Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου, 2021
More
    Αρχική Ελληνική Λογοτεχνία Καπράγια - Πέμη Γκανά

    Καπράγια – Πέμη Γκανά

    -

    Βρισκόμαστε στην Καπράγια, ένα νησάκι στο Τοσκανικό αρχιπέλαγος, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, το 1914, λίγο πριν ξεσπάσει ο Ά Παγκόσμιος Πόλεμος. Μια κουκίδα στον χάρτη, που όσο απέχει από το Λιβόρνο και τη Σετσίνα της Ιταλίας άλλο τόσο απέχει και από τη Μασσαλία. Εκεί διαδραματίζεται ένα κλειστοφοβικό ανάγνωσμα  με στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ.

    Προσωπική άποψη: Χαρά Δελλή

    Εκεί συναντάμε τη Ρομίνα, την Αντονίνα, τον Μάσιμο, τον αδάμαστο καπτα Μπαρτόλο, τη γριά Νινούτζα, τη νόνα Γκρατσιέλα, τον Σέρτζιο στο καλογραμμένο δεύτερο μυθιστόρημα της Πέμης Γκανά, από τις Εκδόσεις Πνοή. Στα στενά πλαίσια του μικρού αυτού τόπου, που κάποια δύναμη εκσφενδόνισε μέσα στο πέλαγος, χωρούν μόνο προκαταλήψεις και φόβος απλών ανθρώπων για το άγνωστο, το διαφορετικό. Φτώχια και δεισιδαιμονίες.  Ζοφερό το σκηνικό σε μια ιστορία τραγικά αληθινή όπως η ζωή. Με τραγικούς πρωταγωνιστές που αναλύονται σε βάθος αναδεικνύοντας την πνευματική στενότητα που βασιλεύει σε μια τόσο μικρή κοινωνία. Οι χαρακτήρες που έχουν δημιουργηθεί είναι άρτιοι και οι περιγραφές συγκλονίζουν. Πολύ ιδιαίτερη γραφή, δείγμα εξαιρετικής μυθοπλασίας με ανατρεπτικό τέλος. Η παράνοια σε μια εποχή άγνοιας για τις ψυχικές νόσους και ο φόβος του διαφορετικού σε συνδυασμό με την έντονη θρησκοληψία και τον σκοταδισμό της καθολικής εκκλησίας συνθέτουν ένα αποπνικτικό περιβάλλον για τους κατοίκους της Καπράγια που απεγνωσμένα ζητούν τη λύτρωση.

    Αναγκαστικοί συμβιβασμοί και δεσποτικές επιρροές

    Παρακολουθούμε τις σπαταλημένες ζωές των κατοίκων της και την απελπισία τους όταν έχουν να αντιμετωπίσουν καθετί που δεν μπορούν να καταλάβουν. Δύσκολα φτάνουν οι πληροφορίες σε απομονωμένα μέρη σαν την Καπράγια. Άγρια τοπία σαν την απόγνωση, τα πάθη, ίδια με τις ψυχές σε τρικυμία, σε μια αέναη πάλη με το παρελθόν.

    Τα κύματα σκάνε με βία στ’ άγρια βράχια, η θάλασσα ανταριασμένη, μαύρη, σχεδόν με τρομάζει, στο βάθος τα ψαροκάικα που έφυγαν το πρωί παλεύουν να επιστρέψουν, γυναίκες και παιδιά μαζί με γέροντες ουρλιάζουν ασφαλείς στη στεριά κάτω στο πόρτο, και οι ριπές του ανέμου φέρνουν τη βροχή καταπώς ορίζουν, πότε λιμπέτσο και πότε γκρεγκάλε.

    Άλλοτε γκρεγκάλε, άλλοτε σορόκια, χτυπούν αλύπητα τον βράχο της Καπράγια κάτω απ’ τη φορτέτσα, παντού το γαλάζιο “virare”, “μπριγκαντίνια”, τσιμπούκια και ναυτικοί σκούφοι. Ντόκια, πόρτια, λιμάνια κι αρμύρα, χαμένα μπάρκα και θρύλοι. Ξόρκια, μάγια, ιστορίες κι αγάπες πεθαμένων. Σπασμένα σκαριά, χαμένα αύτανδρα πλοία. Ιταλικός αέρας μυστικιστικής ατμόσφαιρας…

    Στη “θαλασσοπνιγμένη” Καπράγια, όλα μοιάζουν να κινούνται με αργούς ρυθμούς, σαν να μην κυλά ο χρόνος. Άντρες δυνατοί, πεισματάρηδες, γεννημένοι για φευγιό, ζυμωμένοι στην αρμύρα, ναυτικοί, θαλασσινοί. Μητριαρχική κοινωνία, όπου μαθαίνεις να ζεις με την απώλεια, με το θάνατο. Εδώ οι νόνες κάνουν κουμάντο, λόγω των αντρικών μπάρκων.  Εδώ, οι κόρες παντρεύονται νέες, τις περισσότερες φορές χωρίς τη θέλησή τους και οι ψυχικές ασθένειες δαιμονοποιούνται.

    Όσο και να φυλακίζεις το κορμί, ο νους μένει ελεύθερος να ταξιδεύει, να ονειρεύεται, και πάνω απ’ όλα να ελπίζει. Ήλπιζε κι ο Μπαρτόλο, σε κάτι ήλπιζε, να βρεθεί γρήγορα ο φονιάς της γυναίκας που αγαπούσε, να μεγαλώσει και το παιδί, να το καλοπαντρέψει -γιατί είχε λίρες πολλές απ’ τα ταξίδια του- και να περιμένει να πεθάνει μες στη θάλασσα, που περισσότερο από γυναίκα και παιδιά αγάπησε, όπως πρέπει στους ναυτικούς.

    Η κυρία Γκανά χρησιμοποιεί περίτεχνα την ελληνική γλώσσα, με την επιλογή ενός υπέροχου ναυτικού λεξιλογίου, για να δημιουργήσει ένα σκοτεινό παραμύθι/τραγωδία για τη δυστυχία και τα περιορισμένα ατομικά πιστεύω. Ζωές χωρίς χνάρια αξιομνημόνευτα.

    Παραμύθια της ιταλικής αμόρφωτης επαρχίας. Αμάθεια και προκατάληψη. Λάβαρα, σταυροί κι εξορκισμοί έναντι στο Κακό. Μάγισσες ή υποχείρια των δαιμόνων για να σπαρθούν θάνατος, φονικά κι ερημιά;

    Η τοπική κοινωνία συνταράσσεται από μια σειρά φονικών. Ξημερώνουν σκοτεινές μέρες, τις οποίες ακολουθεί και μια επιδημία ευλογιάς (βαριόλας) με την παράνοια, την άγνοια, τον φόβο και τον θρησκευτικό φανατισμό να ηγούνται τη στιγμή όλοι ψάχνουν για εξιλαστήριο θύμα. Πώς να εξηγήσουν κάτι που δεν κατανοούν; Άρνηση, φόβος, στροφή στην εκκλησία, και τέλος εμπιστοσύνη στην επιστήμη.

    Υπόγειες κινήσεις. Ποιοι ακούν το παράξενο κάλεσμα του νησιού; Μέσα σε τόση φασαρία, τόση πολλή σιωπή. Ποια είναι η Ρομίνα και ποια η Οφέλια; Πώς μπερδεύονται μεταξύ τους και πότε υπερισχύει η μια της άλλης; Τι ρόλο παίζει αυτό το παιδικό πρόσωπο με τα άγρια πράσινα μάτια που πετούν φλόγες;

    Είμαι ό, τι φοβάσαι, είμαι ό, τι όλοι αυτοί φοβούνται, είμαι ό, τι σου κρύβουν και ό, τι προσπαθούν να θάψουν στη λήθη. Είμαι εσύ, η Οφέλια.

    Στην Καπράγια οι ναυτικοί νοσταλγούν τη θάλασσα και λυπούνται τους στεριανούς. Εκεί όλοι είναι έρμαια δεισιδαιμονιών και προκαταλήψεων της εποχής, όπου μια ψυχική νόσος αντιμετωπίζεται σαν κατάρα ή δαιμονικό. Ασθενείς της κατάρας αυτής οι γυναίκες μιας ολόκληρης γενιάς, με πραγματικό δράμα το γεγονός πως υποφέρουν σιωπηλά.

    Τη βλέπει. Τον πλησιάζει συνοδεία του πατέρα, μες στα λευκά. Νύφη εύθραυστη. Πασχίζει να την αγαπήσει. Αδύνατο. Κόμποι ιδρώτα στο μέτωπό του, κόμπος και στο λαιμό. Ο γιατρός Σαπίρο τον παρατηρεί με βλέμμα επίμονο, ενοχλητικό, σαν γεράκι πάνω του, σκληρό. Ο γερο-γιατρός κατάλαβε, δεν μιλά όμως. Ο Σέρτζιο σαλιώνει τα χείλια του. Ξερά, σκασμένα. Η καρδιά του χτυπά δυνατά. Ντροπή, κοκκινίζει. Η νύφη του χαμογελά, μαργαριταρένιο χαμόγελο. Δίνει τους όρκους του με φωνή που τρέμει. Θα την αγαπά -ψέμα- θα την τιμά -ψέμα- θα την προστατεύει. Πρέπει να έχει πυρετό, το μέτωπο του καίει. Ψέμα. Δεν καίει το μέτωπο, δεν έχει πυρετό, φόβος είναι μόνο. Το μυστήριο τελειώνει λυτρωτικά. Λουλούδια λευκά παντού, μπουμπούκια, πράσινα φύλλα. Μυρωδιά βαριά, τριανταφυλλένια, λιβάνι. Πανικοβάλλεται, κηδεία θυμίζει, κι όχι χαρές. Οι σκέψεις του ανάκατες. Χάθηκε κι ο Μπαρτόλο, άνοιξε η θάλασσα και τον κατάπιε. Άδεια πια η Καπράγια. Και η Ρομίνα σαν εκείνον, θηρίο μαντρωμένο στο εμπορικό του σακάτη. Η αρρώστιά της χειροτερεύει· σαν να είδε τα σημάδια ο Σέρτζιο τη μέρα που έφευγε για τη Σετσίνα. Του δίνουν να πιει, ξεχνά για λίγο πως  σήμερα γίνονται οι γάμοι του και γαληνεύει. Ξεχνά τις χαρές του, μα δεν απαλύνεται ο πόνος. Χορεύει. Σέρνει πρώτος τον χορό σκυφτός, κατάχλωμος. Δίπλα του η νύφη λαμπερή, στητή, με ελαφρώς βαμμένα ροζ μάγουλα. Της γελά με ψεύτικη χαρά. Μουδιάζουν τα δάχτυλά του. Η Ερμίνα τον κοιτάζει, ίδιο βλέμμα με του γιατρού Σαπίρο. Η Ερμίνα ξέρει. Ο Σέρτζιο τρομάζει, ο Σέρτζιο πονά, ο Σέρτζιο χορεύει στο γάμο του, σέρνοντας πρώτος τον χορό.

    Οι ήρωες αντιμετωπίζουν δολοφονίες με όπλο μια αφόρητη σιωπή που τους συνθλίβει αργά. Διασχίζουν την κόλαση χωρίς ελπίδα για το μέλλον.

    Φόβος, ανικανοποίητο, εγκλωβισμός. Ακόμα και οι ξέμπαρκοι κοσμογυρισμένοι ναυτικοί νιώθουν να εγκλωβίζονται σ’ αυτόν το βράχο, για να συναγωνίζονται στα ψέματα, λέγοντας πρόστυχες ιστορίες έρωτα. Ο έρωτας όμως δεν καταφέρνει να τους οδηγήσει στην λύτρωση.

    Κοινός τους παρονομαστής η αγωνιώδης προσπάθεια για επιβίωση, για λύτρωσης, κόντρα στον σκοταδισμό και στις δεισιδαιμονίες της εποχής.

    Έτσι, όλοι μοιάζουν παγιδευμένοι, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να περισώσουν ό, τι μπορούν από τις ενδόμυχες επιθυμίες τους, σε μετωπική σύγκρουση με ό, τι προστάζει ο κοινωνικός τους περίγυρος. Με τον πόλεμο να ανασύρει μνήμες, η αλήθεια βγαίνει απ’ την κρυψώνα της και φωτίζεται.

    Ρομίνα. …Ένα κακορίζικο, ένα σακάτικο πλάσμα… Σημαδεμένη. Σε ενδοσκόπηση και έρευνα προγονικών σφαλμάτων που κληροδότησαν πύον και τραύματα διαμπερή, ανεπούλωτα. Ισορροπεί οριακά μεταξύ παράνοιας και πραγματικότητας. Η Πέμη Γκανά γίνεται εκείνη και διηγείται την ιστορία της μαγικά.

    Κι έπειτα μια αφόρητη λύπη την περιέβαλε σαν ένιωσε πως το σπλάχνο της θα χαράμιζε τη ζωή του για να ησυχάσει τον δαίμονα που κρυβόταν μέσα της, χαμένη στον φόβο, τρέμοντας τις φωνές που έρχονται και φεύγουν καταπώς εκείνες το ορίζουν, μες στη νύχτα ή στο ξημέρωμα, την ώρα που ρίχνεις νερό στο πρόσωπο, την ώρα που ανακατεύεις το τσουκάλι ή ταΐζεις τα ζωντανά, καθώς σμίγεις με τον άντρα ή έτσι όπως ξέγνοιαστη αγκαλιάζεις το παιδί, την ώρα του φαγητού ή ακόμα και τη στιγμή της μετάληψης.

    Σέρτζιο. …Δοτικός και καλόψυχος. Εγκλωβισμένος σε παιχνίδι χωρίς νικητή. Η ευθύνη και το καθήκον του υποσκιάζουν την προσωπική του ευτυχία. Χαμένος και πληγωμένος, έτοιμος να τον ρουφήξει μια λειψή ζωή. Μικρή και άθλια. Δυο άνθρωποι που ταίριαζαν, μα δεν κατάφεραν να ζήσουν μαζί, και μια δυστυχισμένη που αγάπησε βαθύτατα έναν άπιστο άντρα που όμως δεν μπόρεσε να σταθεί δίπλα της. Ένα κορίτσι μισότρελο να παλεύει τους δαίμονές του κι ένας γεροναυτικός, θαλασσόλυκος σωστός, που πήρε την τύχη στα χέρια του και χάθηκε…

    Η γραφή της συγγραφέως παρουσιάζεται απλή και κατανοητή, περιεκτική και καλά δομημένη. Με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και εικόνες κινηματογραφικής ροής, σαν να γνωρίζει καλά όλα αυτά τα οποία αποτυπώνει στο χαρτί.

    Πάψε, πάψε πια, μην το μαρτυράς -θα περάσει, ξέρω εγώ. Μη δίνεις σημασία, να κοροϊδεύεις τις φωνές για να λυτρωθείς. Μα μη μιλάς σε κανέναν γι’ αυτό, γιατί η αρρώστια θα θεριέψει, θα πάρει σάρκα και οστά και θα έρθει να μαγαρίσει τον τόπο. Δαιμονικά, παντού δαιμονικά, μας κατατρέχουν από παλιά. Είναι καταραμένο το αίμα της οικογένειάς μας και πάει από μάμα σε κόρη. Καμιά μας όμως δεν έσπασε τη σιωπή, και ο δαίμονας κρύβεται. Αλίμονο αν σπάσει η σιωπή.

    Η ατμόσφαιρα είναι σκοτεινή και βαριά. Ερεβώδης. Η θλίψη αυξάνεται όσο γιγαντώνονται οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες, όσο οι πνευματικοί ορίζοντες παραμένουν στενοί, όσο συναντάμε θάνατο από φονικά, αυτοκτονίες και αρρώστια. Οι χαρακτήρες είναι άκρως ολοκληρωμένοι. Η αλήθεια κρύβεται πίσω από κάθε γράμμα κάθε λέξης.

    Βλασφημία, άγνοια, θανατικό. Αγωνίες, θυμοί και φόβοι σ’ ένα ακατάληπτο κι ακατάπαυστο μουρμουρητό. Φόβος και λήθη. Πόνος, συγχώρεση και κάθαρση.

    Άνθρωποι που δεν αντέχουν. Δεσμοί ασφυξίας, πότε δολοφόνοι, πότε προστάτες. Εξάρτηση και εξαρτημένες αντιλήψεις.

    Τα λάθη του παρελθόντος μπορούν να επηρεάσουν τη ζωή μας; Τη ζωή των γύρω μας;

    Πρόκειται για ένα ανάγνωσμα λυρικής διάθεσης και έντονων περιγραφών. Δόθηκε βάρος στον ψυχισμό των προσώπων με αναγνωστική ελευθερία επιλογής για την ταυτότητα των θυτών και των θυμάτων. Στροβιλίζεσαι διαρκώς σε μια δίνη λαθών, παθών και άλλοθι.

    Η αλήθεια είναι πως οι μέρες περνούσαν μαρτυρικά αργά μέχρι να τη δει, κι από την άλλη έτρεχαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα που του έφερνε ζάλη, σέρνοντάς τον καθημερινά ένα βήμα κοντύτερα στον γάμο. Η λέξη και μόνο του έφερνε τρόμο. Θα καταδίκαζε δυο ζωές σε αιώνια κόλαση μιζέριας και θλίψης, θα καταδίκαζε τη δική του ζωή και της Μαριάντζελας, κι αν εκείνου του έπρεπε, δεν είχε δικαίωμα να χαλάσει και τη ζωή της αρραβωνιαστικιάς του.

    Η κυρία Γκανά αφουγκράστηκε ορθά κάθε ανάγκη των ηρώων της. Σεβάστηκε την επιθυμία τους για ανεξαρτητοποίηση και για λύτρωση, χαρίζοντάς τους τον απαιτούμενο χωροχρόνο στην αφήγηση. Βάδιζαν μόνοι σ’ ένα ψυχικό απογύμνωμα με συντροφιά την αλμύρα, την εκδίκηση, με απαγορευμένους καρπούς, με μοιρολόγια κι εφιάλτες. Τα όρια του καλού και του κακού μπλέχτηκαν. Το νόμιμο μετατράπηκε σε άνομο, το ηθικό σε ανήθικο για να παντρευτούν αρμονικά πραγματικότητα και μύθος.

    Περίληψη Καπράγια: Τοσκανικό Αρχιπέλαγος, Φεβρουάριος 1914

    Μου είπαν πως η Οφέλια δεν υπάρχει. Το είπε κι ο γιατρός. Πρώτη φορά ερχόταν γιατρός στο σπίτι, πρώτη φορά έβλεπα από κοντά κάποιον ξένο. Του άρπαζα το χέρι και του έδειξα την Οφέλια. “Κοίτα! Τη βλέπεις;” Κοίταζε εκεί που έδειχνα και στράφηκε προς το μέρος μου. Έβαλε το χέρι στο μέτωπό μου. “Έχεις πυρετό” μου είπε μόνο. “Τη βλέπω, σε κοιτάζει” επέμεινα. “Είναι ο πυρετός. Όταν περάσει, θα φύγει κι αυτή μαζί του”.

    Θέλησα να του πω πως υπήρχε και πριν από την αρρώστια, μα η νόνα Γκρατσιέλα μου έκανε νόημα να μη μιλήσω. Έτσι, έκλεισα τα μάτια για να μη βλέπω. Κι από κείνη τη μέρα όλα άλλαζαν. Η Οφέλια ερχόταν στα όνειρά μου κι έμενε όταν ξυπνούσα – ένας εφιάλτης που μόνο ο Αγκοστίνο μου μπόρεσε να σπάσει.

    Γεννήθηκα με το σημάδι του διαβόλου που φέρουν όλα τα θηλυκά της γενιάς της Γκρατσιέλας, κι όπου πάμε, σπέρνουμε κακοτυχία, φονικά, κι ο τόπος ερημώνει. Είμαι η Ρομίνα και σήμερα είναι η τελευταία μέρα που ζω.

    Μια σειρά από φονικά συνταράσσει τη μικρή κοινωνία της Καπράγιας. Σ’ αυτά προστίθεται μια επιδημία ευλογιάς, και οι μέρες γίνονται όλο και πιο σκοτεινές. Η παράνοια, ο φόβος και ο θρησκευτικός φανατισμός παίρνουν τα ηνία, και όλοι ψάχνουν για το εξιλαστήριο θύμα.

    Οι ήρωες, παγιδευμένοι στα στενά πνευματικά και γεωγραφικά όρια του νησιού, πασχίζουν να περισώσουν ό,τι μπορούν από τις επιθυμίες τους, ερχόμενοι σε ευθεία σύγκρουση με τις κοινωνικές επιταγές.

    Το τέλος έρχεται με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μνήμες ανασύρονται, και η τραγική αλήθεια ρίχνει άπλετο φως στο σκοτάδι.

    Καπράγια - Πέμη ΓκανάΣτοιχεία βιβλίου

    Τίτλος: Καπράγια

    Συγγραφέας: Γκανά Πέμη

    Εκδόσεις: Πνοή

    ISBN: 9786185307998

    Σελίδες: 412

    Ημερομηνία έκδοσης: 10/8/2020

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here