Τετάρτη, 8 Ιουλίου, 2020
More
    Αρχική Ελληνική Λογοτεχνία Οι Μακάριοι - Μάριος Δημητριάδης

    Οι Μακάριοι – Μάριος Δημητριάδης

    -

    Οι Μακάριοι

    Προσωπική άποψη: Παντελής Μαυρομμάτης

    Ο Αλέξανδρος, ένας τριαντατριάχρονος δάσκαλος από τη Θεσσαλονίκη, ετοιμάζεται για τη νέα του τοποθέτηση στις Μακάριες Νήσους, ένα άγνωστο σύμπλεγμα νησιών κοντά στη Νάξο. Το δημοτικό βρίσκεται στο μεγαλύτερο από τα τρία νησιά, τη Μακάρια, με πληθυσμό εκατόν εβδομήντα κατοίκους.

    Μετά από ένα πολύωρο και κουραστικό ταξίδι φτάνει στο νησί, το οποίο όπως διαπιστώνει είναι ένα ξηρό τοπίο με ατέλειωτες φαλακρές επιφάνειες, γεμάτο με θάμνους και ξερά χόρτα. Ο Αντίνοος, μοναδικός λιμενικός του νησιού και με ιδιαίτερα αινιγματικό χαρακτήρα, τον οδηγεί με το πανάρχαιο φορτηγό του στη χώρα.

    “Ναι, αλλά υποθέτω θα βρω εύκολα. Ως τουριστικό νησί θα έχει δωμάτια, έτσι δεν είναι;”
    Ο Αντίνοος τον κοίταξε μ’ ένα ξαφνικά αυστηρό βλέμμα, σα να είχε πει κάτι πολύ κακό.
    “Δεν έχουμε καθόλου τουρισμό εδώ, δάσκαλε… Καλύτερα όμως. Δεν τους θέλουμε”.

    Η Αμφιτρίνη, κόρη της Δήμητρας, ιδιοκτήτριας του μοναδικού καφενείου – ταβέρνας, τον οδηγεί στο νέο του σπίτι, λίγο έξω από τη χώρα, ένα πανέμορφο σπίτι με μια μαγευτική θέα του πελάγους από το μπαλκόνι.

    Κατά την πρώτη του βόλτα στη χώρα, στον Αλέξανδρο προξενεί μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι όλοι οι κάτοικοι τον κοιτάζουν καχύποπτα, ενώ λίγο αργότερα, καθ’ όλη τη διάρκεια του γεύματός του στην ταβέρνα της Δήμητρας, ένας αστυνομικός που βρίσκεται απέναντί του δεν τον αφήνει καθόλου απ’ τα μάτια του. «Δεν αρχίσαμε καλά», σκέφτεται.

    Το βράδυ, φτάνοντας σπίτι του, κοιτάζει το χωριό από ψηλά και σκέφτεται ότι η ομορφιά του ίσως να μην είναι αντάξια κάποιων ανθρώπων του νησιού. Κάθεται στο μπαλκόνι να ξεκουραστεί και στο βάθος του πελάγους διακρίνει μια φωτεινή κουκκίδα που λαμπυρίζει αλλά αμέσως χάνεται. Το φως συνεχίζει να αναβοσβήνει και ο Αλέξανδρος υποθέτει ότι είναι φάρος. Τελικά σταματάει. Ίσως τελικά ήταν κάποιο πλοίο. Μπαίνει μέσα και ξαπλώνει, όπου σχεδόν αμέσως τον παίρνει ο ύπνος.

    Έξω το κύμα δυνάμωσε κι άλλο. Στο βάθος το φως εμφανίστηκε πάλι, αυτή τη φορά σταθερά αναμμένο, κάνοντας ξεκάθαρο ότι δεν προερχόταν ούτε από πλοίο αλλά ούτε από φάρο.

    Την επομένη το πρωί, στη διαδρομή του προς το Δημαρχείο, διαπιστώνει ότι οι λοξές ματιές και οι καχύποπτες κουβέντες για τον ίδιο συνεχίζονται. Πληροφορείται από τον Ευριπίδη, τεχνικό του νησιού, ότι ο περσινός δάσκαλος διέμενε στο ίδιο σπίτι, ενώ από ένα σημείο και μετά άρχισε να συμπεριφέρεται παράξενα. Μάλιστα, έφυγε από το σπίτι και άρχισε να περιφέρεται στα βουνά. «Να τρελάθηκε έτσι ξαφνικά;» αναρωτιέται ο Αλέξανδρος.

    Έπρεπε αναγκαστικά να συμβιώσει με όλους αυτούς τους παράξενους ανθρώπους για μια ολόκληρη σεζόν, εγκλωβισμένος σ’ ένα μικρό νησί.

    Κατά τη συνομιλία του με το Δήμαρχο, πληροφορείται ότι στο δεύτερο νησί, τη Λήθη, διαμένουν μονάχα λίγα ζευγάρια ηλικιωμένων, ενώ το τρίτο νησί, η Στυξ, είναι εντελώς ακατοίκητο. Καθ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας τους δε λείπουν από την πλευρά του Δημάρχου τα υπονοούμενα για τη συμπεριφορά του περσινού δασκάλου.

    Οι Μακάριοι
    Οι Μακάριοι – Μάριος Δημητριάδης

    Ο Αλέξανδρος επισκέπτεται το σχολείο και διαπιστώνει ότι στα χαρτιά δεν υπάρχει καμία αναφορά ούτε καν στο όνομα του παλαιού δασκάλου, παρά μόνο του περσινού. Ο παλαιός δάσκαλος ήταν ντόπιος και πέθανε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, και το σημαντικότερο, δεν ενημερώθηκε ποτέ η Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας.

    “Εκκλησία υπάρχει στο νησί;”
    Ο Ευριπίδης συνέχισε τη δουλειά του λέγοντας πολύ σιγά: “Θα το συζητήσουμε άλλη στιγμή αυτό, Αλέξανδρε”.

    Το βράδυ της παραμονής της πρώτης μέρας στο σχολείο, σταματάει στην πλατεία, στην ταβέρνα της Δήμητρας, για μια μπίρα. Τα σκόρπια φύλλα πάνω στα τραπέζια είναι η μοναδική του παρέα. Με το που κάθεται, κάποιες κουρτίνες από τα γύρω σπίτια αρχίζουν να μετακινούνται διακριτικά, ενώ σκιές προσώπων φαίνονται πίσω τους μέχρι να χαθούν και πάλι στην ανωνυμία, μια σκηνή βγαλμένη από το «Η Σκιά πάνω από το Ίνσμουθ», του Lovecraft. Μόλις ο Αλέξανδρος τη ρωτήσει γιατί όλη αυτή η συμπεριφορά προς το πρόσωπό του, η Δήμητρα πετάει την απόδειξη πάνω στο τραπέζι και φεύγει. Ο Αλέξανδρος αδειάζει την υπόλοιπη μπίρα μονορούφι και σηκώνεται.

    «Ποιος διάολος μ’ έστειλε εδώ;»

    Λίγο πριν φτάσει στο σπίτι του εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά του μια σκιερή, γυναικεία μορφή με κουκούλα και μακρύ μανδύα, και με το κεφάλι σκυμμένο μπροστά. Η μορφή αρχίζει να αιωρείται με ορμή προς το μέρος του, μέχρι που τελικά χάνεται μέσα στο σκοτάδι. Τη νύχτα στον ύπνο του, οι εφιάλτες δείχνουν ολοζώντανοι.

    Στα όρια της τρέλας πλέον ο Αλέξανδρος, αρχίζει να παρακάμπτει την πλατεία στις καθημερινές μετακινήσεις του. Την πρώτη μέρα στο σχολείο διαπιστώνει ότι κάτι έλειπε. Ο καθιερωμένος αγιασμός. Τα παιδιά αρνούνται και την πρωινή προσευχή.

    “Θα φύγετε κι εσείς, όπως ο προηγούμενος (δάσκαλος);” Είπε ένα από τα παιδιά, κόβοντάς του τη φόρα.
    Ο Αλέξανδρος ξεροκατάπιε…

    Κοιτάζει τη λίστα των δέκα μαθητών του και μένει έκπληκτος. Όλα τα ονόματα είναι αρχαιοελληνικά. Όπως και των υπολοίπων κατοίκων του νησιού.

    Ξεκινάει να τους μοιράζει τα βιβλία. Το βιβλίο των θρησκευτικών λείπει. Ο Αλέξανδρος παγώνει.

    Είμαι ανήμπορος πια να το ελέγξω. Δε μένω πλέον τα βράδια εδώ… Με διατάζει να φύγω… Φοβάμαι πλέον για τη ζωή μου… Μπορεί και να τρελαίνομαι.

    Ο τρόμος θα τον φτάσει στα όριά του την επομένη, μόλις συναντήσει έναν ασθενή που βγαίνει από το μοναδικό ιατρείο του νησιού. Ένα στρώμα από λέπια κάλυπτε το πρόσωπο του ασθενή, με τη μύτη του παραμορφωμένη και τα βλέφαρά του τραβηγμένα χαμηλά, αφήνοντας ακάλυπτους του βολβούς των ματιών του, θυμίζοντάς μας και εδώ τους αποκρουστικούς, ιχθυόμορφους κατοίκους του Ίνσμουθ. Ο Αλέξανδρος αρχίζει πλέον να τρελαίνεται..

    Αν είσαι κάποιος από τη Μακάρια εσύ που το διαβάζεις, σου εύχομαι να βρεις αργό και βασανιστικό θάνατο, γιατί μόνο αυτό σας αξίζει. Αν είσαι κάποιος επισκέπτης, φύγε όσο είναι νωρίς.

    Τι συνέβη στον παλαιό δάσκαλο και αποσιωπήθηκαν τα πάντα γύρω από το μυστηριώδη θάνατό του; Ποιος είναι και τι σκοπούς έχει ο άντρας που παρακολουθεί κάθε κίνηση του Αλέξανδρου; Ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο αποκρουστικός άντρας με τα λέπια; Είναι όντως ακατοίκητο το τρίτο νησί, η Στυξ; Πόση κακία και μίσος έκρυβε η μυστηριώδης μορφή με την κουκούλα; Και ποιο ήταν τελικά το επτασφράγιστο, σκοτεινό μυστικό των Μακαρίων; Όλα αυτά στην εξαιρετική περιπέτεια φαντασίας του Μάριου Δημητριάδη «Οι Μακάριοι», μια νησιώτικη, ατμοσφαιρική ιστορία, με αρκετή δόση μυστηρίου και τρόμου. Προσωπικά, το βιβλίο Οι Μακάριοι με μετέφερε νοητικά στο Devils Island, των Megadeth

    Την επόμενη στιγμή η γυναικεία μορφή όρμησε στην Αμφιτρίτη και με τα αποστεωμένα χέρια της άρχισε να ξεσκίζει τη σάρκα της μέσα σε ένα ντελίριο ουρλιαχτών… Δέρμα και σάρκα κόβονταν και τινάζονταν δεξιά και αριστερά… Η μορφή σταμάτησε και αρπάζοντας με το χέρι της κάτι από την κοιλιακή χώρα, το τράβηξε έξω, μέσα σ’ έναν πανικό αίματος και εντοσθίων. Ένα όργανο από την κοιλιά της νεκρής κρεμόταν από το χέρι της. Αν έκρινε απ’ όπου το ξήλωσε, πρέπει να είχε σχέση με τα αναπαραγωγικά της όργανα.

    Περίληψη: Σεπτέμβριος του 1992.
    Ο Αλέξανδρος είναι ένας νεαρός δάσκαλος και η καινούργια σχολική χρονιά τον βρίσκει με μετάθεση σε ένα άγνωστο, απομακρυσμένο νησί του Αιγαίου. Από την πρώτη στιγμή που πατάει το πόδι του στη Μακάρια αντιλαμβάνεται ότι οι λιγοστοί κάτοικοι είναι επιφυλακτικοί και καχύποπτοι απέναντί του. Και καθώς οι μέρες περνούν, ο Αλέξανδρος συνειδητοποιεί ότι πίσω από τις φαινομενικά ήσυχες ζωές τους οι ντόπιοι κρύβουν πολλά και επικίνδυνα μυστικά.
    Η περιέργειά του θα τον οδηγήσει στην αναζήτηση της αλήθειας και όταν τα θαμμένα στα βάθη του χρόνου σκοτεινά μυστικά της Μακάριας αρχίσουν να αποκαλύπτονται, όχι μονάχα θα κλονίσουν όλα τα πιστεύω του, αλλά και θα θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή του.
    Οι Μακάριοι είναι μια συναρπαστική μεταφυσική ιστορία, ένα ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα τρόμου, όπου το πιο σκοτεινό κακό έρχεται από το παρελθόν για να μας θυμίσει ότι οι αρχαίοι θεοί βρίσκονταν πάντα ανάμεσά μας…

    Οι ΜακάριοιΣτοιχεία βιβλίου

    Τίτλος: Οι Μακάριοι

    Συγγραφέας: Μάριος Δημητριάδης

    Εκδόσεις: Bell

    Σελίδες: 384

    ISBN: 978 960 620 755 6

    Ημερομηνία έκδοσης: 10/2018

    Επιμέλεια κειμένου: Ζωή Τσούρα

    Επεξεργασία εικόνας: Στέλλα Στραύκου

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here