Σάββατο, Αύγουστος 24, 2019
More
    Αρχική Θρύλοι & Μύθοι Ο Μύθος της Αμυγδαλιάς - Νένα Μπούρα

    Ο Μύθος της Αμυγδαλιάς – Νένα Μπούρα

    -

    Ο Μύθος της Αμυγδαλιάς

    Γράφει η Νένα Μπούρα

    Βρέχει, χιονίζει, στέκει πάντα όμορφη και ανθισμένη μέσα στο ξεροβόρι του χειμώνα. Σαν να ειδοποιεί τους ανθρώπους πως σιγά σιγά θα ξεπροβάλλει η άνοιξη. Άλλοι τη χαρακτήρισαν απερίσκεπτη που καθόλου δε λογαριάζει το κρύο και την παγωνιά, μα αυτή την συνήθειά της δεν αλλάζει και κάθε χρόνο μας κάνει να στεκόμαστε και να την κοιτάζουμε χαρούμενοι που μας δίνει λίγο χρώμα μέσα στη μουνταμάρα του χειμώνα.

    Δεν είναι άλλη από τη «νυφούλα του χιονιά», την αμυγδαλιά, που ενέπνευσε λογιών λογιών καλλιτέχνες, ζωγράφους, ποιητές, μουσικούς…

    «…Μια μυγδαλιά και δίπλα της Εσύ,

    μα πότε ανθίσατε;

    Στέκομαι στο παράθυρο

    και Σας κοιτώ και κλαίω…

    Τόση χαρά δεν την μπορούν τα μάτια μου…

    Δος μου Θεέ μου όλες τις στέρνες

    τ’ Ουρανού να στις γιομίσω…»

    Νικηφόρος Βρεττάκος

    Τα αρχαία χρόνια στην Ελλάδα, όπως και σήμερα, υπήρχαν αμυγδαλιές. Η αμυγδαλιά είναι το δέντρο που ανθίζει μέσα στο καταχείμωνο και πολύ πριν από την εποχή που η Περσεφόνη βγαίνοντας στον ήλιο φέρνει την άνθηση της νεκρής φύσης. Οι αρχαίοι δημιούργησαν έναν μύθο για την αμυγδαλιά που εξηγεί το παράκαιρο και παράτολμο άνθισμά της.

    Λένε λοιπόν πως κάποτε η αμυγδαλιά, πριν γίνει δέντρο ήταν γυναίκα. Ονομαζόταν Φυλλίς και ήταν θυγατέρα βασιλιά της Θράκης. Και η ιστορία της ξεκινάει κάπως έτσι…

    «Μετά την λήξη του Τρωικού πολέμου, ο βασιλεύς της πόλεως των Αθηνών Μενεσθεύς ή Μενεσθέας, σκοτώθηκε στην Τροία και τον διαδέχθηκε ο Δημοφών ή Δημοφώντας. Ο Δημοφών ήταν γιος του Θησέα και της Φαίδρας.

    Ταξιδεύοντας στο Αιγαίο με σκοπό να επιστρέψει στην Αθήνα, κάποτε έφθασε στις ακτές της Θράκης, ίσως για να γλιτώσει από κάποια θαλασσοταραχή.

    Ο Μύθος της Αμυγδαλιάς

    Μύθος της Αμυγδαλιάς

    Στην ακρογιαλιά έπαιζε μια παρέα κοριτσιών. Ανάμεσά τους ήταν και η Φυλλίδα, η κόρη του βασιλιά Σίθωνα. Ο Δημοφώντας, επικεφαλής των ναυτών, ζήτησε από τα κορίτσια να μην φοβούνται. Οι άνδρες έψαχναν απλώς μια πηγή για να γεμίσουν με νερό τα άδεια τους δοχεία.

    Η βασιλοπούλα, γοητευμένη από τους ευγενικούς τρόπους του νεαρού Δημοφώντα και εμπιστευόμενη το ένστικτό της, κάλεσε τους στρατιώτες στο παλάτι όπου τους φιλοξένησαν με τιμές. Η πριγκιποπούλα γοητεύτηκε από τη στάση και το παράστημα του Δημοφώντα. Μα και κείνος δεν έμεινε αδιάφορος από τη χάρη και την ομορφιά της κόρης.

    Ο Έρωτας δεν άργησε να έρθει. Ήταν φλογερός και αμοιβαίος. Τον γάμο των δυο νέων ευλόγησε ο βασιλιάς Σίθωνας, εκτιμώντας το ήθος και την ευγενική καταγωγή του γαμπρού του. Τίμησε δε την ένωση αυτή με πλούτη και γη από το βασίλειό του, φροντίζοντας να μη λείψει τίποτα από τους νεόνυμφους.

    Όμως τη χαρά και την ευτυχία του έγγαμου βίου τους, σκίαζε για το νεαρό βασιλόπουλο η νοσταλγία της πατρίδας του. Έτσι ζήτησε από τη νεαρή σύντροφό του να του επιτρέψει να ταξιδέψει για λίγο μέχρι την Αθήνα.

    Η κοπέλα διστακτικά δέχτηκε και μετά από λίγο τον αποχαιρετούσε φιλώντας τον τρυφερά και κουνώντας του το μαντίλι του αποχαιρετισμού. Τον παρακάλεσε να μην καθυστερήσει διόλου την επιστροφή του, μα να βρεθεί σύντομα πάλι κοντά της. Το ταξίδι, όμως, ήταν μακρύ και χρονοβόρο και στην Αθήνα φίλοι και συγγενείς καθυστερούσαν την αναχώρηση του νέου.

    Οι μήνες περνούσαν και η γλυκιά προσμονή της κόρης μετατράπηκε σε αβάσταχτο μαρτύριο. Φοβόταν πως κάτι άσχημο είχε συμβεί στον καλό της και ανυπόφορος πόνος σκέπαζε την ψυχή της. Όμως ο ατελείωτος χρόνος της προσμονής και οι μαύρες σκέψεις δεν έσβηναν μέσα της την ελπίδα της επιστροφής του. Ήξερε πως τα αισθήματα και των δύο ήταν τόσο δυνατά που τίποτε στον κόσμο δεν θα μπορούσε να τα σβήσει.

    Ο Μύθος της Αμυγδαλιάς

    Ήξερε πως δεν την είχε ξεχάσει. Όμως η κόρη έσβηνε μέρα με την μέρα. Είχε γίνει πια τόσο χλωμή και αδύνατη που οι θεοί την λυπήθηκαν και, για να μην υποφέρει άλλο, την μεταμόρφωσαν σε όμορφο λυγερόκορμο δέντρο, την Αμυγδαλιά.

    Κι ο Δημοφώντας όμως δεν μπορούσε μακριά από την αγαπημένη του. Αγνοώντας τις νουθεσίες φίλων και συγγενών να παραμείνει μέχρι να ανοίξει ο καιρός, εκείνος ξεκίνησε μες στην καρδιά του χειμώνα το ταξίδι της επιστροφής. Για μέρες περπατούσε μες στον βοριά, το κρύο και το χιόνι, ώσπου έφτασε στη Θράκη.

    Αναζητώντας την αγαπημένη του, έφτασε στο σημείο του αποχαιρετισμού. Εκεί ακριβώς είδε να στέκεται ένα ψηλό ξεραμένο δέντρο χωρίς καρπούς και φύλλα. Ο νέος κατάλαβε τι είχε συμβεί και βγάζοντας μια κραυγή πόνου, με δάκρυα στα μάτια αγκάλιασε σφιχτά τον ξερό κορμό σαν να αγκάλιαζε το σώμα της αγαπημένης του.

    Και τότε, σαν από θαύμα, ζωή πλημμύρισε το άψυχο ξύλο και τα γυμνά κλαδιά του δέντρου στολίστηκαν με πανέμορφα μικρά λευκά άνθη που ανέδυαν μια υπέροχη, ντελικάτη ευωδία.

    Η ελληνική λαογραφία μας έχει έναν ακόμα μύθο με τη μορφή παραμυθιού να μας προσφέρει σχετικά με τον ασπροντυμένο αυτό δέντρο.

    Μύθος της Αμυγδαλιάς

    Η Αμυγδαλιά ήταν ένα νέο, πανέμορφο, ροδαλό κορίτσι. Η μητέρα της την αγαπούσε πολύ, φοβόταν όμως τις κρύες μέρες του χειμώνα να την αφήσει να βγει έξω για να μην κρυώσει.

    Γι’ αυτό, τον χειμώνα την κλείδωνε στο δωμάτιό της. Μια μέρα όμως ο Βοριάς πέρασε έξω από το παράθυρό της, την είδε και την ερωτεύτηκε.

    Πώς όμως θα ερωτεύονταν και αυτή τον Βοριά; Τριγυρνούσε θλιμμένος έξω από το παράθυρό της. Ώσπου μια νύχτα σκέφτηκε να μεταμορφωθεί σε πρίγκηπα. Ο Βοριάς παρουσιάστηκε στην Αμυγδαλιά σαν όμορφος νεαρός άντρας και της ζήτησε αμέσως να παντρευτούν. Εκείνη μόλις τον αντίκρισε τον ερωτεύτηκε και δέχτηκε την πρότασή του.

    Μια μέρα λοιπόν, που έλειπε η μητέρα της από το παλάτι, βγήκε έξω τρέχοντας και αγκάλιασε τον Βοριά. Δεν άντεξε την παγωνιά και απ’ το κρύο του ξεψύχησε. Από τότε ντύνεται νυφούλα και δέχεται το άγγιγμα του αγαπημένου της Βοριά κάθε χειμώνα.

    Οι ιστορίες της αμυγδαλιάς δεν έχουν αίσιο τέλος. Άλλωστε και η πραγματικότητα που αντιμετωπίζουμε δεν είναι πάντα γεμάτη χαρές. Όμως αυτές οι ιστορίες μας δείχνουν την άδολη αγάπη και τον αγνό έρωτα. Αν δεν υπήρχε αυτό το τέλος, δεν θα γινόταν η αμυγδαλιά το δέντρο που μας δίνει ελπίδα και δε θα γεννιόταν μέσα από τον «θάνατο» της φύσης. Η αμυγδαλιά είναι το δέντρο της αναγέννησης και της ζωής.

    Είπα στην αμυγδαλιά, μίλησέ µου για το Θεό. Και η αµυγδαλιά άνθισε.

    Ο Μύθος της Αμυγδαλιάς

    Αναφορά στον Γκρέκο, Νίκος Καζαντζάκης

    Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Δαφτσίδου

    Επεξεργασία εικόνας: Παναγιώτα Γκουτζουρέλα

    Πηγές: iefimerida syntheasi & summon

    Πότης Στρατίκης, «Οι Μύθοι Των Λουλουδιών», Εκδ. Στρατίκη, 1991

    Ζωή Βαλάση, «Ο κήπος των μεταμορφώσεων», Εκδ. Κέδρος, 2002

    Απάντηση