Σάββατο, 21 Αυγούστου, 2021
More
    ΑρχικήΣυγγραφής ΤέχνηΚαπρίτσια της μοίρας

    Καπρίτσια της μοίρας

    -

    Καπρίτσια της μοίρας

    Φιλήθηκαν και έκατσαν στο γωνιακό τραπέζι της καφετέριας «Σεμίραμις», με θέα το γαλάζιο του Σαρωνικού. Ήθελαν να ανοίξουν τις ψυχές τους, χωρίς περίεργους θεατές και φιλύποπτα αυτιά. Παράγγειλαν ζεστή σοκολάτα κι έμειναν για λίγο να αγναντέψουν το υγρό στοιχείο, να μουλιάσει ο καημός, να τον ψήσει η αλμύρα της θάλασσας. Αμίλητες, κοιτάχτηκαν στα μάτια και σήκωσαν τις κούπες.

      -Στην υγειά σου.

      -Γεια να ’χεις.

    Τράβηξαν μία γουλιά.

      -Τι έγινε τελικά με τον Γιάννη, που μου ’λεγες; ρώτησε η Αυγή.

      -Χωρίσαμε. Είχε κρυώσει η σχέση μας, όπως σου έλεγα στο τηλέφωνο. Με το ζόρι το κάναμε τελευταία, λες και τον βίαζα, ώσπου ανακάλυψα το γιατί. Τον έπιασα αγκαλιά με μια άλλη κι όπως καταλαβαίνεις έγινε το έλα να δεις. Τι να σου λέω τώρα… Έφυγα κι ούτε που θέλω να τον ξαναδώ στα μάτια μου, τον παλιομαλάκα.

      -Μωρέ Λιλή, μήπως να κοίταζες κανέναν πιο ώριμο άντρα, κατασταλαγμένο, φτιαγμένο, να ξέρει τι θέλει;

      -Ώριμο λες, Αυγή; Και πού πουλάνε να πάω να ψωνίσω έναν από δαύτους; Δυστυχώς τέλειωσαν οι Κομνηνοί. Μία ήταν η τυχερή.

    Η Αυγή κούνησε το κεφάλι αναστενάζοντας βαθιά. Γύρισε το κεφάλι της προς το παράθυρο και αγνάντεψε με θλίψη τη θάλασσα. «Τυχερή είναι κι η θάλασσα, που λούζεται τον ήλιο κι έχει χιλιάδες αγαθά, μα όλη μέρα αναστενάζει, Λιλή μου. Τα ίδια συμβαίνουν και με μένα». Βούρκωσαν τα μάτια της. Ο πόνος έψαχνε κανάλι να ξεχειλίσει. Έμεινε για λίγο σκεπτική. Κοίταξε μακριά στα χαμένα. «Δεν το χωράει το μυαλό μου, Λιλή. Τι συμφορά ήταν αυτή που μας βρήκε ξαφνικά! Να βλέπεις έναν άνθρωπο, γεμάτο ζωή μέχρι χτες, να υποφέρει κλεισμένος στο σπίτι, ανήμπορος να περπατήσει. Και τι δε θα ’δινα να τον κάνω καλά. Την ίδια μου τη ζωή, πίστεψέ με».

      -Τον αγάπησες αλήθεια τόσο πολύ;

      -Μόνο τον αγάπησα; Τον λάτρεψα, τον λατρεύω. Πώς να μην αγαπήσεις Λιλή μου έναν τέτοιο άνθρωπο! Ευγενικός, έξυπνος, γαλαντόμος. Πάντα τρυφερός μαζί μου, δεν μου χάλασε ποτέ χατίρι. Οι επιθυμίες μου ήταν εντολή και χαρά για κείνον.

      -Είχε όμως και τα έκανε. Έτσι δεν είναι, Αυγή; Βρήκε, λένε, από τους γονείς του τεράστια περιουσία.

      -Καλά, βρε Λιλή, άστα αυτά. Τώρα τι κάνουμε, που σαν νυχτώνει με πιάνει ένας κόμπος εδώ, στο στήθος, που πάει να με πνίξει… Νοιώθω ένα πράμα σαν να μη μου φτάνει ο αέρας να ανασάνω.

      -Με το άλλο, Αυγή, πώς τα πάτε; Μπορεί;

      -Καλύτερα να μην απαντήσω, άστο, πονάει.

      -Υπομονή, Αυγή. Κουράγιο. Είναι μια δοκιμασία. Θα περάσει.

      -Τι άλλο κάνω από υπομονή, Λιλή. Έχω ξεχάσει τον εαυτό μου, έχω ξεχάσει τη γυναίκα που κρύβω μέσα μου, αλλά μέχρι πότε θ’ αντέξω; Έχω τις ανάγκες μου, πώς να το κάνουμε. Ξυπνάει καμιά φορά η ερωτική επιθυμία και διαλύομαι, γίνομαι θρύψαλα. Έτσι μου ’ρχεται τότε να τα ρίξω στον πρώτο τυχόντα, αλλά κρατιέμαι για την ώρα.

      -Με την παλιά σου αγάπη, τον Ωρίωνα, δεν διατηρείς καμιά επαφή; 

      -Ποιον καλέ; Αυτόν τον ζηλιάρη, τον άρρωστο; Δεν μπορείς να φανταστείς τι τράβηξα μαζί του. Ζήλευε ως και τα ρούχα που φορούσα. Δεν άντεχα άλλο. Δεν μπορούσα να πάω πουθενά. Μαλώναμε κάθε φορά που τύχαινε να βγω από το σπίτι. Τον χώρισα κι ησύχασα.

      -Όμως είσαι νέα, έχεις δικαιώματα στη ζωή. Μην αφήνεσαι, είναι ύβρις προς τη ίδια τη φύση. Να δεις! Θα ξανάρθουν τα ωραία, θα ξαναδείς σημάδια πυρκαγιάς στο κορμί σου, θα ξαναποτιστεί ο κήπος σου, όπως έλεγες παλαιότερα σε μένα. Δεν μου είπες όμως. Απ’ τη φυσική σου οικογένεια στην Ποταμιά Σερρών βρέθηκε καμιά άκρη;

      -Δυστυχώς τίποτα, απάντησε η Αυγή εμφανώς στεναχωρημένη. Οι φυσικοί γονείς μου, Θωμάς και Τασία Περαχωρίτη -όπως έμαθα μετά από έρευνες- έχουν πεθάνει από χρόνια, ενώ τα αδέρφια μου -τρία, τέσσερα, ούτε κι εκείνοι ήξεραν να μου πουν- έχουν σκορπίσει και δεν ξέρει κανένας στο χωριό προς τα πού πήγαν. Ευτυχώς οι θετοί γονείς μού έχουν σταθεί θαυμάσια. Φαντάζεσαι τι θα ήμουνα χωρίς αυτούς;

    Τη στιγμή εκείνη δέχτηκε η Αυγή στο κινητό της ένα μήνυμα με απόκρυψη:

    «Αν αγαπάς τους ανθρώπους, μην τους στέλνεις στον Άδη».

    Ήθελα να ’ξερα, βρε Λιλή, ποιος ηλίθιος μου κάνει τελευταία τέτοιες πλάκες, μα την αλήθεια θα τον έπνιγα.

      -Καλά, τον πνίγεις αργότερα. Άκου τώρα τη Γιώτα Νέγκα, άκου τη μουσική, άκου τα λόγια.   «… κι όμως να περπατώ μεσ’ στον ύπνο σου εγώ και μου δίνεις φιλιά στα όνειρά σου ξανά, πώς γεννάει στο σκοτάδι η λύπη χαρά…».

    -Όλο γλύκα και πόνο βρε Λιλή, πανάθεμά την, λες και τη διάλεξαν επίτηδες για μας.

    Έμειναν σιωπηλές αγναντεύοντας το γαλάζιο του μικρού λιμανιού, όταν ξανατσίτωσαν το αυτί να ακούσουν το επόμενο τραγούδι. «…. Όσο κι αν το κυνηγώ πάντα  πάντα θα ’ναι αργά …. δεύτερη ζωή δεν έχει…».

      -Αυγήηη,  άκου!. Άκου την Αρβανιτάκη, πρόσεξε τους στίχους του Ελύτη. Μην σκοτώνεις τη ζωή σου, ξεκόλλα.

      -Μα δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο Λιλή μου για την ώρα. Οι γιατροί δεν μας δίνουν πια καμιά ελπίδα κι ο ίδιος το ξέρει καλύτερα από όλους. Αφού να φανταστείς σκέφτομαι να καταφύγω σε πρακτικούς θεραπευτές, μήπως και κάνουν κάτι. Το ξέρεις άλλωστε, «ο πνιγμένος απ’ τα μαλλιά του πιάνεται». Μάλιστα λένε πολλά για έναν καλόγερο. Θα έχεις ακούσει φαντάζομαι κι εσύ.

      -Ποιος καλέ; Αυτός ο γυρολόγος με τα κομποσκοίνια, τις εικόνες και τα μαντζούνια; Χριστός φυλάξοι! Έχω ακούσει κι εγώ πολλά γι’ αυτόν. Πολλά και παράξενα μπορώ να πω.  

    Ο καλόγερος Νικηφόρος, ήταν μια περίπτωση από μόνος του. Η φήμη του, που είχε απλωθεί στον αέρα της περιοχής σαν μοσχολίβανο αγίου, μιλούσε για ένα χάρισμα που γιατρεύει απελπισμένους, μερώνει ταραγμένες ψυχές, ηρεμεί δαιμονισμένες γυναίκες. Κατά πώς μολογούσαν πολλοί, μπόραγε, με γιατροσόφια φερμένα απ’ το μακρινό Θιβέτ, να καταπραΰνει τους πόνους, με τα μαγικά του χέρια να γιατρεύει το σώμα και με μυστικά ξόρκια να θεραπεύει τις ψυχές. Ανάβρυζε, λέγανε, απ’ τα χέρια του και τα μάτια του μια αόρατη δύναμη που απλωνόταν πάνω στον ασθενή και τον γιάτρευε, σαν άλλος Ρασπούτιν. Ήτανε μάλιστα πολύ γοητευτικός, πανάθεμά τον. Μιλούσε και μάγευε. Θωρούσε στα μάτια τις γυναίκες και ταράζονταν τα λαγόνια τους, όπως μολογούσαν. Κανένας δεν γνώριζε σε ποιο ακριβώς μοναστήρι ασκητεύει. Άλλοι λέγανε στη Μονή Βατοπεδίου, άλλοι στη Μονή Βαρλαάμ, άλλοι στη Μονή Φλαμουρίου. Κάποιοι μάλιστα, οι πιο κακόπιστοι, λέγανε πως είχε θητέψει για χρόνια στις φυλακές Μαλανδρίνου για αρχαιοκαπηλία και με την αποφυλάκισή του βρήκε καταφύγιο στα μοναστήρια. Τώρα κυκλοφορεί με μαύρο σκούφο, μακρύ ράσο και  περιποιημένη γενειάδα, για να βγάζει τα χρειαζούμενα.

    Είχε ακούσει γι’ αυτά τα μεταφυσικά του χαρίσματα η Αυγή Πετράκη και όταν μια μέρα πέρασε από την περιοχή τους, πλησίασε να του μιλήσει. Ψηλός, ξεραγγιανός, με το φωτοστέφανο της φήμης να λάμπει γύρω απ’ το αρρενωπό πρόσωπό του, στήθηκε μπροστά της. Το βλέμμα του έπαιξε για λίγο με τα λεπτά χαρακτηριστικά του προσώπου της, προσπαθώντας  να διαβάσει την ιστορία της. Μετά, με γρήγορες πινελιές γλίστρησε στις όμορφες γραμμές του κορμιού της. Τη χαιρέτησε επιδείχνοντας με το γέλιο του μια πολύτιμη σειρά λευκών μαργαριταριών. Τη μάγεψε. Την τάραξε. Η αγιοσύνη του; Ίσως. Η αρρενοπότητά του; Μπορεί. Πάντως τον χαιρέτησε διστακτικά, με ανάμικτα, ακαθόριστα συναισθήματα. Συγκίνηση; Ντροπή; Επιθυμία; Ούτε και η ίδια ήξερε.

    «Αν μπορείτε, γέροντα, περάστε από το σπίτι μας κάποια στιγμή αύριο», είπε και έφυγε με την εικόνα του τυπωμένη ανεξίτηλα στο νου της.

    Σε λίγο ήταν πίσω στο σπίτι της, μπροστά στη σκληρή πραγματικότητα. Ο Μελίτωνας Κομνηνός στο κρεβάτι, αυτή δίπλα του, έτοιμη να τον συντρέξει. Κάποια στιγμή, θέλοντας να σπάσει λίγο τη βαριά ατμόσφαιρα, να κάνει τον άντρα της να ξεφύγει απ’ τις μαύρες σκέψεις του, σκέφτηκε να ανοίξει μια συζήτηση γυρίζοντας στις όμορφες στιγμές της γνωριμίας τους. Του κρατάει το χέρι, χαμογελάει, τον κοιτάζει με τρυφερότητα, εκείνος της χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά.

      -Θυμάσαι, Μελίτωνα, την πρώτη μέρα της γνωριμίας μας;

      -Είναι ποτέ δυνατόν να την ξεχάσω;

      -Πλησίαζε η ώρα του μαθήματός σου. Έχω πιάσει από νωρίς μια θέση δίπλα στο παράθυρο και χαζεύω κάτι πουλάκια που φτερουγίζουν από δέντρο σε δέντρο στα παρτέρια έξω από την αίθουσα. Ξαφνικά πιάνει το μάτι μου ένα μαύρο Cherokee να πλησιάζει. Έρχεται και σταματάει κάτω από το παράθυρο. Ανοίγει η πόρτα και βγαίνεις με ζωηρές κινήσεις, ντυμένος στην τρίχα. Ίδιος ο Τζορτζ Κλούνεϊ στην ακμή του.

    -Υπερβάλλεις, καρδούλα μου. Προσπαθείς να με τονώσεις, αυτό είναι όλο. Πάντως σ’ ευχαριστώ.

      -Όχι αγαπημένε μου, είναι αλήθεια. Βαδίζεις αεράτος και μπαίνεις στο εργαστήριο. Είσαι κούκλος. Φοράς δερμάτινο τζάκετ κάμελ, μαύρο πουκάμισο, μαύρο παντελόνι.

    Ο Κομνηνός ταξιδεύει στα όμορφα μάτια της, ρουφάει τα λόγια της σιωπηλός, όπως το διψασμένο χώμα τη βροχή, ενώ στο πρόσωπό του αχνοφαίνεται απροσδιόριστη χαρά με σκιές πόνου.

      -Το θέμα σου είναι «κλασική αρχιτεκτονική και τεχνική μπαρόκ», δεν θα το ξεχάσω. Το βλέμμα σου παίζει ζωηρά. Μια στον διαδραστικό πίνακα με εικόνες κτηρίων, μια στους φοιτητές. Τα κυριότερα στοιχεία, λες,  στην τεχνική μπαρόκ είναι οι καμπύλες γραμμές κι οι αρμονικοί όγκοι. Λείπουν οι ευθείες, όπως στο γυναικείο σώμα, κι αυτό δίνει μια ξεχωριστή γοητεία στο κτήριο. Ρίχνεις μια επίμονη ματιά πάνω μου. Χάνομαι. Τα μάτια σου βλέπω να με σκανάρουν διαρκώς, πάνω κάτω, πάνω κάτω, ενώ μιλάς. Είχα, μα την αλήθεια, την αίσθηση πως περιγράφεις το κορμί μου μάλλον παρά τα κτήρια μπαρόκ.

      -Με συγκίνησες, γλυκιά μου, είπε με αχνή φωνή κι έκλεισε τα βουρκωμένα μάτια για να βλέπει καλύτερα τις εικόνες που πρόβαλε η Αυγούλα του. Πίστεψέ με, έτσι αισθανόμουνα τη στιγμή εκείνη την τεχνική της μετακλασικής περιόδου, σαν ένα όμορφο, στολισμένο γυναικείο σώμα.

      -Πάντως, Μελίτωνά μου,  είδα κι έπαθα να συνέλθω. Ένιωθα σα να είχα πάθει βέρτιγκο.

    Δεν πρόλαβε να τελειώσει τον λόγο της, όταν στο κινητό της έφτανε ξανά ένα μήνυμα χωρίς αναγνώριση. «Αν οι νύχτες στο βόρειο πόλο σου φαίνονται μεγάλες, κατέβα νοτιότερα».

    Πάλι ο ίδιος σαχλαμάρας θα είναι, σκέφτηκε και το έσβησε αδιάφορα.

    Ο Νικηφόρος, που είχε επιβιώσει για χρόνια κάτω από οριακές συνθήκες με ορφάνια, φτώχια, καταφρόνια και φυλακή, θεώρησε σκόπιμο να μαζέψει κάποιες πληροφορίες προτού επισκεφτεί το σπίτι του άρρωστου καθηγητή και την επαύριο, με ένα μάλλινο κρουστό δισάκι στον ώμο του, φτάνει έξω από το αρχοντικό του Κομνηνού νωρίς το απομεσήμερο. Μένει για λίγο να το θαυμάσει. Ο ήλιος πέφτει πλάγια, φωτίζει όλα τα σημεία, τονίζοντας τις λεπτομέρειες. Πέτρινος αυλόγυρος, κλασικά κάγκελα, περιποιημένος κήπος. Δέντρα, γκαζόν, λουλούδια, κυκλικό σιντριβάνι, πέργολα πάνω από τον διάδρομο εισόδου περιστοιχισμένο με φωτάκια. Όμορφα γυναικεία αγάλματα δεξιά και αριστερά στη βάση της πέτρινης σκάλας, μαρμάρινες κολόνες αρχαιοελληνικού ρυθμού στη πρόσοψη του κτηρίου.

    «Ωραίο κτήριο, αληθινό παλάτι, πλούτος με ουρά, σκέφτεται ο Νικηφόρος. Σαν να είχαν δίκαιο μου φαίνεται όσοι έλεγαν: «Μην το ψάχνεις… κομπίνες, λαδώματα, αλισβερίσια με πολιτικούς, ψεύτικα τιμολόγια, καταπατήσεις. Κι όλα στην πλάτη μας, στην πλάτη του φουκαρά λαού. Ο παππούς του, βλέπεις, ήταν μεγαλοεργολάβος δημοσίων έργων κι οι απόγονοί του ξέπλυναν τα κλεμμένα και έγιναν άρχοντες τάχα με κύρος και κοινωνική καταξίωση». «Ώστε κλεπταποδόχος, κύριε Κομνηνέ! … Ε; .. Δικαιούμαστε κι εμείς, επομένως, ένα κομματάκι, δε νομίζεις;» συλλογίστηκε ο Νικηφόρος.

    Σηκώνει το χέρι του και πατάει το κουδούνι αποφασισμένος για όλα. Σπεύδει η Αυγή να του ανοίξει. Τα μακριά, καστανά μαλλιά της ανεμίζουν στο χοροπηδηχτό πάτημά της, καθώς πλησιάζει στην αυλόπορτα. Τα μάτια του την τρυπούν, την περιγράφουν, την δοκιμάζουν.

    Τον καλωσορίζει χαμογελαστά και τον οδηγεί στην κάμαρα του συντρόφου της.

    Μπαίνει σοβαρός, χαιρετάει με ευγενική υπόκλιση. Η έξυπνη ματιά του σαρώνει αστραπιαία τον χώρο. Πίνακες στους τοίχους,  αλαβάστρινα αγαλματάκια στο τραπέζι, κουρασμένο βλέμμα του καθηγητή, ζωηρά μάτια της Αυγούλας.

    Μπαίνει κατευθείαν στο θέμα. Πότε το έπαθε, τι νιώθει, τι του είπαν οι γιατροί.

    Βγάζει από το δισάκι μια παμπάλαια εικόνα της Παναγίας. Την αποθέτει πάνω του. Τραβάει απ’ τον κόρφο του ένα εγκόλπιο, διαβάζει με σιγανή φωνή μια προσευχή κατάλληλη για την περίπτωση. Τελειώνει, σηκώνει το κεφάλι, κοιτάζει με περισυλλογή γύρω του. Απλώνει τα χέρια, κλείνει τα μάτια -δείγμα αυτοσυγκέντρωσης- και αρχίζει αργές, χαοτικές κινήσεις πάνω από το σώμα του ασθενή, πασχίζοντας να του μεταδώσει θετική ενέργεια.

    Κράτησε πέντε δέκα λεπτά αυτή η τελετουργία. Ύστερα σηκώνει κουρασμένα το κεφάλι και κοιτάζει τον καθηγητή.

     -Ένα ελαφρό μασάζ θα σας ανακουφίσει, θα νιώσετε καλύτερα, είπε, και γύρισε μηχανικά το κεφάλι του προς τη Αυγούλα.

    Είχε κάτι που τον τραβούσε, κάτι το γνώριμο, γι’ αυτό και οι ματιές πάνω της έμοιαζαν αντανακλαστικές.

    Όσο ο καλόγερος ασχολιόταν με τα πόδια, ο Κομνηνός κρατούσε στα χέρια την εικόνα και την κοίταζε ερευνητικά. Φανατικός συλλέκτης έργων τέχνης, έκοβε το μάτι του, ξεχώριζε τα σπουδαία.

      -Είναι πολύ παλιά. Δεν είναι; ρώτησε τον καλόγερο.

      -Ναι, είναι του 1ου αιώνα μ.Χ. Λένε πως τη ζωγράφισε ο ίδιος ο απόστολος Λουκάς, απάντησε ο Νικηφόρος. Βρέθηκε σε μια σπηλιά της Παλαιστίνης και μου την εμπιστεύτηκε ένας μοναχός του Όρους Σινά. Την έχω πολλές φορές χρησιμοποιήσει σε θεραπείες και είχα πάντοτε καλά αποτελέσματα. Θα δείτε κι εσείς. Μαζί με κάποιες ασκήσεις που θα κάνουμε και με τη θεία χάρη της, θα πάμε καλύτερα σε ένα δυο μήνες.

    Άφησε την εικόνα στο κομοδίνο του καθηγητή να τον συντροφεύει κι αναχώρησε.

    Η θεραπεία συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες. Κάποια από αυτές, ρώτησε ο Κομνηνός. «Πώς θα γινόταν να αποκτήσω αυτήν την εικόνα; Μ’ αρέσει πολύ».          

      -Μου είναι πολύ δύσκολο να την αποχωριστώ, κύριε Κομνηνέ. Εξάλλου μου είναι χρήσιμη στις θεραπείες που κάνω, νομίζω πως θα κοπούνε τα χέρια μου, αν την δώσω.

      -Όσο γι’ αυτό, εσύ θα βρεις κάποια λύση. Πες μου μόνο πόσο κάνει;

      -Σας είπα, κύριε καθηγητά μου, είναι εργαλείο δουλειάς.

      -Καλά, πήγαινε, θα τα ξαναπούμε.

    Την επόμενη μέρα ο Νικηφόρος, πριν πάει στο παλάτι, τηλεφώνησε στον φίλο του, αγιογράφο. «Έχεις άλλα αντίγραφα της εικόνας που μου έδωσες;»

      -Ναι, άλλα τρία. Τι τα θέλεις;

      -Μη ρωτάς. Θα σου εξηγήσω από κοντά.

    Περίμενε την κατάλληλη στιγμή. Σαν έφτασε, είπε στον Κομνηνό: «Κύριε καθηγητά, η εικόνα που ζητάτε είναι πολύ ακριβή, όπως μου είπε το μοναστήρι, που μου την εμπιστεύτηκε».

      -Είμαι έτοιμος να ακούσω.

      -Μόνο για σας, και μετά από παράκλησή μου, εκατό χιλιάδες ευρώ.

      -………………….

    Η σιωπή του καθηγητή δεν ανησύχησε τον καλόγερο. Είχε ήδη διαβάσει τη σκέψη του. Απλά ήθελε λίγο χρόνο να ωριμάσει στη συνείδηση του καθηγητή.

      -Μην κουράζεστε τώρα. Απαντάτε αύριο, αν θέλετε, είπε ο καλόγερος και κινήθηκε προς την εξώπορτα.

    Τον συνόδεψε η Αυγή ως την αυλόπορτα, προσέχοντας την αρρενωπή κορμοστασιά και τις γεμάτες αυτοπεποίθηση κινήσεις του ανεπηρέαστες και πέρα από τα πρότυπα ενός ασκητή. Εκείνος ακούμπησε με οικειότητα το χέρι στην πλάτη της. Λες και τη γνώριζε από χρόνια, τη χάιδεψε με τρυφερότητα.

      -Σε θαυμάζω για την καρτερία σου και την επιμονή σου, είπε. Έχεις αξιόλογο σύντροφο, μα δυστυχώς του έτυχε αυτό το μαρτύριο. Έχε, όμως,  πίστη στον θεό, όλα θα πάνε καλύτερα. Πάντως να ξέρεις, άλλες σαν και σένα -μια γυναίκα να την πίνεις στο ποτήρι- δεν θα μπορούσαν να κρατήσουν τις ορμές τους. Είσαι αξιέπαινη. Μπράβο σου.

    Την αποχαιρέτησε με ένα ζεστό φιλί στο μέτωπο.

    Τι τα ήθελε αυτά; Αντί να την παρηγορήσουν, την έριξαν σε σκοτεινό λαβύρινθο όπου επιθυμίες και πόθοι, απογυμνωμένοι από κοινωνικές αναστολές, άρχιζαν άγριο ερωτικό χορό.

    Η Αυγή έκλεισε την αυλόπορτα ρίχνοντας μια ματιά στο γραμματοκιβώτιό της. Υπήρχε ένα γράμμα, χωρίς όνομα αποστολέα. Το άνοιξε και το διάβασε με ταραχή.

    Πληγή μου ,

    Δεν τόλμησα να σου γράψω τόσα χρόνια γιατί δεν ξέρω αν είχα το δικαίωμα αυτό. Είχα ορκιστεί να σε ξεχάσω, να μην σε ενοχλήσω ξανά. Αλλά η καρδιά μου ανυπάκουη κι αιώνια σκλάβα σου, άρπαξε χαρτί και μολύβι και χωρίς να λογαριάσει θυμό,  εγωισμό και μίσος, έγραψε με το αίμα της αυτά που διαβάζεις. Δεν τα γράφω για να με λυπηθείς. Τον θυμό μου θέλω να βγάλω, μήπως ησυχάσω. Άφησες πίσω σου ένα μετέωρο γιατί, «γιατί έφυγες;».  Πέρασες σαν θύελλα από πάνω μου παρασέρνοντας ό, τι αγνό κι ωραίο είχα σχηματίσει για σένα. Τα κατάστρεψες όλα. Πασχίζω να κρατηθώ, να ξαναζήσω. Αν και γνωρίζω ότι δεν έχουν καμιά αξία τα κλάματα πάνω από συντρίμμια, πιάνω συχνά τον εαυτό μου να γυρίζει εκεί ξανά και ξανά. Εύχομαι να μην πέσει βαριά η μήνις των θεών πάνω σου, να μη σου έρθουν συμφορές.

    «Τι εννοεί αυτός ο χαμένος», σκέφτηκε η Αυγή  και διάβασε παρακάτω:

     Αν νοιάζομαι ακόμα για σένα -πώς να το πω γαμώ το κερατό μου γαμώ- είναι γιατί εγώ ο μαλάκας σε αγαπάω ακόμα, αν και δεν σ’ έχω συγχωρέσει ούτε για μια στιγμή. Άλλωστε πώς θα μπορούσες να τα ξεπλύνεις όλα με ένα μικρό συγχωροχάρτι που άφησες στο γραφείο μου; «Ωρίωνα, ευχαριστώ για όλα όσα περάσαμε μαζί. Τα όνειρά μας χωρίζουν. Συγχώρεσέ με». Πώς να σε συγχωρέσω; Σε θυμάμαι και σπαράζω. Σε σκέφτομαι και ξαγρυπνώ. Ό, τι μπορούσα να σου δώσω, σου το έδωσα. Αν σου στέρησα κάτι, είναι μόνο ένα και πρέπει να δείξεις επιείκεια. Δεν μπόρεσα να σου χαρίσω πολύτιμα διαμάντια, να περιδέσω τον λαιμό σου με λαμπερά μαργαριτάρια, με χρυσαφένιες αλυσίδες τα χέρια σου να δέσω. Θα εξουσίαζα έτσι το κορμί σου, θα σ’ έκανα δική μου. Πες μου άραγε, θα σκλάβωνα μήπως και την καρδιά σου;

                Μαχαίρωσέ με, τουφέκισέ με, εξάλειψέ με  ….  

    Ωρίωνας

            Υ.Γ.  Την προδοσία σου θα μπορούσα να τη συγχωρέσω κάποτε, εκείνο όμως που δεν θα σου συγχωρέσω ποτέ, είναι που μπαίνεις μπροστά μου και με εμποδίζεις να αγκαλιάσω άλλη γυναίκα. Μου καταστρέφεις όλες τις όμορφες στιγμές. Γιατί με τιμωρείς τόσο άσπλαχνα;

     Τα λόγια του Ωρίωνα την ξάφνιασαν. Δεν ήξερε αν έπρεπε να θυμώσει, να αδιαφορήσει ή να κλάψει. Ειδικά εκείνη η παράγραφος «εύχομαι να μην πέσει βαριά η μήνις των θεών πάνω σου…» την έκανε έξω φρενών, κουρέλιασε τη διάθεσή της. Όλα της έφταιγαν: τα μαλλιά της, τα ρούχα της, η φάτσα της στον καθρέφτη, ο ίδιος ο Κομνηνός. Ζητούσε να δραπετεύσει. Το δίπλωσε, το έβαλε στην τσάντα της και τηλεφώνησε στη Λιλή.

      -Έλα, τι κάνεις;  ….  

      – Καλά,…. εσύ;

      -Έχεις χρόνο; Είσαι για ένα καφεδάκι;  …. 

      – Ναι. Τι προτείνεις;

    Συναντήθηκαν πάλι στη «Σεμίραμις», το μέρος που λάτρευαν. Ήσυχο και κοντά στη θάλασσα που σ’ αφήνει να ταξιδέψεις με τα κύματα, να σεργιανίσεις τα πλεούμενα, να πετάξεις με τα φτερά των γλάρων, να δεις τα πράγματα από μακριά.

      -Πώς είσαι έτσι; ρώτησε η Λιλή. Τι σου συμβαίνει; Έπαθε κάτι ο Μελίτωνας;

      -Όχι. Μία από τα ίδια. Καμιά εξέλιξη. Να και τούτο, να και τ’ άλλο, τίποτα. Ούτε τα φάρμακα τον πιάνουν ούτε τα γιατροσόφια του καλόγερου. Να πεις δεν προσπαθεί ο καημένος! Κάθε μέρα έρχεται και τον παλεύει με τις ώρες, τίποτα, καμιά εξέλιξη. Κάθεται μαζί μας, κουβεντιάζουμε, γελάμε, χαιρόμαστε. Ο Κομνηνός τίποτα. Προς το χειρότερο. Αλλά, ….  άστα αυτά. Σε πήρα να πούμε άλλα πράγματα, χαζά, ευχάριστα, να αλλάξει η διάθεσή μου.

      -Κι εγώ ευχάριστα θέλω να συζητάμε, Αυγή μου. Γιατί, πίστεψέ με, σε σκέφτομαι και τρελαίνομαι με τόσα που περνάς. Μου θυμίζεις, μα την αλήθεια, τη Δανάη που την έκλεισε ο βασιλιάς πατέρας της σ’ ένα χάλκινο μπουντρούμι, για να μην γνωρίσει τον Έρωτα -μόνο που εσύ έθαψες τη ζωή σου με τη θέλησή σου. Φοβόταν βλέπεις ο γερομπισμπίκης μη χάσει τη ζωή του και το θρόνο του απ’ τους απογόνους του. Ρε, λες να ζήλευε την ομορφιά της και δεν ήθελε να την παντρέψει για να μην τη χάσει; Μυστήριο πράμα ο άνθρωπος!

      -Δεν έχεις άδικο, Λιλή. Κι εγώ κάπως έτσι νιώθω, φυλακισμένη σαν τη Δανάη. Υπομένω και καρτερώ, αλλά έρχονται στιγμές που νιώθω σαν τη λέαινα στο κλουβί.

      -Και τι περιμένεις μωρή μαλάκω; Τη χρυσή βροχούλα να ’ρθει απ’ τον ουρανό να ξεδιψάσει το γατάκι σου; …. Ε; … Τι σκέφτεσαι; …. Μίλα.

      -….. Τώρα που το συζητάμε βρε Λιλή, μού έρχεται κάτι παράξενο στο μυαλό. Λοιπόν, άκου. Οι άντρες ανέκαθεν ήθελαν τη γυναίκα κτήμα τους για να την εξουσιάζουν, γι’ αυτό και η σωρεία περιορισμών στα παλιότερα χρόνια. Να πω ότι μας ζηλεύουν γιατί έχουμε θηλυκό μυαλό; Να πω ότι μας φοβούνται, επειδή είμαστε ο αδάμαστος πόθος τους και μπορούμε μέσα απ’ αυτόν να ελέγχουμε τα πάντα; Δεν ξέρω.

      -Σαν να έχεις δίκιο μου φαίνεται, Αυγή. Σκοτώνοντας τον έρωτα στο σώμα μιας γυναίκας, με έναν περιορισμό στο σπίτι, ας πούμε, ή έναν ευνουχισμό ισλαμικού τύπου, παίρνεις από τα χέρια της το όπλο της. Χάνει την αίσθηση της δύναμής της, παραδίνεται χωρίς όρους, εξουσιάζεται εύκολα. «Κάτω τα χέρια από την κλειτορίδα», να ένα ωραίο σύνθημα για τις δυναστευόμενες γυναίκες της Ανατολής. Νομίζεις; ….. χα χα χα χα.

    Γέλασαν πολύ με τις παλαβές τους σκέψεις, είπαν κι άλλα πολλά, χάρηκαν. Αντάλλαξαν κλεφτές ματιές με κάτι «τεκνά» στο διπλανό τραπέζι, έφυγαν ευχαριστημένες, ερωτικά ανεβασμένες.

    Όταν γύρισε στο σπίτι, ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ο Κομνηνός είχε πάρει τα ηρεμιστικά του και βρισκόταν σε βαθύ ύπνο. Η Αυγή, αντίθετα, είχε τις εξάψεις της, την έντασή της, δεν της κολλούσε ύπνος. ΄Εβαλε  λίγο ποτό και σύρθηκε στο δωμάτιό της. Ένιωθε την ανάγκη να μείνει μόνη, να μαζέψει τις σκέψεις της, να λευτερωθεί απ’ τα θέλω της. Έκανε ζέστη, την ενοχλούσαν τα ρούχα. Τα πέταξε στην καρέκλα και ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι να δροσιστεί. Άνοιξε την τηλεόραση. Έψαξε τα κανάλια και οοοοόπ έπεσε πάνω σε μια ερωτική ταινία. Καλή φαινόταν, με υπόθεση και τρυφερό έρωτα. Έσβησε το φως να την απολαύσει. Μοναδικό της ρούχο ο ζεστός αέρας του δωματίου, συντροφιά της οι πόθοι της. Καθώς περνούσε η ώρα οι σκηνές γίνονταν όλο και πιο ενδιαφέρουσες, πιο τολμηρές. Ανέβαινε η διάθεσή της, φτιαχνόταν. Το αίμα της έσφυζε, πύρωνε το πρόσωπό της, πυρπολούσε το υπογάστριό της. Ασυναίσθητα τα χέρια της άρχισαν το κυνήγι του «κρυμμένου θησαυρού», ψάχνοντας στο σκοτάδι να βρούνε τα σημεία «τζι». Δεν άργησε πολύ. Έσφιξε τα πόδια της, διπλώθηκε, ηρέμησε. Σε λίγο ο ύπνος μάζευε τις στάχτες της ξαλαφρωμένης ύπαρξής της.

    Το πρωί την ξύπνησε το κινητό της με νέο μήνυμα. «Ο Ωρίωνας πεθαίνει στην αγκαλιά της Αυγής». Α, να χαθείς, κρύε, με ξύπνησες από τα άγρια χαράματα για να μου πεις αστρολογικές βλακείες!, μουρμούρισε. Εσύ είσαι και κρύβεσαι τόσο καιρό και δεν μιλάς σαν άντρας; Ξενέρωτε!

    Τηλεφώνησε αμέσως στη Λιλή να γελάσουν με τα ανόητα μυνήματά του.

    Το βράδυ που ακολούθησε δεν έκλεισε μάτι ο Κομνηνός. Έκανε τους λογαριασμούς του, ανασκοπούσε τη ζωή του. Ποιος είμαι; Τι κάνω; Πού πάω; Τελειώνω άραγε εδώ ή είναι κι αυτό μια ακόμη δοκιμασία; Ξέρω. Πέρασα δυσκολίες. Ναι. Ποτίστηκα πίκρες. Ναι, αλλά πήρα και χαρές, πολλές χαρές. Η ζωή γενικά μου φέρθηκε γενναιόδωρα, δεν έχω παράπονο. Όμως, τώρα γιατί με τιμωρεί; Τι έφταιξα και μου τα παίρνει όλα με τόση βιασύνη; Γιατί, … γιατί; Υπάρχει θεός; Τα βλέπει αυτά; Τα δέχεται; Ή μήπως δεν υπάρχει τίποτα και τζάμπα προβληματιζόμαστε; Τι αφήνω άραγε πίσω μου; Σπουδές; Πτυχία; Αξιώματα; Τίποτα δεν αφήνω. Ποιος νοιάζεται γι’ αυτά; Θα σβήσω και μαζί μου θα χαθούν όλα. Ακόμα και τα σπίτια και τα άλλα υλικά αγαθά χαμένα θα πάνε. Πού να τα αφήσω; Παιδιά σκυλιά δεν έχω. Ας τα πάρει τουλάχιστον η Αυγή και ας πράξει ό, τι νομίζει. Άλλωστε σαν παιδί μου δεν την είχα τελευταία; Δεν μου στάθηκε σαν κόρη προς πατέρα; Τι παράξενο, όμως. Εγώ που έχω φιλοσοφήσει τόσο πολύ τη ζωή, να ζηλεύω τώρα την τύχη της! Να αρνούμαι να δω την πραγματικότητα!

    Μ’ αυτά και μ’ αυτά  ξημέρωσε. Το φως της αυγής έδιωξε τους εφιάλτες του, αναθάρρεψε.

    Η θεραπεία φαινόταν να παίρνει τα πάνω της, τουλάχιστον έτσι τους είπε ο Νικηφόρος κείνη τη μέρα, κι όταν τέλειωσε η διαδικασία, τον κράτησαν παρά πίσω, να φάνε κάτι, να πιούνε ένα ποτήρι. Είπαν ευχάριστες ιστορίες, μίλησαν για όλα. Κύλησε το απόγευμα δίχως να το καταλάβουν. Έψησε ηρεμιστικό τσάι, το έδωσε στον καθηγητή να χαλαρώσει, τον έβλεπε κουρασμένο, ξαγρυπνισμένο. Δεν άργησε να τον πάρει ο λυτρωτής ύπνος. Έμειναν μόνοι, ο Νικηφόρος με την Αυγή, ο αιθέρας με τη φλόγα δίπλα δίπλα.

    Στερημένοι και οι δύο -για διαφορετικούς λόγους ο καθένας- από την πιο αγνή, άδολη χαρά της ζωής, με τις πρώτες ματιές, τα πρώτα λόγια, άναψε εύκολα η φωτιά. Σιγόκαιε, φαίνεται, από μέρες  και πήρε γρήγορα διαστάσεις. Κάποια στιγμή μάλιστα έμοιαζαν να έχουν χάσει εντελώς τον έλεγχό της. Έπρεπε να επέμβει επειγόντως η πυροσβεστική. Ευτυχώς τα κατάφερε. Έσβησε προς στιγμήν, αλλά υπήρχαν ακόμα κάποιες εστίες, γρήγορα αναζωπυρώθηκε. Ο «πυροσβεστήρας» πάλι έκανε το θαύμα του. Με δυο τρεις τέτοιες παρεμβάσεις καταλάγιασε τελείως η πυρκαγιά, έσβησαν οι φλόγες, έμειναν δυο καρβουνιασμένα κορμιά. Αγκαλιασμένοι, αμίλητοι, άφησαν τα κορμιά τους να μουλιάσουν στην αναπάντεχη ευτυχή συγκυρία, ανυποψίαστοι ακόμα για ό, τι τους επιφύλασσε η καταραμένη μοίρα.

      – Έχεις πολύ ωραίο όνομα, Αυγή, έσπασε τη σιωπή ο Νικηφόρος. Ένα όνομα που αγαπάω πάρα πολύ, γιατί κι η γιαγιά μου είχε το ίδιο.

      – Αυγή την έλεγαν;

      – Ναι. Αυγή Περαχωρίτη και μάλιστα της μοιάζεις αρκετά.

    Η Αυγή πάγωσε. Με σβησμένη φωνή παρακαλώντας να μην είναι αλήθεια όσα θα άκουγε παρακάτω, τον ρώτησε: «Από ποιο μέρος ήταν;».

    – Από την Ποταμιά Σερρών.

    Δεν χρειάστηκαν περισσότερα. Χλόμιασε, πάγωσαν τα χέρια της, έγειρε δίπλα του και λιποθύμησε….

    Αστέρης Κ. Σχοινάς «Σπηλιώτης»

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here