Κυριακή, 9 Αυγούστου, 2020
More
    Αρχική Σκέψεις σε λέξεις Πώς γράφτηκαν οι "Εξ απροόπτου έρωτες"

    Πώς γράφτηκαν οι “Εξ απροόπτου έρωτες”

    -

    Πώς γράφτηκαν οι “Εξ απροόπτου έρωτες”

    Γράφει η Ισμήνη Ζαγοραίου

    Σα μαθητές σιωπηλοί στην τάξη σηκώθηκαν ένας-ένας να πουν το μάθημα. Κανείς τους δεν ήξερε. Έπρεπε να τους ντύσω κατάλληλα για να πουν το ρόλο τους σωστά. Και ανέβηκαν όρθιοι και έγιναν άλλοι. Αδιάβαστος κανείς. Ανέτοιμοι όλοι.

    Πώς γράφτηκαν οι “Εξ απροόπτου έρωτες”

    Ποιοι ήταν οι ήρωές μου; Τα πρόσωπα που τους υποδύθηκαν είχαν μόνο τα ρούχα, είχαν μόνο το βλέμμα και την αίσθηση. Έμαθαν να γράφουν και να διαβάζουν όταν ήδη είχαν εκτεθεί. Ο Νικόλας μου δάνεισε το περπάτημα και την κορμοστασιά ενός ρεσεψιονίστα σε κομμωτήριο.

    -Έλα, του είπα, θα γίνεις τραγικός. Δεν έμαθε ποτέ ότι τον αγκάλιασα σα να ‘ταν ο τελευταίος των ανθρώπων. Η Κουκού δεν υπήρξε ποτέ. Όμως έζησε στη σφύζουσα γειτονιά μου, με τα παιχνίδια των φίλων μου, με τις τσίγκινες λεκάνες που έπλεναν οι μάνες τους τα ρούχα. Και μέσα στην αυλή του σπιτιού μου χωρίς ποτέ να μου ζητήσει το λόγο που το φτώχυνα και την εξαθλίωσα. Και η γειτονιά εκείνη ξύπνησε τις παιδικές μου θύμισες που μετουσιώθηκαν σε σκηνικό εφιάλτη. Τι παράξενο η γλύκα να έχει τέτοια επίγευση.

    Και το παπουτσάδικο, υπαρκτό στο Κολωνάκι, με τις μπορντό κουρτίνες… Θεέ μου αίσχος, είπα στην αρχή και μετά… θα γράψω ένα διήγημα γι’ αυτό! Τα χειροποίητα υποδήματα, στον κάθετο δρομάκο, ακόμα πάνω στα βελούδα, περιμένουν εκείνα τα πόδια, τα απάτητα…

    Κι ο κυρ-Σωτήρης, σχεδόν αναστημένος σε κείνο το αντικρινό μπαλκονάκι… Ο εφημέριος, αποσκευή από ταξίδι στην Ιρλανδία, η Ντωβίλ, πόλη των νιάτων μου, η Ντέπυ, αλήθεια πόσες Ντέπες σκόνταψαν στο βλέμμα μου μέσα στο Ζόναρς…

    Άνθρωποι που συνάντησα στα μαγαζιά, που πέρασαν ξυστά δίπλα μου, που τους ερωτεύτηκα για το ψέμα που μου πούλησαν, γι’ αυτό που δεν υπήρξαν ποτέ. Και όλοι μέσα σε μια χορωδία να διαβάζουν τις νότες του έρωτα και του θανάτου. Πήρα το κατώφλι της ζωής τους και έστρωσα το δρόμο τους. Το τέλος τους. Πήρα το τέλος τους και γκρέμισα τη ζωή τους. Γέμισα σαν άδειο σακί το σώμα τους με επιθυμία, το στόμα τους με λόγια που θα έλεγαν, με λόγια που είπαν όσοι ήταν έστω για ένα  λεπτό παρόντες στο διάβα μου. Πέρασαν οι ζωές τους από δίπλα μου σε δευτερόλεπτα. Με πλήρωσαν με προκαταβολή σωμάτων,  μοναδικών λέξεων,  πράξεων που άκουσα και δε διασταύρωσα ποτέ. Άνθρωποι δικοί μου. Μαθητές στην τάξη που κι αν ξέχασαν το μάθημα, θυμήθηκαν πώς είναι να είσαι γυμνός κι εκτεθειμένος.

    Εξ απροόπτου. Αστραπές στον ουρανό, σύντομες όσο και οι ιστορίες μου, οι ζωές των ηρώων μου περιμένουν μια κάθαρση που δεν τους έδωσα ποτέ. Ίσως και γι’ αυτό στη φαντασία μου, ζητούν ακόμα και τώρα δικαίωση… Ίσως επειδή μέσα μου ζουν, σ’ ένα σκηνικό που έμεινε ξεχασμένο σε μια παράσταση που τέλειωσε πριν προλάβουν να πουν το μάθημα όλο…

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here