αύρα της. Την ποθούσαν και μόνο ορισμένοι είχαν την αγαθή τύχη να «φασώνονται» πότε πότε στο σχολείο, στις καφετέριες, στους δρόμους. Καμιά αγκαλιά, κανένα πεταχτό φιλί… Ως εκεί, τίποτα άλλο. «Α! Δεν καταλάβατε καλά. Οι νέοι μαλακίζονται σήμερα, δεν πηδάνε», λέει και ξαναλέει ο σαραντάρης Μιχάλης Καλαφάτης, που γνωρίζει καλά το παιχνίδι της Αφροδίτης και το φωνάζει να ακούνε οι γυναίκες, να συρρέουν (;)… Και συμπληρώνει ως ειδικός σεξολόγος αποφθεγματικά: «Έχουν εξοικειωθεί τόσο πολύ οι πιτσιρικάδες με το άλλο φύλο, που ο έρωτάς τους έχει ξεπουπουλιαστεί. Γαλοπούλα πρωτοχρονιάτικη τον έχουν κάνει».

               Εκεί την είχε πατήσει ο Αλκαίος Ευείδης. Με τόσες κοπέλες γύρω του, είχε εξοικειωθεί και ξεθυμάνει εντελώς. Δέσμιος όμως, της εγωιστικής γοητείας του, αδυνατούσε να αποδεχτεί την απόρριψη. Η Ευτέρπη του, αντίθετα, αραβικό άλογο γεννημένο για ιπποδρομίες, είχε από νωρίς ορίσει τον στόχο της. Αναζητούσε τον έμπειρο καβαλάρη, να πετάξει ερωτικά, αλλά και να αναρριχηθεί κοινωνικά, προτού φανούν σημάδια παρακμής. Πλεύρισε, λοιπόν, με πολλές ελπίδες τον Μιχάλη Καλαφάτη, που διέθετε φουσκωμένο πορτοφόλι και κότερο. Θα εύρισκε άραγε, την ευτυχία της ή θα έπεφτε στα δίχτυα επιτηδείων να τους τέρπει;…. Μόλις ο Αλκαίος πληροφορήθηκε πως το έσκασε μ’ έναν παντρεμένο, καταγκρεμίστηκε σε απύθμενο πηγάδι απογοήτευσης.  

               Με μαύρα σύννεφα στα μάτια έτρεξε για παρηγοριά πάλι στη Μαρίνα του.

     –Μα τι έγινε βρε αγόρι μου; Έτσι στην ψύχρα; Μήπως μαλώσατε;

     –Όχι, όχι! Τίποτα. Προτίμησε τον πλάνο Καλαφάτη, τον παντρεμένο, η παλιοσκρόφα.

     –Το ‘χει στ’ όνομά του ο άτιμος να καλαφατίζει γυναίκες! Μη στενοχωριέσαι, όμως, καρδούλα μου!

               Τον πήρε στην αγκαλιά της και τον κράτησε σφιχτά πάνω της. Ήταν αγοράκι, όταν τον γνώρισε, ένα χαριτωμένο ανεψούδι που το κανάκεψε και το λάτρεψε, αλλά…. αλλά…. Τώρα στεκόταν μπροστά της σωστός λεβέντης. Παρασύρθηκε! Στερημένη για μήνες το διπλό κρεβάτι –ο άντρας της ταξίδευε ναυτικός– ξέχασε διαφορές ηλικίας και συγγένειες. Τα ξέχασε όλα. Ξύπνησε ενστικτωδώς η γυναικεία φύση της, δεν  την συγκρατούσε τίποτα πλέον. Ερεθίστηκε. Ερεθίστηκε πολύ. Ένιωσε τις ρώγες της να σκληραίνουν, το υπογάστριο να καίγεται. Τον άρπαξε σαν έτοιμη από καιρό, άνοιξε το πουκάμισό του, χάϊδεψε το στήθος του, οδήγησε το χέρι του στο δικό της, έπιασε το τσιλικωμένο μόριό του, το έσφιξε να κορώσει η φωτιά και των δύο. Μόλις που πρόλαβαν να ξαπλώσουν στο κρεβάτι, βρέθηκαν πάραυτα στον έβδομο ουρανό. Η νύχτα –πιστέψτε με–  νυχτέρεψε άγρυπνη να βλέπει και να ακούει, όσα δεν είχε καταφέρει σ’ όλη τη ζωή της. Τέτοιο ήταν το πάθος τους, όλη τη νύχτα άσβεστο!

    Έτσι έσβησε με μιας η Ευτέρπη απ’ το μυαλό του. Βασίλισσα της καρδιάς του, τώρα, θρονιάστηκε η Μαρίνα. Άντε να ξεριζωθεί ο έρωτάς του γι’ αυτήν! Άντε να σβήσει η μυρουδιά του κορμιού της απ’ τα ρουθούνια του κι η βελούδινη αίσθηση της επιδερμίδας της απ’ την αφή του!

                                                                    —–<< >>—–

    Έζησαν τον παράνομο έρωτά τους πέντε χρόνια. Πόσο ακόμα να κρατηθεί μυστικός; Κινδύνευε να αποκαλυφθεί. Ο σύζυγός της, αν και ταξίδευε τον περισσότερο καιρό, άρχισε να την ψυλλιάζεται. Έπρεπε να δοθεί ένα τέλος, όσο πικρό κι αν ήταν….

     –Με διώχνεις;

     –Όχι! Πρέπει να με καταλάβεις…

     –Πώς θα ζήσω χωρίς εσένα, χωρίς τα μάτια σου, χωρίς το άρωμά σου, χωρίς το ζεστό κορμί σου; Πώς;…. Πώς;…

     –Δεν γίνεται αλλιώς! Κατάλαβέ με!

     –Να ξέρεις, δεν θα αντέξω!

     –……

               Την έσφιξε στην αγκαλιά του για τελευταία φορά κι απομακρύνθηκε αμίλητος και βουρκωμένος.

    Στους φίλους του δεν είχε αποκαλύψει, αυτά τα πέντε χρόνια, τίποτα. Συναντιόταν τακτικά μαζί τους, αστειευόταν, γελούσε, συμμετείχε στις ερωτικές ατάκες και αναλύσεις. Όμως, παρέμεινε διαρκώς ένας γρίφος, ένας σκεπασμένος τάφος… Κι ενώ κυκλοφορούσαν όλοι με τις γκομενίτσες τους, εκείνος πάντα μόνος. “Τόσο που ….. να βάζουν πολλά με το νου τους για τη στενή φιλία του με τον “μεγάλο”.

    Εκείνο το καλοκαίρι, πέντε χρόνια μετά την αποφοίτησή τους απ’ το σχολείο, οι παιδικοί φίλοι αποφάσισαν να μαζευτούν στις 17 Ιουλίου, να διασκεδάσουν στο πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας, λίγο έξω απ’ την πολίχνη τους. Στην σύναξη δεν ανταποκρίθηκαν όλοι. Η Ευτέρπη είχε εξαφανιστεί, ο Αλκαίος κι ο Βαγγέλης δεν απαντούσαν στις τηλεφωνικές κλήσεις. Παρόλα αυτά, το γλέντι ξεκίνησε κανονικά και γρήγορα κορώθηκε. Πάνω στο ξεφάντωμα μια μαύρη ΒΜW παρκάρει έξω απ’ το κέντρο διασκέδασης. Κατεβαίνει ο οδηγός, ανοίγει την πόρτα της συνοδηγού, την πιάνει αλά μπρατσέτα και μπαίνει στο κέντρο. Το μαγαζί τινάχτηκε στον αέρα.  Χειροκροτήματα, σφυρίγματα, φωνές τράνταξαν πόρτες και παράθυρα. Δονήθηκαν καρδιές. Ο Βαγγέλης Νταναβάρας με μια γκομενάρα δίπλα του έμπαινε στο μαγαζί να το κάψει. Με μάτια καρφωμένα πάνω τους, προσπαθούσαν οι φίλοι να μαντέψουν ποια μπορούσε να είναι η θεά. Είχε τόσο αλλάξει! Κανένας δεν την αναγνώριζε. Κι όμως, ήταν η Ελπίδα! Το ασχημόπαπο! Μπορεί να άργησε να τη συναντήσει ο «μεγάλος», όμως δεν είχε χάσει ποτέ την ελπίδα μέσα του. Μπήκαν, λοιπόν, όλοι μαζί στον χορό, το γλέντι φούντωσε πάλι για τα καλά. Αλλά….. αλλά…. Εκεί, ξαφνικά στην κορυφή της χαράς, μια οδυνηρή είδηση σαν κεραυνός έπεσε να εξαερώσει με μιας γέλια, τραγούδια και χαρές. Πόνος και πανικός σκορπίστηκε στους πάντες. Ο Αλκαίος Ευείδης, ο χαρισματικός, ο Άδωνης, ο «Εκλεκτός» της μοίρας, είχε ξεφύγει το πρωί απ’ την πορεία του σε μια στροφή του δρόμου κι είχε καταγκρεμιστεί στη θάλασσα. Κανένας ως εκείνη την στιγμή δεν γνώριζε προθέσεις κι αιτίες. Άλλοι μιλούσαν για δυστύχημα, άλλοι για αυτοκτονία…. Την άλλη μέρα ένα κουτάκι που βρέθηκε στο συρτάρι του γραφείου του έφερε μάλλον σύγχυση παρά έλυσε το μυστήριο του δυστυχήματος. Στο κουτάκι υπήρχε μια χρυσή καδένα κι ένα μικρό σημείωμα που έγραφε:

    «Ένα δωράκι στη γιορτή σου να με θυμάσαι. Με άπειρη αγάπη,

    Αλκαίος».

    ΄Ηταν ένα υπέροχο καλοκαιρινό πρωινό, ανήμερα της Αγίας Μαρίνας, όταν κόπηκε ο ανθός της παρέας….

    Πηγή εικόνων: https://www.tastefull.gr/recipe/soumada

    https://paxxi.squarespace.com/blog/?offset=1530172800785

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here