Πέμπτη, Οκτώβριος 24, 2019
More
    Αρχική Συνεντεύξεις Μια κουβέντα με την Κωνσταντίνα Δελημήτρου

    Μια κουβέντα με την Κωνσταντίνα Δελημήτρου

    -

    Μια κουβέντα με την Κωνσταντίνα Δελημήτρου

    Ρωτάει η Βίκυ Ζηλιασκοπούλου

    Σήμερα στους Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών θα γνωρίσουμε την κ. Κωνσταντίνα Δελημήτρου, συγγραφέα του βιβλίου «ex-έλληνες» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διάπλαση.

    Συνέντευξη

    Καλησπέρα κ. Δελημήτρου, ευχαριστώ πολύ για το χρόνο που μας διαθέτετε.
    Το βιβλίο σας «ex–έλληνες» είναι το τρίτο κατά σειρά τυπωμένο σας έργο. Πώς νιώθετε όταν κρατάτε στα χέρια σας ένα βιβλίο με το όνομά σας στη θέση του συγγραφέα; Το συναίσθημα είναι το ίδιο ή φθίνει όσο αυξάνονται τα βιβλία;

    Κ.Δ.: Καλησπέρα, σας ευχαριστώ πολύ για την τιμή. Κάθε νέο βιβλίο που κρατώ στα χέρια μου, μεγαλώνει την έκπληξη αλλά και τη χαρά μου. Είναι παράξενο μα τα έντονα αυτά συναισθήματα αντί να φθίνουν με κάθε νέο βιβλίο όπως περίμενα ότι συμβαίνει σε κάθε συγγραφέα, αντίθετα, γίνονται εντονότερα κάθε φορά. Ενδεχομένως, όσο πιο συνειδητή και -ελπίζω- ώριμη γίνεται η γραφή μου, όσο περισσότερο συνειδητοποιώ ότι συνεχίζω να γράφω και τα βιβλία μου συνεχίζουν να εκδίδονται, όσο οι λέξεις και οι ιδέες μου συνεχίζουν να ταξιδεύουν «εκεί έξω», τόσο πιο μεγάλη η αγωνία, η ευθύνη, η έκπληξη, μα και η ευγνωμοσύνη μου.

    Εσείς ως παιδί διαβάζατε πολλά βιβλία; Ως ενήλικας; Υπάρχει κάποιο είδος λογοτεχνίας που να μπορείτε να πείτε ότι είναι το αγαπημένο σας;

    Κ.Δ.: Ναι, πάντοτε διάβαζα αρκετά και σε αυτό νομίζω συντέλεσε η ύπαρξη βιβλιοθήκης στο σπίτι και μάλιστα παραφορτωμένης με κάθε είδους λογοτεχνική σειρά, εγκυκλοπαίδεια και παραμύθι. Τότε σπάνια πήγαινες εσύ σε βιβλιοπωλείο αν δεν ήταν για γραφική ύλη ή για σχολικά βιβλία. Ήταν ακριβό σπορ τα βιβλία για εμάς οπότε σε κάθε γειτονιά, τουλάχιστον στη Νίκαια που μεγάλωσα, είχαμε τους δικούς μας πλανόδιους πωλητές βιβλίων με δόσεις. Άλλωστε, ελλείψει Google, κάθε σπίτι χρειαζόταν μια εγκυκλοπαίδεια, μια σειρά Κουστώ, λίγο Καβάφη και σίγουρα Βερν. Αν και οι πλανόδιοι με τα τρίκυκλα που πουλούσαν μεταχειρισμένα κόμικς ήταν αρκετά πιο δημοφιλείς στα παιδιά. Το είδος λοιπόν που με κέρδισε από την πρώτη στιγμή ήταν η επιστημονική φαντασία και μακράν ο αγαπημένος μου, ήταν ο Ιούλιος Βερν. Είχα διαβάσει από δύο φορές κάθε βιβλίο του από εκείνη τη μαγική βυσσινί εγκυκλοπαίδεια με τις τρομερές περιπέτειες φαντασίας του.

    Μπορείτε να μας προτείνετε ένα βιβλίο που αγαπήσατε στα παιδικά ή εφηβικά σας χρόνια και ένα βιβλίο που σας δημιούργησε έντονα συναισθήματα στην ενήλικη ζωή σας;

    Κ.Δ.: Νομίζω ότι καταντά κλισέ αλλά οι περισσότεροι της γενιάς μου δυσκολευόμαστε να ξεπεράσουμε την αγάπη μας για τη Δέλτα και τον Λουντέμη. Τους γνωρίσαμε από αποσπάσματα στο ανθολόγιο και έπειτα οι περισσότεροι τους ψάξαμε και τους αγαπήσαμε. Ως έφηβη, το μαγικό «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» είναι ίσως ένα από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία. Στην ενήλικη πια ζωή μου πάντοτε με συγκινούσαν οι μεγάλοι κλασικοί, ειδικά ο Ντοστογιέφσκι και ο Τολστόι, αλλά εκείνο το βιβλίο που πραγματικά άλλαξε τις αναγνωστικές μου συνήθειες και γενικά με έκανε να ερωτευτώ την καθαρή λογική σκέψη, το χιούμορ και γενικά τη μαγεία της συγγραφής ήταν το Colour of Magic του Sir Terry Pratchett, το Light Fantastic και σχεδόν μονομιάς τα υπόλοιπα τριαντακάτι βιβλία της σειράς Discworld. Συνηθίζω δε να λέω, πως αν υπάρχει ένας σοβαρός λόγος να μάθει κάποιος αγγλικά είναι για να διαβάσει Pratchett.

    Η συγγραφή είναι για εσάς μια εκτόνωση και μια οδός διαφυγής από τα προβλήματα της καθημερινότητας; Θα προτείνατε σε φίλους ή γνωστούς να καταγράφουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους πιστεύοντας ότι έτσι θα βοηθηθούν να ξεπεράσουν δύσκολες καταστάσεις στη ζωή τους;

    Κ.Δ.: Καταλήγω πως δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είναι κάτι πιο πρακτικό. Γράφοντας, μάλλον βάζω τα πάντα σε σειρά, τα κοιτώ πιο αποστασιοποιημένα, αναλογίζομαι καλύτερα τα οφέλη και τις ζημιές που προκάλεσαν, γενικά, βάζω “το μέσα” μου σε τάξη. Ή βγάζω πράγματα που δεν είχα ιδέα πως έκρυβα ή καλύτερα, έθαβα. Ναι, θα το πρότεινα χωρίς δεύτερη σκέψη. Από τη στιγμή που ξεκίνησα να γράφω με έμαθα πολύ καλύτερα ή μάλλον ήταν σαν να με γνώρισα από την αρχή. Είναι εξαιρετικός τρόπος αυτογνωσίας και αυτοβοήθειας, ειδικά στα δύσκολα.

    Στο βιβλίο «ex–έλληνες» περιγράφετε μια κατάσταση πνιγηρή, ζοφερή, τρομαχτική και ασφυκτική σε τέτοιο βαθμό που αναγκαστήκατε να πάτε σε μια άλλη (γείτονα) χώρα, μακριά από συγγενείς και φίλους, χωρίς κανέναν να σταθεί δίπλα σας στην ανάγκη. Ως εξωτερικός παρατηρητής, πιστεύετε ότι έχει αλλάξει κάτι στην κατάσταση εδώ;

    Κ.Δ.: Η κατάσταση στην Ελλάδα είναι αντικειμενικά άσχημη αλλά ο βαθμός που το βιώνει αυτό ο καθένας μας, είναι υποκειμενικός. Εγώ μπορεί να πνιγόμουν, άλλοι να αντέχουν και άλλοι απλά να συνήθισαν. Πάντως για όλους εμάς που περνούσαμε κρίση πολύ πριν την κρίση και αναγκαστήκαμε να φύγουμε από τη χώρα για να εξασφαλίσουμε τα αυτονόητα, τα πράγματα στην Ελλάδα δείχνουν ολοένα και χειρότερα. Αρκεί μόνο να αναλογιστεί κανείς πως φεύγοντας – πλέον μισό εκατομμύριο Έλληνες – αφήσαμε πίσω μια απογοητευμένη γενιά των 700 ευρώ που όμως τώρα βρίσκεται περίπου στα 400 και συνεχίζει να φτωχαίνει, ενώ στην τρέλα προστίθενται και νέα φαινόμενα, όπως οι συνταξιούχοι των 100 ευρώ, οι χιλιάδες άστεγοι, τα ζευγάρια που μετακόμισαν στο πατρικό τους και άλλα τραγικά. Οπότε όχι, δεν πιστεύω ότι έχει αλλάξει κάτι και ούτε ότι θα αλλάξει διότι ακόμη κι αν υποθετικά λυθούν όλα μας τα προβλήματα αύριο το πρωί, η ζημιά που έχουν υποστεί οι άνθρωποι δεν περνάει έτσι απλά. Διότι οι δυσκολίες δεν σε κάνουν δυνατό. Σε κάνουν ανασφαλή, φοβισμένο και αποφασισμένο να κάνεις τα πάντα για να μην το ξαναπεράσεις. Άρα και η κατάσταση να αλλάξει, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν γίνει είτε κουρέλια είτε αγρίμια. Αυτό, θεωρώ είναι το μεγαλύτερο πλήγμα όλων και δεν ξεπερνιέται καθόλου εύκολα.

    Διαβάζοντας τα δύο από τα βιβλία σας (παλιότερα είχα διαβάσει το «Η Ψιλικατζού») ένιωθα σαν να καθόμαστε σε ένα τραπέζι, να πίνουμε καφέ και να μιλάμε. Ο λόγος που χρησιμοποιείτε είναι λίγο ασυνήθιστος για γραπτό κείμενο, είναι όμως εξαιρετικά συνηθισμένος στις διαπροσωπικές επαφές. Ήταν ο σκοπός σας να δημιουργήσετε μια (ας την πούμε) φιλική, παρεΐστικη ατμόσφαιρα ή απλά συνέβη, επειδή δεν μπορούσατε να γράψετε με άλλο τρόπο;

    Κ.Δ.: Καλώς ή κακώς, η συγγραφή μού προέκυψε μέσα από το blogging. Ως ενεργή blogger για κοντά μια δεκαετία, πολύ πριν τα κοινωνικά δίκτυα πάρουν φωτιά, μια πολύ μικρή κοινωνία το πολύ εκατό ανθρώπων, δημοσιεύαμε και συζητούσαμε τα πάντα σαν παρέα καθημερινά. Προφανώς λοιπόν, απλά συνέχισα να γράφω με τον ίδιο τρόπο και στο χαρτί. Ως κειμενογράφος αλλά και ως νέα συγγραφέας έχω δοκιμάσει πολλά είδη μα θεωρώ ότι έχω πολύ χρόνο μπροστά μου να πειραματιστώ και γενικά να απολαύσω το υπέροχο αυτό ταξίδι της συγγραφής βλέποντας τί μου ταιριάζει και τί μου αρέσει καλύτερα. Φαντάζομαι, μελλοντικά που θα με μάθω καλύτερα να μπορώ να σας απαντήσω.

    Μια κουβέντα με την Κωνσταντίνα Δελημήτρου

    Στο βιβλίο παρατήρησα εξαιρετικές αναλύσεις γεγονότων και καταστάσεων, πολλές φορές σκέφτηκα ότι είστε ένας άνθρωπος καταδικασμένος να σκέφτεται και να αναλύει πολύ τα πάντα. Αληθεύει αυτή μου η διαίσθηση;

    Κ.Δ.: Δυστυχώς ναι, είναι όντως καταδίκη. Οι δυσκολίες που λέγαμε παραπάνω και που έπρεπε να με κάνουν δυνατή όπως υπόσχεται το σύμπαν, σε εμένα χάρισαν φόβο, ανασφάλειες και μια ωραιότατη διαταραχή πανικού, με γερές δόσεις άγχους για καθετί, για πράγματα που θεωρούνται απλά και καθημερινά. Έτσι, ο μόνος τρόπος να ξεπερνώ τους φόβους μου είναι να τους σκέφτομαι πολύ για να τους προλαβαίνω ή για να τους απομυθοποιώ, αν θέλετε. Μόνο έτσι παίρνουν τη σωστή τους διάσταση και παύουν να με ενοχλούν, έστω για λίγο. Ενδεχομένως λοιπόν, αυτή η αναγκαστική εσωτερική διεργασία έχει ποτίσει τον τρόπο που βλέπω το καθετί και είναι περισσότερο εμφανής στα κείμενά μου απ΄ ό, τι θα ήθελα.

    Θα γράφατε ξανά, για τρίτη φορά, ένα βιωματικό βιβλίο ή νιώθετε εκτεθειμένη όταν επιτρέπετε στον κόσμο να διεισδύει στην καθημερινότητα και στις σκέψεις σας;

    Μια κουβέντα με την Κωνσταντίνα ΔελημήτρουΚ.Δ.: Τα βιωματικά βιβλία είναι μεγάλη ταλαιπωρία για έναν συγγραφέα. Ταλαιπωρούν τη δημόσια και την προσωπική του ζωή, ενώ ενδέχεται να του κάνουν και κακό στη συγγραφική του καριέρα. Όμως. Είναι αδύνατον να τους ξεφύγεις. Ακόμη κι αν ποτέ δεν δημοσιοποιηθούν, σίγουρα πρέπει να γραφτούν διότι δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Μπαίνουν στη μέση κάθε ιστορίας σου και στην καταστρέφουν. Ή στην πάνε αλλού. Έχω μέσα μου δεκάδες ιστορίες που θέλω να γράψω ή που έχω μισογράψει, όταν όμως με “καίει” κάτι πολύ, όπως η υπογονιμότητα ή η αναγκαστική φυγή από τη χώρα και τους αγαπημένους μου, είναι αδύνατον να τελειώσω οτιδήποτε άλλο ανενόχλητη. Η δημοσιοποίηση τώρα, είναι κάτι άλλο. Ως blogger, ήμουν καλά εξασκημένη να γράφω και να δημοσιοποιώ στη στιγμή ό,τι ήθελα ενώ έβλεπα άμεσα τα οφέλη και τη δύναμη της επώνυμης καταγραφής. Έχει όμως κόστος όλο αυτά και δεν είμαι σίγουρη αν έχω την αντοχή να το ξανακάνω.

    Κλείνοντας και αφού σας ευχαριστήσω για την ειλικρίνειά σας, θα θέλατε να ευχηθείτε κάτι στους αναγνώστες μας;

    Κ.Δ. : Αντίθετα με τη γνωστή κινέζικη κατάρα, εύχομαι να καταφέρουμε κάποτε να ζήσουμε και σε λιγότερο ενδιαφέροντες καιρούς. Σας ευχαριστώ.

    Μια κουβέντα με την Κωνσταντίνα Δελημήτρου

    Επεξεργασία εικόνας: Σοφία Σαμιώτη

    Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών
    Είμαστε μια ομάδα ανθρώπων που αγαπάμε τις λέξεις σε όποια τους μορφή κι αν τυπώνονται: άρθρα, ειδήσεις, λογοτεχνία, ποίηση και δραστηριοποιείται στο διαδίκτυο. Σας ενημερώνουμε για δραστηριότητες παλιές και καινούριες. Ελάτε μαζί μας να παίξουμε με τα λόγια που γράφονται!

    Απάντηση