Παρασκευή, 7 Αυγούστου, 2020
More
    Αρχική Συγγραφής Τέχνη Ονομαστική Εορτή - Γιάννης Μαργέτης

    Ονομαστική Εορτή – Γιάννης Μαργέτης

    -

    Ονομαστική Εορτή 

    Η ώρα ήταν περασμένες δωδεκάμισι. Είχα περάσει σχεδόν όλη την ημέρα στο πατρικό μου. Ημέρα ονομαστικής εορτής γαρ, οπότε προτίμησα την οικογενειακή ατμόσφαιρα. Εξάλλου κάτι τέτοιες καταστάσεις, εορτές, γενέθλια και τα συναφή μου προκαλούν αμηχανία και αβεβαιότητα.

    Οπότε, η αξεπέραστη ασφάλεια του πατρικού και μητρικού σπιτιού, αποτελεί την καλύτερη λύση για να αποφύγω την αναμέτρηση με τους φόβους και τα φαντάσματα μου. Χαιρέτισα τους δικούς μου και βγήκα έξω στο πηχτό κρύο. Η απότομη αλλαγή θερμοκρασίας, από την ζέστη και τους 20 βαθμούς του σπιτιού στους 5 βαθμούς του δρόμου μου προκάλεσε απανωτά κύματα ρίγους.

     Στάθηκα μια στιγμή στο πεζοδρόμιο. Μια πυροσβεστική κατέβηκε από το στενό απέναντι από το σπίτι μου, έστριψε δεξιά και πέρασε από μπροστά μου. Κινούταν αργά. Έδειχνε κουρασμένη. Σαν να είχε μόλις σβήσει μια φωτιά. Περπάτησα γρήγορα μέχρι το Yaris μου. Η αναπνοή μου άχνιζε. Μπήκα στο αυτοκίνητο και για μερικές στιγμές το ρίγος έδειχνε να έχει καταλάβει το σώμα μου αμετάκλητα. Έπειτα ηρέμησα. Έβαλα μπροστά την μηχανή και η σκέψη πως σε δυο λεπτά το καλοριφέρ του αυτοκινήτου θα έδιωχνε μακριά την ανάμνηση του κρύου, με καθησύχασε. Ξεκίνησα να οδηγώ στον άδειο δρόμο.

    Η πόλη που μεγάλωσα, και στην οποία εξακολουθούσαν να μένουν οι γονείς μου, τέτοια ώρα τον χειμώνα κοιμόταν. Ακολούθησα την συνηθισμένη μου διαδρομή. Έστριψα δεξιά και πάλι δεξιά κατόπιν αριστερά και δεξιά για να βρεθώ στον παράλληλο της μονοδρομημένης κεντρικής λεωφόρου. Ήταν ο δρόμος που περνούσε μπροστά από το Γυμνάσιο και το Λύκειο, εκεί που είχα φοιτήσει κι εγώ σε ένα παρελθόν από το οποίο όσο απομακρυνόμουν χρονικά έμοιαζε όλο και περισσότερο ξένο και ανοίκειο. Έμοιαζε όλο και περισσότερο με μια εμφυτευμένη ανάμνηση. Ανάμνηση που έμοιαζε να ανήκει σε κάποιον άλλον και όχι σε μένα! Οδηγούσα αργά. Πάντοτε οδηγώ αργά, ειδικά τέτοιες ώρες. Προσπέρασα τα πρώτα γνώριμα σπίτια. Κάποτε εδώ τα σπίτια ήταν λίγα.

    Ο πληθυσμός σε αυτή την πλευρά του προαστίου, υποθέτω, με βάση τις νεοεγερθείσες οικοδομές τα τελευταία χρόνια, πως έχει τριπλασιαστεί. Ένιωθα την μηχανή του αυτοκινήτου μου να σχίζει ομοιόμορφα στα δυο τον παχύ ιστό της νυχτερινής σιωπής που είχε απλωθεί στον δρόμο με τα σταθμευμένα και γεμάτα υγρασία αυτοκίνητα δεξιά και αριστερά. Στο σημείο αυτό υπάρχει μια ανηφορίτσα που διαρκεί λίγα μέτρα, μια παραφωνία πάνω στον υπόλοιπο δρόμο, ο οποίος μετά την κακοτεχνία αυτή ή, αν θέλετε, μετά την καλλιτεχνική παρένθεση του οδοποιού, εκτείνεται για δυο χιλιόμετρα σε μια αλφαδιασμένη και μεγαλόπρεπη ευθεία. Η ανηφορίτσα αυτή εμποδίζει την ορατότητα σου για λίγο και μέχρι να την διανύσεις δεν βλέπεις τον δρόμο πέρα, μακριά.

    Νυσταγμένος και ανύποπτος πέρασα αυτόν τον μικρό σκόπελο, όπως τον περνούσα πάντοτε. Το βλέμμα μου ρίχτηκε απέναντι στην ευθεία, ενώ το αυτοκίνητο συνέχισε να κινείται με χαμηλή ταχύτητα. Διέσχισα σχεδόν άλλα πενήντα μέτρα μέχρι να ακινητοποιήσω το αμάξι. Μου πήρε λίγα δευτερόλεπτα ώσπου να συνειδητοποιήσω τι έβλεπα μπροστά μου στα εκατό μέτρα περίπου. Το είχα δει από την στιγμή που το αμάξι μου βρισκόταν στην κορυφή της ανηφορίτσας, αλλά το μυαλό μου άργησε να συγχρονιστεί με τα μάτια μου ή τα μάτια μου με το μυαλό μου. Τρεις μεγάλοι κάδοι σκουπιδιών φλεγόμενοι! Ήταν τοποθετημένοι ο ένας δίπλα στον άλλον με τέτοια διάταξη ώστε να φράζουν πλήρως τον δρόμο και να μην σου αφήνουν καμιά αμφιβολία για το αν μπορούσες να συνεχίσεις από το σημείο εκείνο κι έπειτα. Κοιτούσα αποσβολωμένος προσπαθώντας να αναλύσω την κατάσταση. Να καταλάβω τι συνέβαινε. Όμως, δεν υπήρχε κάτι περίεργο. Ήταν προφανές ότι κάποια παλιόπαιδα αποφάσισαν να κάνουν την πλάκα τους ανάβοντας φωτιές στους κάδους με τα σκουπίδια, αφού τους τοποθέτησαν πρώτα στη μέση του οδοστρώματος μιμούμενα κατά κάποιο τρόπο τις σκηνές των συχνών επεισοδίων στο κέντρο της πρωτεύουσας μεταξύ των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας και των χούλιγκαν πάσης απόχρωσης. Πάντοτε οι κάδοι και δη οι καιόμενοι χρησίμευαν για οδόφραγμα.

    Ονομαστική Εορτή – Γιάννης Μαργέτης

    Τότε θυμήθηκα ότι ήταν μια πλάκα που είχαμε κάνει κι εμείς με την παρέα μου, όταν ήμαστε έφηβοι, δευτέρα ή τρίτη λυκείου. Χαμογέλασα με αυτή την ανάμνηση που αναδύθηκε από τα βάθη του μυαλού μου. Ήταν μια αθώα εποχή. Νόμιζες ότι ήσουν ή ότι θα γινόσουν κυρίαρχος του κόσμου και ότι μπορούσες να κάνεις ό,τι ήθελες. Οι πλάκες μας ήταν χοντρές. Και δεν φοβόμασταν ότι κάποιος θα μπορούσε να είχε αντιδράσει πολύ άσχημα και να μας έπαιρνε ο διάολος. Μεταφορικά και κυριολεκτικά. Έβαλα όπισθεν κι έκανα να φύγω. Δίστασα. Έπιασα το κινητό μου τηλέφωνο και κάλεσα το κέντρο της πυροσβεστικής υπηρεσίας. Λογικά θα είχαν ειδοποιήσει οι περίοικοι, αλλά μια επιβεβαίωση και από μέρους μου, δεν θα έβλαπτε. Η τηλεφωνήτρια στο κέντρο επιβεβαίωσε την σκέψη μου. Ένα πυροσβεστικό όχημα βρισκόταν ήδη καθοδόν. Τώρα μπορούσα να φύγω. Αλλά οι μνήμες με τράβηξαν πολλά χρόνια πίσω.

    Άρχισα να τραμπαλίζομαι στο παρελθόν και στο παρόν. Εγώ και η παρέα μου, οι κολλητοί μου- να τους ονοματίσω τώρα δεν έχει και πολύ σημασία-αφού στήσαμε συμμετρικά πάνω στον δρόμο τους κάδους ώστε να παρεμποδίσουμε την διέλευση του πρώτου οχήματος που θα εμφανιζόταν, τους βάλαμε φωτιά και τρέξαμε να κρυφτούμε λίγο παραπάνω πίσω από κάτι πυκνά φυτά, τα οποία είχε φυτέψει ο δήμος στο πεζοδρόμιο, και σε σημείο που οι λάμπες της ΔΕΗ είχαν χάσει την μάχη με το σκοτάδι. Τρεις κρυφτήκαμε από τα δεξιά του δρόμου και τρεις από τα αριστερά. Είχαμε πει ότι θα περιμέναμε λίγα λεπτά-δεν προσδιορίσαμε πόσα, που σημαίνει από ένα μέχρι άπειρα-και αν δεν φαινόταν κάποιο αυτοκίνητο, θα φεύγαμε. Η φωτιά δεν μας ένοιαζε. Τι θα μπορούσε να συμβεί εξάλλου με δυο τρεις κάδους που καίγονταν; Το πολύ – πολύ θα βρώμαγε η γειτονιά από τα καμένα σκουπίδια. Σιγά! Μόλις το αυτοκίνητο θα κοντοστεκόταν, εμείς θα πεταγόμασταν με τις μπαλακλάβες μας στο πρόσωπο και τις κουκούλες μας. Με τα διάφορα αυτοσχέδια “όπλα” μας και θα του φράζαμε τον δρόμο. Θα τρομάζαμε λίγο τον οδηγό και θα φεύγαμε μετά τρέχοντας. Αυτό ήταν το σχέδιο και μας είχε φανεί πολύ αστείο τότε. Είχαμε σταθεί πολύ τυχεροί. Τρία λεπτά αφότου πιάσαμε τις θέσεις μας, εμφανίστηκε ένα γαλάζιο αυτοκίνητο. Το μοντέλο του μου είχε φανεί παράξενο. Το έβλεπα πρώτη φορά. Ο οδηγός θα πρέπει να ήταν κάποιος ηλικιωμένος. Οδηγούσε απίστευτα αργά! Για όνομα του θεού! Ο γέρος άργησε να καταλάβει τι συνέβαινε. Προχώρησε λίγα μέτρα κι έπειτα σταμάτησε. Κοίταζε προς τους κάδους. Καταλάβαμε ότι αυτή ήταν η ευκαιρία μας για να τον τρομάξουμε. Είχαμε σχεδιάσει να απλωθούμε σε όλο το πλάτος του δρόμου. Να κρατάμε επιδεικτικά τα “όπλα” μας-ό,τι είχε βρει ο καθένας είχε φέρει από το σπίτι του-και να περπατάμε αργά, αποφασιστικά και απειλητικά. Σαν τους δολοφόνους στις ταινίες τρόμου, που βλέπαμε στο βίντεο τα Σαββατόβραδα. Το κάναμε ακριβώς, όπως το είχαμε συμφωνήσει.

     Με δυο δρασκελιές βρεθήκαμε-οι παρέα μου κι εγώ-να περπατάμε καμαρωτοί και τρομακτικοί προς το σταματημένο αυτοκίνητο σαν αμερικάνικη συμμορία. Πρέπει ο γέρος να τα έκανε πάνω του. Διότι ο πούστης, θυμάμαι, πάτησε γκάζι-πρέπει το πόδι του να τρύπησε το πάτωμα-σπίνιαρε και η μηχανή του καημένου του αμαξιού του έκλαιγε και οδυρόταν. Έφυγε με εκατό. Πρέπει να τα έπιασε για λίγο τα εκατό και πέρασε ανάμεσα από τους κάδους. “Πάνω του, πούστη!” είχα φωνάξει μόλις ο γέρος ξεκινούσε την εφόρμηση του προς τους κάδους και είχα προσποιηθεί ότι θα τον κυνηγούσα. Οι υπόλοιποι της παρέας με είχαν μιμηθεί. Είχαν κάνει δυο τρία βήματα που μιμούνταν τρέξιμο. Είχαν προσθέσει μερικές ιαχές και κραυγές, που εμπλούτισαν την νύχτα. Έπειτα βάλαμε τα γέλια και ουρλιάζαμε από ικανοποίηση. Το σχέδιο μας είχε επιτύχει. Είχαμε τρομοκρατήσει τον οδηγό. Ήταν μια υπέροχη βραδιά με τσουχτερό κρύο. “Άντε γαμηθείτε, ρε κωλόπαιδα!” μας φώναξε κάποιος από κάποια αυλή. “Θα φωνάξω την αστυνομία, ρε σεις και θα σας σκίσω!” “Πάμε, πάμε!” είπα στους δικούς μου. Έκανα μεταβολή και όπου φύγει – φύγει. Με ακολούθησαν και οι άλλοι, αφού βέβαια πέταξαν κι εκείνοι μερικές βρισιές στα μούτρα, όποιος κι αν ήταν εκείνος.

     Άφησα την ανάμνηση με ένα νοσταλγικό χαμόγελο και έκανα όπισθεν με σκοπό να στρίψω στο στενάκι δεξιά μου, το οποίο το είχα αφήσει μερικά μέτρα πίσω μου. Καθώς οπισθοχωρούσα πετάχτηκαν από τις δυο πλευρές του δρόμου-όπου μάλλον κρύβονταν πίσω από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και τα πυκνά φυτά του πεζοδρομίου-γύρω στα πέντε ή έξι άτομα και μου έκλεισαν τον δρόμο! Φορούσαν κουκούλες και κάτω από αυτές καλύμματα κεφαλής που άφηναν ακάλυπτα μόνο τα μάτια. Τις γνωστές και ως μπαλακλάβες. Στα χέρια τους κρατούσαν ρόπαλα, αλυσίδες, κάποιο στιλπνό μεταλλικό αντικείμενο σίγουρα αιχμηρό. Μου είχαν στήσει ενέδρα! Μάλλον για να με ληστέψουν. Εκεί είχε φτάσει η κατάπτωση. Να στήνονται ενέδρες εναντίον ανύποπτων πολιτών από συμμορίες ληστών ακόμη και στα πλέον φιλήσυχα και ειρηνικά προάστια. Ομολογώ ότι τα χρειάστηκα εκείνη την ώρα. Τα έκανα πάνω μου που λέμε! Ενστικτωδώς κλείδωσα τις ασφάλειες. Λες και αυτό θα τους εμπόδιζε. Αν ήθελαν με μερικές ροπαλιές θα έκαναν τα τζάμια μου θρύψαλα! Πλησίαζαν προς το μέρος μου χωρίς βιασύνη, αργά και απειλητικά, με αυτοπεποίθηση.

    Ήταν ακριβώς όπως στον κινηματογράφο, όπου ο δολοφόνος έχει παγιδεύσει το θύμα του και τώρα πια δεν βιάζεται καθώς προχωρά προς το μέρος του αντλώντας ηδονή από την επιμήκυνση της τελικής και αποτελειωτικής για το θύμα του σκηνής. Αντλώντας ηδονή από τον τρόμο στο πρόσωπο του! Έφτυσα μερικές βρισιές προς τα θεία. Η συμμορία είχε σχεδόν πλησιάσει το αμάξι μου. Κράδαιναν τώρα πια απειλητικά τα αυτοσχέδια όπλα τους. Ετοιμάζονταν για την έφοδο τους σαν τους καβαλάρηδες της Αποκάλυψης. Ετοιμάζονταν να επιτεθούν στο αυτοκίνητο μου. Θα το έκαναν λαμπόγυαλο. Και μαζί του θα έκαναν και μένα! Δεν το σκέφτηκα ούτε στιγμή. Δεν θα τους άφηναν να μου κάνουν την μούρη κρέας. Έβαλα πρώτη, πάτησα το γκάζι μέχρι το πόδι μου να τρυπήσει το πάτωμα του αυτοκινήτου. Τα λάστιχα σπίνιαραν και έφυγα με ορμή προς τα εμπρός. Οι φλόγες στους κάδους χόρευαν και έγλειφαν την παγωμένη ατμόσφαιρα. Δεν φοβήθηκα όμως. Θα περνούσα ανάμεσα τους. Το κενό που είχαν αναμεταξύ τους οι τρεις κάδοι επέτρεπε να περάσουν δυο αδύνατοι άνθρωποι δίπλα δίπλα, αλλά όχι αμάξι. Έπεσα ανάμεσα στους κάδους με σφοδρότητα με αποτέλεσμα ο ένας από αυτούς να ανατραπεί χύνοντας στο οδόστρωμα το φλεγόμενο περιεχόμενο του και ο άλλος να κάνει μερικές σβούρες στο οδόστρωμα προτού να σταματήσει δίπλα στο πεζοδρόμιο.

    Κοίταξα πίσω, μέσα από τον καθρέφτη, αλλά το μόνο που μπορούσα να διακρίνω, ενώ απομακρυνόμουν, ήταν οι φλόγες στους κάδους. Την συμμορία δεν την έβλεπα πουθενά. Έφτασα στο τέλος της ευθείας και έστριψα δεξιά, όπως πήγαινε ο δρόμος. Το πυροσβεστικό όχημα πέρασε από δίπλα μου με τις σειρήνες του αναμμένες. Οδήγησα με φούρια ώσπου έφτασα στο γήπεδο της πόλης. Ήμουν πια αρκετά μακριά για να ανησυχώ. Σταμάτησα στο μικρό υπαίθριο πάρκινγκ του γηπέδου με την μηχανή αναμμένη. Απέναντι δυο καφέ μπαρ είχαν ακόμη κόσμο. Το θεώρησα ασφαλές σημείο για να σταματήσω.

    Είχα ταραχτεί και έπρεπε να ηρεμήσω. Δεν θα μπορούσα να οδηγήσω μέχρι το σπίτι. Μόλις είχα ζήσει εκείνη την πλάκα που στήναμε ως έφηβοι, αλλά από την άλλη πλευρά. Ναι. Εγώ ήμουν στην άλλη πλευρά αυτή την φορά. Όμως, όλα τα υπόλοιπα ήταν ίδια. Ή μήπως όχι; Θα μπορούσε να ήταν μια τερατώδης σύμπτωση όλο αυτό; Καμιά φορά οι έφηβοι δεν σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο, ανεξαρτήτως εποχής; Δεν πράττουν με τον ίδιο τρόπο; Έτσι δεν είναι; Δεν ήμουν σίγουρος. Μου φάνηκε καλή ιδέα να πεταχτώ απέναντι σε ένα από τα δυο μπαρ και να πιώ για είκοσι λεπτά μισή ωρίτσα το πολύ κάτι στα όρθια. Θα ήταν ένας καλός τρόπος για να ηρεμήσω. Βγήκα από το αυτοκίνητο και έκανα καταγραφή των απωλειών μου. Επιθεώρησα τις ζημιές στο αυτοκίνητο μου. Το ένα φανάρι-το δεξί-είχε σπάσει και το αριστερό φτερό ήταν γρατζουνισμένο. Δεν γαμιέται, σκέφτηκα. Παλιοσίδερα είναι! Προείχε να ξεκαθαρίσει το μυαλό μου όσα έζησε. Όσα ζούσα.

     Κλείδωσα και πέρασα τον δρόμο βιαστικά. Διάλεξα τυχαία ένα από τα δυο μπαρ και μπήκα μέσα. Μια παρέα πενηντάρηδων πενηνταπεντάρηδων καθόταν στο τραπέζι κοντά στο μπαρ. Στο κοντινότερο τραπέζι στο μπαρ. Το υπόλοιπο μαγαζί ήταν άδειο και μόνο ο μπάρμαν καθόταν στην άλλη άκρη του μπαρ και χάζευε στην κρεμασμένη τηλεόραση, που έπαιζε χαμηλόφωνα, στην απέναντι γωνία του μαγαζιού. Κάθισα στο σκαμπό στην γωνία του μπαρ. Στην πλάτη μου είχα την είσοδο του μαγαζιού και την παρέα των πενηντάρηδων στα τρία μέτρα λοξά δεξιά μου. Εντωμεταξύ ήρθε ο μπάρμαν. Μου φάνηκε ότι είχε κουραστεί τόσο πολύ να έρθει στην δική μου μεριά. Σαν να είχε διασχίσει πεζός την Ασία από την μια άκρη ως την άλλη. Μου έγνεψε, αλλά δεν μίλησε. “Ένα μπέρμπον”, του παρήγγειλα. “όποιο να’ ναι. Δεν με πειράζει”, πρόσθεσα. Μου έγνεψε και πάλι χωρίς να μου μιλήσει και στράφηκε προς τα ποτά του. Έφερε το ποτό και πήγε και κάθισε ξανά στην άλλη πλευρά του μπαρ. Ήπια μια γουλιά και το λαρύγγι μου κάηκε. Δεν κοιτούσα κάπου συγκεκριμένα. Μονάχα θυμήθηκα ότι είχα ξαναέρθει σε αυτό το μπαρ. Μέχρι και πριν από λίγο θα ορκιζόμουν ότι ερχόμουν για πρώτη φορά. Θυμήθηκα ότι καθόμουν στο τραπεζάκι που κάθοταν η παρέα των πενηνταπεντάρηδων. Ήμουν κι εγώ με μια παρέα. Ήταν οι παλιοί συμμαθητές μου. Αυτοί με τους οποίους κάναμε κάποτε τις πλάκες. Καλά. Πότε ακριβώς συνέβησαν όλα αυτά; Πίναμε τα ποτά μας μέχρι αργά. Συζητούσαμε περί ανέμων και υδάτων. Έπινα μπέρμπον. Όπως έπινα κι αυτή την στιγμή.

    Θυμάμαι ότι κάποια στιγμή μπήκε στο μαγαζί ένας τριανταπεντάρης. Κάθισε στη γωνία του μπαρ. Εκεί που καθόμουν κι εγώ τώρα. Κι ότι παρήγγειλε μπέρμπον. Κάποια στιγμή κοίταξε προς το μέρος μου. Τον αναγνώρισα. Έδειξε έκπληκτος. Εγώ όχι. Του χαμογέλασα. Κατάλαβα ότι είχε έρθει η ώρα να φύγω. Κατάλαβα ότι αυτή η ιστορία έφτανε στο τέλος της. Άφησα τα χρήματα στο τραπέζι. Χαιρέτησα την παρέα και σηκώθηκα να φύγω. Πέρασα δίπλα από τον νέο, που ακόμη με κοιτούσε αποσβολωμένος. Χαμογέλασα και πάλι και του έγνεψα. Διστακτικά μου έγνεψε κι αυτός. Βγήκα από το μπαρ και το κρύο με έτσουξε στο πρόσωπο. Βιαστικά μπήκα στο αυτοκίνητο μου, που το είχα παρκάρει ακριβώς απ’έξω, κι έφυγα. Αυτές οι αναμνήσεις με μπέρδεψαν για τα καλά.

    Κοίταξα αφηρημένα προς την παρέα των πενηνταπεντάρηδων. Η φυσιογνωμία ενός εξ αυτών μου ήταν πολύ γνώριμη. Έπειτα τον αναγνώρισα. Κι έμεινα άναυδος. Με είδε κι αυτός. Μου χαμογέλασε. Μάλλον με είχε αναγνωρίσει κι εκείνος. Αλλά, ήταν ψύχραιμος. Λες και με περίμενε. Λες και το είχε ξαναζήσει. Έπειτα πλήρωσε, χαιρέτησε την παρέα του και σηκώθηκε να φύγει. Μου φάνηκε ότι περίμενε εμένα για να φύγει. Δεν μπορούσα να πάψω να τον κοιτάζω. Καθώς περνούσε από δίπλα μου μου χαμογέλασε και μου έγνεψε. Διστακτικά έγνεψα κι εγώ. Τον παρακολούθησα αποχαυνωμένος που έβγαινε έξω. Μπήκε χωρίς χρονοτριβή στο αυτοκίνητο του. Ήταν ένα παλιό γαλάζιο Yaris και το δεξί του φανάρι ήταν σπασμένο.

     

    Γιάννης Μαργέτης

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here