Γράφει η Νένα Μπούρα

«…..Ωρέ βρύση μου μαλαματένια,

ωρέ πως βαστάς κρύο νερό αχ πως βαστάς κρύο νερό.

Ωρέ το βαστώ και δεν το πίνω,

ωρέ για της αγάπης τον καημό αχ για της αγάπης τον καημό.

Ωρέ να ‘μουν βρύση να ‘μουν στέρνα,

ωρέ να ‘μουν γάργαρο νερό αχ να ‘μουν γάργαρο νερό.

Ωρέ να ‘ρχεσαι σαν περδικούλα,

ωρέ με την στάμνα για νερό αχ με την στάμνα για νερό.

ωρέ να φιλήσω την ελιά σου,

ωρέ και τον άσπρο σου λαιμό αχ και τον άσπρο σου λαιμό».

Μας λέει το δημοτικό μας τραγούδι, αναφερόμενο στη βρύση που ανάβλυζε γάργαρο νερό, αυτό το τόσο σημαντικό στοιχείο της φύσης.

Το θεοποιημένο νερό ήταν και είναι η προσωποποίηση της αφθονίας και του πλούτου. Ενώ, η αποτελεσματική άντληση του νερού ήταν μεγάλη εφεύρεση του ανθρώπου από τα αρχαία χρόνια. Έτσι, το θεμέλιο ύπαρξης ενός χωριού ήταν η βρύση. Όλοι οι δρόμοι του χωριού οδηγούσαν σε κάποια κρήνη- βρύση, από όπου προμηθεύονταν την ίδια τη «ζωή», το νερό.

μαγεμένες βρύσεςΣε όλα τα μέρη της Ελλάδας συναντάμε νερομάνες, νεροσπηλιές, πηγές και βρύσες. Βρύσες, που έχουν να μας μολογήσουν για αρματολούς και κλέφτες, για τσοπανόπουλα και βοσκοπούλες που ξεδίψασαν από το νερό τους ρουφώντας λαίμαργα, για κυνηγούς και στρατιώτες, για ληστές και κυνηγημένους, για προσκυνητές και οδοιπόρους.

Για γυναίκες που κουβαλώντας σακιά με αλεύρι ή ξύλα για τον φούρνο, έσκυψαν και έσβησαν την δίψα τους αλλά και για τις μάνες, που ήρθαν να πλύνουν τα ασπρόρουχα της φαμίλιας τους.

Άλλοτε πάλι έκρυβαν έρωτες και καημούς αγάπης, αφού πολλά κορίτσια είδαν στις βρύσες τα παλικάρια που τις περίμεναν να γεμίσουν τα παγούρια τους και να τραγουδούν:

«Κι αν πας Μαλάμω μ’ για νερό

  Και ‘γω στη βρύση καρτερώ…»

Η χρησιμότητα της πηγής και της βρύσης δεν ήταν για πόση και πλύση μόνο, αλλά και τόπος συναντήσεων των ανθρώπων. Ολόκληρο γυναικομάνι μαζεύονταν στις βρύσες και τότε άκουγες αστεία, τραγούδια, πειράγματα, αλλά και καυγάδες, αν κάποια γέμιζε χωρίς να περιμένει τη σειρά της.

μαγεμένες βρύσεςΗ βρύση του χωριού γέμιζε με το νερό της, τη στάμνα της νύφης που πήγαινε την δεύτερη ή κάποια άλλη μέρα  μετά  το γάμο, για να πάρει το πρώτο νερό του νέου σπιτικού της. Ενώ σαν ερχόταν Πρωτοχρονιά, σε πολλά μέρη, οι γυναίκες πήγαιναν αμίλητες στη βρύση για να φέρουν το «καινούριο» νερό και να πάει η χρονιά καλά.

Μάλιστα στη Μικρά Ασία, έπαιρναν το «αμίλητο νερό» από τρείς βρύσες και φεύγοντας τις άφηναν ανοιχτές για να τρέχουν τα καλά στο σπίτι όπως τρέχει το νερό. Για να “γλυκάνουν” και τη βρύση άφηναν και φιλέματα, όπως μέλι, πίτες, σύκα κ.α.

Οι βρύσες δεν ήταν μόνο μέρος συνάντησης θνητών αλλά και στοιχειών που γεννήθηκαν στη φαντασία των ανθρώπων. Στις βρύσες συναντάμε Λάμιες που φοβερίζουν τους περαστικούς. Νεράιδες που πλένουν τα μαντήλια τους και ξελογιάζουν παλικάρια. Αραπάδες που κρύβουν θησαυρούς, καθώς και άλλα καλόβολα ή μη στοιχειά, που μόνο οι αλαφροΐσκιωτοι έβλεπαν.

Οι μαγεμένες βρύσες της πατρίδας μας, είναι πολλές και πλήθος παραδόσεων και θρύλων, μας αποκαλύπτουν τα κρυμμένα τους μυστικά.

Μια παράδοση που μας έρχεται από τα Καλάβρυτα αναφέρει:

«Κάποτε υπήρχε μια βρύση που την λένε Κιοσή, την οποία την κρατούσε ένας αράπης. Ένας άντρας, πήγε τη νύχτα για να πάρει νερό αλλά δεν βρήκε. Τότε το κατάλαβε πως δεν άφησε ο αράπης το νερό και λέει:

«Αράπη, δώσε μου νερό». Αμέσως η βρύση έβγαλε νερό. Γέμισε το αγγείο του κι έφυγε, πήγε στην καλύβα του. Έδωσε και στους άλλους να πιούνε που ήταν εκεί. Την άλλη μέρα βρέθηκαν όλοι πεθαμένοι».

μαγεμένες βρύσεςΕπειδή το νερό μπορεί να απειληθεί το ίδιο, λόγω ξηρασίας ή μόλυνσης, οι άνθρωποι νιώθουν ότι έτσι απειλείται η ίδια τους η ζωή. Ο φόβος αυτός εκφραζόταν μέσα από παραδόσεις όπου δράκοντες, Λάμιες ή αράπηδες, εμπόδιζαν τους ανθρώπους να το αντλήσουν.

Μια ακόμα παράδοση από τη Μάνη αναφέρει:

«Σε μια παλιά βρύση βγαίνει τη νύχτα ένα θεριό. Πολλοί το είδαν και ήταν σαν ζαγάρι άσπρο και κρατούσε στο στόμα του μια από τις πέντε κάνουλες της βρύσης».

Στις βρύσες συχνά οι διηγήσεις των παλιών ανέφεραν και την ύπαρξη των Νεράιδων, όπου με παινέματα και γλυκόλογα προσπαθούσαν να ξελογιάσουν θνητούς και να τους κάνουν κακό, όπως στην περίπτωση ενός λυράρη από την Κάσο.

Η παράδοση αυτή αναφέρει:

«Ένας λυράρης Κρητικός που ζούσε στη Κάρπαθο και στη Κάσο, συνήθιζε να βλέπει νεράιδες στη βρύση. Αυτές τον παρακαλούσαν να τους παίξει λύρα και να τραγουδήσει. Και αυτός τραγουδούσε κι έπαιζε μέχρι που ξημέρωνε. Οι νεράιδες ήταν τόσο πολύ ευχαριστημένες που του έδωσαν το χάρισμα να παίζει όπως κανείς άλλος σε όλον τον ντουνιά».

Το νερό της βρύσης δεν ξεδιψούσε μόνο τους ανθρώπους αλλά και τους έκανε να λησμονούν. Αυτό γινόταν όταν ο άνθρωπος έφευγε από τη ζωή. Η ολοκλήρωση της πορείας του ανθρώπου που πήγαινε στον Κάτω Κόσμο, γινόταν μόνο αν έπινε από το νερό της βρύσης της Αρνησιάς,

Η παράδοση μας μαρτυράει τούτα:

«Ό Χάρος, μόλις πάρει τον πεθαμένο, τον περνάει πρώτα από της Αρνής το βουνό. Στη ρίζα του βουνού είναι της Αρνησιάς η βρύση. Του δίνει και πίνει νερό και αρνιέται για μιας τους δικούς του. Έπειτα, τον περνάει από την Αλησμονιά, ένα λιβάδι που έχει το λησμονοβότανο. Μα σαν περάσει κι από ο μαύρος άνθρωπος, λησμονάει και τις στράτες και τα διάβατά του».

Τελειώνοντας αμπολές είναι οι ιστορίες που θα μπορούσαμε να διαβάζουμε και να ακούμε για τις μαγεμένες βρύσες της πατρίδας μας. Γι’ αυτό, αν ποτέ συναντήσετε στο διάβα σας μια όμορφη πελεκητή βρύση, μην την προσπεράσετε αλλά σκύψτε και πιείτε από το νερό της. Ίσως σας ψιθυρίσει κάποια ακόμα ανείπωτα μυστικά…

Επεξεργασία εικόνας: Παναγιώτα Γκουτζουρέλα

(Πηγή παραδόσεων άρθρου: Παραδόσεις – Ν. Πολίτη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here