Χριστομάγνου

Ο Αργύρης Χριστομάγνου μοιράζεται μαζί μας κάποια ποιήματά του.

Χριστομάγνου

Η Τελεονομία
————-
Πέρ’ από πράγματα σαν την αυγή
ν’ αντανακλάται σε ύψη, σε γυαλί
ή την ομίχλη απ’ τη βρωμιά του αέρα
ή τις ανέσεις σε φαΐ, νερό,
τις μεταπτώσεις έξω στον καιρό
ή πού ‘ναι άγευστο ό,τι και να τρώω·
πέρ’ απ’ αυτά, λοιπόν, μηδαμινές
έως καμία είν’ οι διαφορές
που απ’ τον Μεσαίωνα μάς πήγαν πέρα.
Ως κοινωνία, ακόμα, ως μαζική
νοοτροπία έχουμε μείνει εκεί·
στη μετριότητα πού ‘χει ένα ζώο…

σε μια πορεία Ad Astra Per Aspera.

Ό,τι ήταν τότε η έννοια Θεός,
σήμερα αντίστοιχα είν’ ο χρυσός:
δεν επιδέχεται σκέψη καμία.
Τ’ ότι γνωρίζουμε σήμερα εμείς
την σφαιρικότητα πχ. της Γης
όταν δεν ξέρουμε ούτε ΠΩΣ κινήται
(κι αυτό ‘ναι κάτι απ’ τα πιο απλά)·
τ’ ότι γεμίζουμε για τα καλά
τις φυλακές και τα τρελοκομεία…
οι εκστρατείες στην ανατολή…
δεν απαιτεί φιλοσοφία πολλή:
έναν Μεσαίωνα πανόμοιο δείτε.

Εγώ πιστεύω στην Τελεονομία.

Μιλά για κάψουλες και φυλαχτά,
για πανοπλίες και χαρακτικά,
σκηνές θεάτρου σε μικρογραφίες,
για καθαρά ελιξήρια μιλά
και γι’ ατσαλένιες σπάθες, για ψηλά
κράνη με κέρατα, λοφία με τρέσα,
δακτυλιόλιθους, βιβλία παλιά
σε αναλόγια κι αρχαία σκαλιά
και της πανώριας δόξας οπτασίες…
Καταγραφές του Εξώτερου κενού:
λαμπορατόρια που φιλοξενούν
γυάλες μ’ ανθρώπινα κεφάλια μέσα.

Μιλά για θρίαμβο και ακολασίες!

Μού ‘δειξε επαύλεις, στοιχειωμένες πια
από εκπάτια και κακοποιά
νυμφίδια που θα μείνουν νέες για πάντα
κι επιτυχώς τα σπίτια τους φρουρούν
από τον άνθρωπο μην γκρεμιστούν
(: τα μηχανήματα παθαίνουν βλάβη)..
Μού ‘δειξε επίφοβη και σεβαστή
μια συμμορία, 50 τραβεστί,
τις Εναρίες. Ναι, παιδιά αρχιδάτα
που τρέχουν σε προαστιακές οδούς,
καίνε πορνεία, βεβηλώνουν ναούς
και γενικά μισούν να μένουν σκλάβοι.

Μου δείχνει ακόμα, όταν η νύχτα ανάβει,

τα φονικά στης πόλης τα στενά,
πώς αρχινάνε όταν ξεκινά
νέο λιοστάσι2. Κι άν πάρεις μπροστά σου
τον χάρτη και χαρτί ημιδιαφανές
και τα σημεία ενώσεις με γραμμές
θα βγάλεις τις σφραγίδες των δαιμόνων.
Στο χιλιοστό! Κι αν τύχει πουθενά
να ζήσει ένας, αφήνοντας κενά,
οι ίδιοι δαίμονες δεν θα διστάσουν
να μπουν στο σώμα -λύση πανικού-
ακόμα κι ενός αστυνομικού
για να συμπληρωθεί, έστω και μόνον

μ’ ένα παιδί ο αριθμός των φόνων.

Ο ερχομός αυτής μου της θεάς
μοιάζει ατελής μεσαιωνικός καμβάς
μ’ όλα τα φόντα του σκοτεινιασμένα.
Στο δάγκωμά Της τ’ άγριο κυλά
ως το λαιμό μου αίμα χαμηλά,
σταγόνες κόκκινες πάνω στο μάυρο
της μοναξιάς. Και στέκουν στο αχανές…
τόσο στιγμιαία ατίμητες! τρανές
σαν κείνες του παρθενικού υμένα.
Ή σαν στην πλάτη όρκας τη στιγμή
που το καμάκι έχει καρφωθεί…
Πες, πού αλλού τέτοιες πινελιές νά ‘βρω

…ρόδα στον έβενο φερέτρου επάνω.

Ο ψίθυρός Της, άγος θρήνων κι αναστεναγμών·
που η ανάσα Της καυτή,
μού φέρνει κολλητά στ’ αυτί
απ’ τα μπουντρούμια τιμιοτέρων εποχών.

Το κάθε ταίρι Της ηχεί σαν βέλασμα στερνό
πριν γίνει οιωνός θανατικού
ενός ολάκερου στρατού,
απ’ τα εντόσθια που θ’ απλώσει στο βωμό .

Η Τελεονομία καλεί· κι ακούει ο έχων ους
-σε χάραμα ασαφές, θαμπό-
την τελευταία σκέψη από
χιλιάδες Σπάρτακους επάνω στους σταυρούς.

(“Γνώριζε για καθετί
το εντός του και η μορφή
ν’ ακολουθεί τη λειτουργία.
Το μαγείρεμα είν’ αργό.
Έσω φωνή, όχι ηχώ!”
:
αυτή ‘ναι η Τελεονομία)

Χριστομάγνου

Η Απόφαση Στην Ανάγκη
———————-
Κάποτε είπαν στον αετό
πως πια κάτω απ’ το χώμα
βρίσκονται οι λείες, γι’ αυτό
θά ‘πρεπε κι αυτός ακόμα
σαν τους άλλους να συρθεί
για να επιβιώσει.
Τους απάντησε “η Γη
είναι των θεών η πτώση.
Τάφος της δε με χωρά
κι ολάκερη αν ανοίξει”.
Κι άπλωσε βαριά φτερά,
παίρνοντας πάλι τα ύψη…

Και στο λύκο είχανε πει
“τώρα πού ‘στε πλέον λίγοι,
άσκοπο μα και ντροπή
σού ‘ναι τ’ άγριο το κυνήγι.
Πρέπει να εξημερωθείς
και να γίνεις μέρος του Όλου”.
Είπε: “αν κράταγε καθείς
πίστη του δικού του ρόλου,
θά ‘χατε τόσα δεινά
να σπέρνετε στην πλάση;”
Και ξανά για τα βουνά
τράβηξε και τα δάση…

Πιάσαν τον μοναχικό
ωκεάνιο καρχαριά,
λέγοντάς του πως εδώ
και τώρα είν’ η ευκαιρία
να τον δει λιγάκι φως
αρχηγό σ’ ένα κοπάδι.
Τι είτε τέρας είτε θεός
τον σφίγγει ένα στομάχι.
Κι αφού ‘δαν στη ματιά
του την απόφαση που επάρθη,
τίναξε μια την ουρά του
κι επέστρεψε στα βάθη…

Στον βίο πού ‘χουν φτιάξει,
κοιτώντας μπρος τους οι Άξιοι
τα ερχόμενα συμβάντα,
πλήρεις επιγνώσεως πάντα
ότι η Εξάλειψη Του Είδους
θα καλέσει και τους ίδιους,
η Απόφαση βαραίνει
–η αναθεματισμένη–
όσο εκατό βουνά μαζί:

Γίνεται έρμα στο καράβι
της νέας γενιάς που θά’ρθει
κι έτσι ο θάνατός τους,
στον εναντίον του σκότους
πόλεμο πάνω στην Κτίση
πάντα θα συμβολίζει
αυτό που μας διακρίνει
από τα γήινα κτήνη,
το Φως που αιώνια ζει.

Χριστομάγνου

Gilles De Rais
——————
Κανένα σημάδι ζωής.
Βαρόνος.
Παιδοκτόνος.
Βιαστής.
Εωσφοριστής.
Και να το πηγάδι της γης!:

Βράχια σαν σκυλίσια ρύγχη σε κολοσιαία τείχη,
ένα γύρω μες απ’ την σπογγώδη καταχνιά.
Με άσπρη γλώσσα ξεραμένη, σε τσιγκέλια οι κρεμασμένοι
σαν ασκοί επάνω σε ψηλά καμπαναριά
κλαιν την αιώνια ψαλμωδία, που βυθίζει τα τοπία
σε μι’ απόγνωση όλο απορία και ντροπή.
Τούτη δε είν’ η πρώτη εικόνα μόλις έξω απ’ τα σαγόνια
της καινούριας μυριετίας όπου είχα ταχτεί.

Ξεθωριάζει πίσω η ζήλεια για τα επίγεια βασίλεια,
ουδεμία και για ουδέν βιασύνη πια…
Δίχως νίκη, δίχως ήττα. Τελικά, απλά αυτό ήταν·
πίσω μου έκλεινε βαριά κι οριστικά,
σαν ανάθεμα απ’ τα χείλη του Χριστού, τώρα, η Πύλη.
Ούτε τούνελ, ούτε φωτεινά εφέ.
Το βραχνώδες γέλιο μόνον των αγριωπών δαιμόνων:
“καλωσήρθες επιτέλους, αδερφέ!”

Τυλιγμένος σε μιαν αύρα νοσηρή, γλιστρώ στα μαύρα
πέρατα της ζοφερής Στυγός,
ως αχλύ πάν’ απ’ τις πόλεις των οποίων το σχήμα μόλις
που διακρίνω στο κερχνώδες φως.
Αλλ’ αντίς ουράνιου θόλου, καίει το μάτι του Διαβόλου
που μ’ ωθεί την κάθε μου στιγμή
να βουτώ στα βάθη, όμως, με κρατά ο κλαυθμός, ο τρόμος,
των οδόντων κάτω οι τριγμοί…

Όλοι μας γυμνοί και άσπροι, σαν σκουλήκια μες στη λάσπη,
συστρεφόμενοι εδώ
στο μακάβριο τούτο τσίρκο, αναβιώνουμε τον κύκλο
ανεκπλήρωτων παθών.
Να! ιδού η καρδιά του Σκότους, που προτού τον θάνατό τους
τόσοι πάνσοφοι τρελλοί
είχαμε τον κόσμο οργώσει για την άβατή Του γνώση…
τώρα πια, πού ωφελεί;

Βλέπω! με λευκές εσθήτες… τα παιδιά! ποτέ τους θύτες.
Πώς μπήκα σ’ αυτό!
Και ριγώ με το πώς ζούσα, μες στην ακτινοβολούσα
τούτη άβυσσο
που με σφίγγει- με πυρώνει! τόπος π’ όλοι οι δολοφόνοι,
άρρωστα μωρά
που εξάμβλωσ’ η ανθρωπότη, ανταμώνουμε για πρώτη
και μοιραία φορά.

Πόνος πέρ’ από τις λέξεις… κι είναι μάταιο να παλέψεις
τη χολή
πού ‘χεις για τον εαυτό σου. Να ποιο θά ‘ναι το γραφτό σου
εσαεί.
Μόνο φέγγει σαν πετράδια το παράπονο στα μάτια
του “γιατί;”.
Το ίδιο το ΓΙΑΤΙ, πιστεύω, πού ‘πε ο Εωσφόρος πέφτο-
ντας στη γη.

Χριστομάγνου

Είμαι Τυχερός
—————-
Τα φώτα κι ο ρυθμός
έσχιζαν σε λωρίδες
το ημίφως μέσα κει.
Με κοίταζε διαρκώς
κι ενίσχυαν τις ελπίδες
μου το τζιν κι μουσική.
Τι αλήθεια υπήρχε χάσμα
ανάμεσα σε μένα
τον μηδαμινό θνητό
κι αυτό το αιθέριο πλάσμα·
μα, έλα που στραμμένα
είχε τα μάτια εδώ!
Κι η κάπνα απ’ τα τσιγάρα
ακόμα, είχ’ απλώσει
πάνω της μια χλωμή,
θαρρείς, εξώκοσμη αύρα,
που αναρωτιόμουν πόση
χάρη σ’ ένα κορμί
μπορεί πια να χωρέσει!
Απ’ την κορφή στις μύτες
ξυπνούσαν νωχελείς
γεμάτες λάγνα ζέση
μέσα μου άγριες νύχτες
της άπω ανατολής.
Στις πρώτες μας τις λέξεις
με δυσκολία κρατούσα
τα χέρια μου να μην
προδώσουν τις ορέξεις.
Πήρα την ανιούσα,
ήρθαμε στο φιλί… κι αμήν.

Το δώμα απ’ τους καπνούς
έσφιγγε την κοιλιά μου.
Τσιγάρα δίχως μουσική.
Στα χείλη είδα: “Μ’ ακούς;
εδώ είναι τα κλειδιά μου”
κι είχε τελειώσει εκεί.
Πώς γλίστρησαν 3 χρόνια
σαν άμμος απ’ τη χούφτα.
Κόκκος και ξεχωριστή
πληγή που σαν κολώνια
ξεθώρασε με όλα τούτα
πού ‘χαμε μοιραστεί…
Καθένας μας εκκλήθη
απέναντι στον άλλον
να δώσει μαχαιριά
σ’ αυτό το παραμύθι,
το ψέμα το μεγάλο
πού ‘χαμε στα σκαριά.
Υπήρξε αυτό το τέρας
η Μούσα μου; η Ερωμένη;
η Μικρούλα Μου Αδελφή;
Στο τέλος της ημέρας
μονάχα το αίμα μένει
στο ξύλο απ’ το καρφί.

Στις τελευταίες μας λέξεις
με κόπο συγκρατούσα
τα χέρια μου να μη
κορέσω άλλες ορέξεις…
Αυτή ‘ταν η Κατιούσα.
Αυτή ‘ταν και η Στιγμή.

Ανακαλώ λες κι είναι τώρα
τι μού ‘χε πει ο πατέρας
για τις γνωριμίες ο κερατάς:
“όσες δεν λάβαν χώρα
κάτω απ’ το φως της μέρας
ποτέ μην τις κρατάς.”
Μα η δίψα για φωτιά ήταν τόση
που βρέθηκαν στοιβαγμένα
όλα σε νυχτερινό βωμό·
πάλι για να την πληρώσει
λάθος άτομο από μένα
και κατ’ επέκτασιν εγώ.
Κι από τότε νύχτες μόνο
μέτραγε ο καιρός,
εωσότου είχε εισβάλλει
μες στην καρδιά το σκότος
κι έτρωγε σαν το σκώρο
το ύφασμα του φωτός.
Ξυπνάς μια μέρα κι έκπληξη!
η μαγεία ως δια μαγείας
γίνηκε αέρας πια…
Κι από την όλην έκκρηξη
θα μένει ένας κρατήρας
κει πού ‘ταν πριν καρδιά.
Σύρθηκα χάμω, έκλαψα,
αναθεμάτισα τ’ αστέρια
κι Αυτόν που αποκαλείται Θεός.
Ωστόσω, αφού δεν έβαψα
με αίμα αυτά τα χέρια
και ζω, είμαι τυχερός.

Χριστομάγνου

Solus Ipse
———–
Νύχτα χτες ο ορίζοντας φωτίζετο ακατάπαυστα…
Χάραμα οι επιζώντες συνεχίζουν στα χαλάσματα…
Το έδαφος βαθιά από την οβίδα έχει σκαφτεί…
Η ανάσα τους κοφτή.
Ύπαρξη χωρίς την πλήρη επίγνωση του βάθους της
είναι μια εκδοχή ανυπαρξίας, μίας άρρωστης
παγίδας μεταξύ Αιώνων που η Ιστορία κρατά
κι Εκείνων του μετά.

Άρμα τόσων τόνων σπρώχνει πίσω η αναπήδηση,
τρεις στιγμές αργότερα, στις φλόγες κατά το ήμισυ
τυλίγεται μια κόρη σ’ έναν ξέφρενο χορό,
ψελλίζοντας “νερό!”
Mοιάζει η Φύση να μετέχει εντός της αγωνίας της.
Έστω ότι γλιτώσει, δεν θα χαίρει ελπίδας ίασης.
Ο αέρας φέρνει καουτσούκ και λίπος χοιρινό,
μέσα στο πρωινό.

Ένα παιδί, πάνω από τριών χρονώ δέν τό ‘λεγες…
μία απ΄ τις παράπλευρες –ε, όπου νά ‘ναι– απώλειες…
μονάχο πώς πασχίζει εξ’ απ’ τις πέτρες να συρθεί…
μια πάσχουσα μορφή.
Βλέποντας ν’ απλώνεται το αίμα του ολοπόρφυρο,
στάθηκα. Εμβάθυνα. Το μεν πνεύμα έστι πρόθυμο
για νά βγει διά πύλης τεθλιμμένης και στενής,
η δε σαρξ ασθενής;

Κάποιοι συμπολεμιστές πλέον ατενίζουν ήρεμα,
δίπλα δίπλα το βαρύ, θολό ηλιοβασίλεμα,
στο φρούριό μας που τρεις ώρες πριν είχαν σταλεί,
για να καταληφθεί.
Κίτρινοι, χλωμοί, αμόρφαστοι κάτ’ απ’ το δέρμα τους,
πάσσαλοι τους συγκρατούν ως τον κομμένο αυχένα τους
στην άμμο κείτονται τ’ ακέφαλά τους τα κορμιά,
χιλιόμετρα μακρυά.

Βόμβες διασποράς συντρίβουν κλίμακες και κράσπεδα…
Ένοικοι, περαστικοί, διαμελισμένοι ανάσκελα…
Γαζώνει το μυδράλιο κι ένα τζιπ θ’ ανατραπεί…
απ’ ωστική ριπή.
Άγγελοι κουρνιάζουν πάνω στο ον που για εκδίκηση
δίψαγε για μια ζωή και ΤΩΡΑ διεκδίκησε
υπόσταση στα όρια μεταξυ του Μηδενός
και του αϊδίου Παντός.

Αν όνειρο είναι αυτό που ζω,
ποτέ μη με ξυπνήστε!
Κι αν ξύπνιος ζω όλο αυτό
μην και κανένα αφήστε
να μου διαρρήξει ούτε λεπτό
αυτό το solus ipse!

 

Φωτογραφίες: Jim vene

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here