Σάββατο, Σεπτέμβριος 21, 2019
More
    Αρχική Συνεντεύξεις Συνέντευξη - Σίση Σιακαβάρα

    Συνέντευξη – Σίση Σιακαβάρα

    -

    Συνέντευξη – Σίση Σιακαβάρα

    Ρωτάει ο Δημήτρης Μπουζάρας

    Σήμερα στους Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών, φιλοξενούμε την ποιήτρια κα Σίση Σιακαβάρα, με αφορμή την ποιητική της συλλογή ”Μαύρο κουτί”, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Ελάτε να τη γνωρίσουμε.

    Συνέντευξη

    Είστε Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ασχολείστε επίσης με τη φωτογραφία και τα εικαστικά. Πόσο έτοιμο θεωρείτε το μέσο Έλληνα αναγνώστη ή επισκέπτη σε μια έκθεση φωτογραφίας να καταλάβει, ενδιαφερόμαστε ως λαός για τα εικαστικά και την ποίηση όσο θα έπρεπε, έχουμε το ανάλογο background, ή θεωρείτε ότι η ποίηση στην Ελλάδα είναι μόνο για λίγους; Κατέχει η ποίηση την πρέπουσα θέση στη δημόσια εκπαίδευση;

    Σ.Σ. Ναι, η φιλοσοφία και η τέχνη είναι μεγάλες αγάπες, δεν θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου έξω από αυτά. Και η ποίηση φυσικά. Δυστυχώς, διαπιστώνω ότι ο μέσος Έλληνας δεν τρέφει ιδιαίτερη αγάπη για την τέχνη και ακόμη περισσότερο για την ποίηση, με την έννοια να την εντάξει ουσιαστικά στη ζωή του, ώστε να μπορεί να ανταποκρίνεται σε κάθε είδους καλλιτεχνικό ή λογοτεχνικό ερέθισμα. Δεν έχει ανάγκη από κάτι τέτοιο, γιατί πολύ απλά δεν έχει το ανάλογο background, όπως είπατε, για κάτι τέτοιο. Η ποίηση στην Ελλάδα διαπιστώνω ότι είναι για λίγους, διότι αφενός η ποίηση τελικά δεν είναι ό,τι διδαχθήκαμε στο σχολείο και αφετέρου συναρτάται της πορείας της παιδείας και της γενικότερης καλλιέργειας των Ελλήνων, και είναι ιδιαίτερα λυπηρό αυτό, αν αναλογιστούμε ότι έχουμε μια πολύ μεγάλη ποιητική παράδοση μέσα στους αιώνες.

    Θυμάστε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αρχίσατε να γράφετε ποίηση;

    Σ.Σ. Θυμάμαι ότι πάντοτε έγραφα και σιγά σιγά με τον καιρό ήρθε και η ποίηση. Από τα απλά ποιηματάκια της παιδικής ηλικίας, τα εσωστρεφή της εφηβείας, τα εξομολογητικά της νεότητας. Δεν μπορώ να εντοπίσω κάποιες ιδιαίτερες συνθήκες, νομίζω ότι η ποίηση ήρθε ως βαθύτερη ανάγκη έκφρασης με έναν τρόπο διαφορετικό από τον συνήθη, δημιουργικό, όπως συμβαίνει και με τις υπόλοιπες τέχνες.

    Ο ποιητής/ποιήτρια «πρέπει» να ερωτευτεί τις λέξεις, το ποίημα, και κατά πάσα πιθανότητα την πηγή έμπνευσης;

    Συνέντευξη – Σίση Σιακαβάρα

    Σ.Σ. Φυσικά. Γιατί η ίδια η ποίηση είναι έρωτας. Κατ’ αρχήν το παιχνίδι με τις λέξεις είναι ένα γοητευτικό παιχνίδι, ερεθιστικό και ερωτικό για τον ποιητή. Ύστερα έρχεται η έμπνευση, γιατί χωρίς αυτή δεν γεννιέται ποίημα, σαν ερωτική έκσταση από μια λέξη, μια εικόνα, ένα πρόσωπο, ένα συναίσθημα, από οπουδήποτε. Είναι αυτό που λέμε δεν ξέρεις από πού θα σου’ ρθει. Όπως ο ερωτευμένος άνθρωπος αφήνει στην άκρη οτιδήποτε για το πρόσωπο που ποθεί και ζει σε έναν άλλον κόσμο, τον κόσμο του έρωτά του, έτσι και ο ποιητής  μεταβαίνει στο δικό του σύμπαν, για να γράψει, όταν του κλείσει το μάτι η έμπνευση. Αυτό, περαιτέρω, που θα γεννηθεί, το ποίημα, είναι αποτέλεσμα όλης αυτής της μοναδικής και υπερβατικής ερωτικής περίπτυξης που χορεύει στο μυαλό του ποιητή. Αν, όμως, δεν το κάνει εκείνη τη στιγμή, το αποτέλεσμα θα είναι σαν αυτό του ανεκπλήρωτου έρωτα, που, όσο και να προσπαθείς, ο άλλος έχει φύγει.

    Ο Κ.Π. Καβάφης, στο ποίημά του «Κι ακούμπησα και πλάγιασα στες κλίνες των» από τα Κρυμμένα Ποιήματα (1877;-1923, Ίκαρος 1993) γράφει:

    «Στης ηδονής το σπίτι όταν μπήκα,
    δεν έμεινα στην αίθουσαν όπου γιορτάζουν
    με κάποια τάξιν αναγνωρισμένοι έρωτες.

    Στες κάμαρες επήγα τες κρυφές
    κι ακούμπησα και πλάγιασα στες κλίνες των.

    Στες κάμαρες επήγα τες κρυφές
    που το ’χουν για ντροπή και να τες ονομάσουν.
    Μα όχι ντροπή για μένα — γιατί τότε
    τι ποιητής και τι τεχνίτης θα ’μουν;
    Καλύτερα ν’ ασκήτευα. Θα ’ταν πιο σύμφωνο,
    πολύ πιο σύμφωνο με την ποίησί μου·
    παρά μες στην κοινότοπην αίθουσα να χαρώ.»

    Κάπως έτσι γεννιέται η ποίηση, στις κρυφές κάμαρες της αταξίας και των σπασμένων κανόνων, που δεν μπορεί να μπει ο καθένας.

    Τι είναι αυτό που σας δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα, πώς εκλαμβάνετε την ποίηση, ως ταυτότητα η ως ετερότητα;

    Σ.Σ. Και τα δύο. Απαραίτητα στην αναγκαιότητα της ποίησης ως ύψιστης έκφρασης της ύπαρξης. Ο Σαρτρ είχε γράψει «ο άλλος είναι απαραίτητος για την ύπαρξή μου, καθώς επίσης και για την γνώση του εαυτού μου» και προσθέτω ότι ο άλλος είναι απαραίτητος για την ύπαρξη της ποίησης. Ο ποιητής μονολογεί, αλλά έχοντας κατά νου ότι κάποιος τον ακούει. Χαρακτηρίζεται από ατομική αλλά και συλλογική συνείδηση, υπάρχει ως μοναδική και ως συλλογική οντότητα, γι’ αυτό ακριβώς εκτείνει το «εγώ» του στο «εσύ», το «εμείς», το «αυτοί» και «οι άλλοι». Η ποίηση δεν είναι μόνον προσωπική υπόθεση, οφείλει να είναι ετερότητα, και προς τούτο, για να δεις τον άλλον, να τον εσωτερικεύσεις και να τον εντάξεις στο δικό σου οντολογικό σύμπαν, ώστε και ο άλλος να βλέπει τόσο εσένα όσο και τον εαυτό του μέσα στο ποίημα, πρέπει να απεκδυθείς του προσωπικού, του εγωιστικού βιώματος. Όπως γράφει και ο Ο. Ελύτης στο «Άξιον εστί»:

    «Βλέπεις, είπε, είναι οι Άλλοι

    και δε γίνεται Αυτοί χωρίς Εσένα

    και δε γίνεται μ’ Αυτούς χωρίς, Εσύ

    Βλέπεις, είπε, είναι οι Άλλοι

    Και ανάγκη πάσα να τους αντικρίσεις

    Η μορφή σου αν θέλεις ανεξάλειπτη να ΄ναι

    Και να παραμένει αυτή».

    Τι δρόμο θεωρείτε ότι ακολουθείτε μέσα από τη δική σας ποίηση; Μοναχικό, η δρόμο χαραγμένο ήδη;

    Σ.Σ. «Τῆς Μούσας ὑποτακτικός, δικούς μου ἀνοίγω δρόμους» γράφει ο Παλαμάς στο «Βραχώρι». Ο ποιητικός δρόμος έχει πολλά μονοπάτια, στα οποία ο ποιητής πορεύεται μόνος του, με σκοπό να συναντήσει το «εσύ», το «εμείς» ή τους «άλλους». Αυτός ο δρόμος είναι από ένα σημείο και μετά για κάθε ποιητή μοναδικός, χαραγμένος από τον ίδιο. Αν κινείσαι στα μονοπάτια άλλων, φρονώ ότι δεν κάνεις ποίηση.

    Ποιον/α θεωρείτε για εσάς από τον χώρο της ποίησης ως πρότυπο και γιατί; Επίσης, πόσο επηρέασε τη ζωή και την καριέρα σας;

    Σ.Σ. Θαυμάζω την ποίηση του Ομήρου, τα έργα των μεγάλων μας τραγικών, λάτρεψα τον «Ερωτόκριτο», τη δημοτική ποίηση, τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Βρεττάκο, τον Δάντη, τους «καταραμένους» ποιητές… Δεν νομίζω ότι υπάρχει ένα πρότυπο, είναι όλα αυτά που έχουμε διαβάσει και αγαπήσει κατά καιρούς και μας έχουν επηρεάσει. Η επιρροή δε αυτή και η αγάπη συνέβαλε, ας πούμε, στην επιλογή μου να σπουδάσω στη Φιλοσοφική Σχολή, να διδάξω αργότερα, και γενικότερα στο να γράφω και να μπω στη διαδικασία να μοιραστώ αυτά που γράφω.

    Ποιοι ποιητές είναι αυτοί που σας επηρέασαν περισσότερο;

    Σ.Σ. Θα αλλάξω την ερώτησή σας και θα σας αναφέρω μερικούς από τους αγαπημένους μου ποιητές, διότι αυτό το «επηρέασαν» με παραπέμπει κατά πρώτον σε έναν ψυχαναγκασμό να βρούμε στο νέο ποίημα του νέου ποιητή κάτι από τα προηγούμενα και κατά δεύτερον φρονώ ότι ο ποιητής, ως δημιουργός, πρέπει να αποστασιοποιηθεί από τους υπολοίπους ποιητές και οι επιρροές του να αποβάλλονται κατά τη διάρκεια της δημιουργίας.

    Ενδεικτικά, αγαπημένοι μου ποιητές, λοιπόν, είναι οι Κωνσταντίνος Καβάφης, Ανδρέας Κάλβος, Άγγελος Σικελιάνος, Κωστής Παλαμάς, Ανδρέας Εμπειρίκος, Νικόλαος Κάλας, Νίκος Εγγονόπουλος, Νίκος Καρούζος, Κώστας Καρυωτάκης, Τάκης Παπατσώνης, Γιώργος Σεφέρης, Γιάννης Ρίτσος, Τάσος Λειβαδίτης, Μανόλης Αναγνωστάκης, Charles Baudelaire, Edgar Allan Poe, Arthur Rimbaud, Guillaume Apollinaire,  Paul Éluard , Thomas Stearns Eliot,  Jacques Prévert,  Yves Bonnefoy και άλλοι πολλοί και φυσικά οι Dante Alighieri, Johann Wolfgang Goethe και  William Shakespeare.

    Υπάρχει για εσάς συγκεκριμένη ώρα και κοκτέιλ συναισθημάτων για να μπορεί να αποδοθεί ένα ποίημα; Πώς θα περιγράφατε την κατάσταση που βρίσκεστε όταν γράφετε ποίηση;

    Σ.Σ. Όχι απαραίτητα, αν και μου αρέσει να γράφω μέσα στην ησυχία της νύχτας. Έχει τύχει πολλές φορές όμως η ιδέα να έρθει ξαφνικά, οπουδήποτε, οποτεδήποτε και χωρίς ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση, από ένα μικρό ασήμαντο ίσως ερέθισμα, μια εικόνα, ή μια κουβέντα. Είπαμε η έμπνευση δε ρωτάει, έρχεται ξαφνικά από κει που δεν την περιμένεις.

    Όπως γράφει ο Τίτος Πατρίκιος στην ΙΧ ενότητα της συλλογής “Σε βρίσκει η ποίηση“(εκδόσεις Κίχλη, 2012):

    «Η ποίηση έρχεται να σε βρει με ποδήλατο, με μηχανάκι,
    με αυτοκίνητο
    άλλοτε έρχεται σαν αμαζόνα με το σπαθί υψωμένο
    άλλοτε σε ακολουθεί από το σουπερμάρκετ σαν
    κουρελού ζητιάνα
    σε παρασύρει όπως πορνοστάρ σε φαντασιακές αβύσσους
    σε ανακαλεί στην τάξη σαν διευθύντρια αναμορφωτηρίου
    σου εμφανίζεται στα έγκατα του ύπνου σαν άσπιλη
    παρθένα…»

    Θα περιέγραφα την κατάσταση που βρίσκομαι, όταν γράφω ποίηση, σαν μια υπερβατική και άκρως εσωστρεφή διαδικασία απόλυτης συγκέντρωσης και απομόνωσης. Αποσύρομαι στον δικό μου εμπνευσμένο κόσμο και εκεί υπάρχω μόνον εγώ και οι λέξεις μου, τίποτε άλλο.

    Τι επιδιώκετε μέσα από την ποιητική σας δραστηριότητα, καριέρα, καταξίωση;

    Σ.Σ. Η ποίηση είναι ένας τρόπος επικοινωνίας, όπως και η τέχνη γενικότερα. Άρα, θεωρώ βασικό σκοπό την επικοινωνία και την αλληλεπίδραση με τους αναγνώστες. Είναι σημαντικό για μένα να ξέρω ότι η ποίησή μου τελικά έχει κάτι να προσφέρει στον συνάνθρωπο, από απλή αισθητική ικανοποίηση μέχρι κάτι βαθύτερο, ένα έναυσμα για περαιτέρω σκέψη.

    Είναι φυσιολογικό οι παλιοί να αντικαθίστανται από καινούργιους, ποιον/α ποιητή/α από τους νεότερους ξεχωρίσατε και για ποιο λόγο;

    Σ.Σ. Δεν αντικαθίστανται οι παλιοί από τους καινούργιους, αλλά οι καινούργιοι προστίθενται στους παλιούς, εμπλουτίζοντας και εξελίσσοντας το ποιητικό γίγνεσθαι, ως οφείλουν. Διακρίνω ποιητές που διαπνέονται από μια βαθιά ηθική συμπαράστασης στον συνάνθρωπο, από αυτογνωσία, από ειλικρίνεια και σεβασμό στις ουσιαστικές ανθρώπινες αξίες, για τις οποίες εξάλλου αγωνίστηκαν και οι ποιητές της προηγούμενης γενιάς. Υπάρχουν αρκετοί αξιόλογοι νέοι ποιητές σήμερα, των οποίων το έργο ακόμη εξελίσσεται, αξιολογείται και δοκιμάζεται. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο θα ήταν επιπόλαιο να ξεχωρίσω κάποιον.

    Η ενασχόλησή σας με τη διδασκαλία σάς έχει επηρεάσει ως συγγραφέα;

    Σ.Σ. Με ό,τι έχουμε καταπιαστεί μπορεί να μας επηρεάσει, άρα και τα χρόνια της εκπαίδευσης.

    Θεωρείτε πως ένα ωραίο ποίημα εξακολουθεί να είναι ωραίο ακόμη και αν οι πεποιθήσεις που εκφράζονται είναι αποκρουστικές;

    Σ.Σ. Φυσικά. Αλλιώς δεν θα μιλούσαμε για το μεγαλείο της τραγικής ποίησης και δεν θα διαβάζαμε τη Μήδεια ή δεν θα θαύμαζε κανείς την ποίηση, ας πούμε, του Baudelaire ή του Καρυωτάκη. Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής γράφει στα «Μνήματα»:

    «Ναί, θέλω εἰς τὰ σκότη σου, ὦ νὺξ ἠγριωμένη,
    ἡ ὕπαρξίς μου ἄγνωστος νὰ κεῖται τεθαμμένη…»

    Ο θάνατος, η αρρώστια, η αυτοχειρία είναι αποκρουστικές καταστάσεις στους περισσότερους ανθρώπους. Η δύναμη όμως της τέχνης τούς δίνει άλλη διάσταση, και φυσικά εμπεριέχουν άλλα υψηλότερα νοήματα από αυτά που αποδίδει μια πρώτη και επιπόλαιη «κυριολεκτική» ανάγνωση.

    Συνέντευξη – Σίση Σιακαβάρα

    Ο θάνατος, όσο και να τρομάζει τους ανθρώπους, αποτελεί κινητήριο δύναμη της ανθρώπινης δημιουργίας και βασική πηγή έμπνευσης, αναζήτησης και προβληματισμού για τους περισσότερους ποιητές, πολλοί από τους οποίους συμφιλιώνονται μαζί του, αναγνωρίζοντας το δίπολο ζωή – θάνατος. Το ίδιο, εξάλλου, συμβαίνει και στις άλλες τέχνες, όπως στη ζωγραφική. Σκεφτείτε τον «Κήπο των επίγειων απολαύσεων» του Ιερώνυμου Μπος, όπου ζώα βασανίζουν ανθρώπους, δαιμονικές μορφές καταπίνουν αμαρτωλές ψυχές και αφοδεύουν, ενώ παραδίπλα φιλήδονοι άντρες και γυναίκες ερωτοτροπούν. Είναι νομίζω προφανές ότι ο Μπος δεν ζωγραφίζει για να ευχαριστήσει το μάτι του θεατή ή για να προσφέρει μόνον αισθητική απόλαυση, αλλά για να δείξει σε αυτόν την εσωτερική ασχήμια του ανθρώπινου είδους.

    Στη μουσική, επίσης, υπάρχει ένα ολόκληρο παγκόσμιο κίνημα με τις ρίζες του στις σκανδιναβικές χώρες, της black metal σκηνής, με θεματολογία σκοτεινή, απόκρυφη, και «σατανική». Κατ’ ουσίαν, όμως, αυτό που δηλώνει η μουσική αυτή, συνοδεία των βγαλμένων από τα έγκατα της ψυχής φωνητικών της απόγνωσης, είναι αφενός η διαπίστωση του υπαρξιακού αδιεξόδου και της ηθικής παρακμής, στα οποία έχει φτάσει η ανθρωπότητα, και αφετέρου η αντίδραση στον δογματισμό και την καταπίεση, η άρνηση της αυτοκαταστροφικής πορείας του ανθρώπου και η φυγή από μια υλιστική και παρηκμασμένη κοινωνία κενών αξιών με παράλληλη αναζήτηση υγιών στοιχείων από το παρελθόν και καταφύγιο στη συμφιλίωση του ανθρώπου με τη φύση. Ομοίως, και οι, ανυπόφορες για πολλούς, κραυγές της αγαπημένης μου Diamanda Galas, είναι κραυγές διαμαρτυρίας απέναντι στις κοινωνικές αδικίες, τα ταμπού, το ρατσισμό, το μισογυνισμό, την ομοφοβία, τον αυταρχισμό της εξουσίας, που θέλουν να τρυπήσουν τα εφησυχασμένα αυτιά και να ξεμπροστιάσουν την υπαρξιακή αγωνία, την απελπισία, το θάνατο, την ψυχική ασθένεια και διάφορες άλλες επώδυνες καταστάσεις.

    Φρονώ ότι η δύναμη και η ανωτερότητα της ποίησης έγκειται όχι μόνον στο να αναδείξει την ομορφιά της ζωής, αλλά και στο να καταδείξει την ασχήμια και τη σκοτεινιά αυτού του κόσμου, την άλλη, την κρυμμένη πλευρά της πραγματικότητας, αυτό που κρύβεται πίσω από ό,τι λάμπει και που οι άνθρωποι αποφεύγουν ή δεν αντέχουν να δουν. Να αρνηθεί, να έρθει σε ρήξη, να πονέσει και να χτίσει γκρεμίζοντας.

    Ποια η άποψή σας για τη σχέση της μορφής και του περιεχομένου στην ποίηση; Επιλέγετε τη μορφή προτού καν αποφασίσετε τι θέλετε να εντάξετε σ’ αυτήν;

    Σ.Σ. Θεωρώ ότι το ποίημα είναι μια αδιάσπαστη ενότητα και κατά τη συγγραφή του αυτά τα δύο στοιχεία αναπτύσσονται μαζί. Υπάρχει μια ιδέα ή ένα ερέθισμα, που εμπλέκεται με διάφορες έννοιες, εικόνες, συναισθήματα, εμπειρίες, μηνύματα, τα οποία κάθε φορά αποτυπώνονται με συγκεκριμένη γλώσσα, δομή και εκφραστικά μέσα, με συγκεκριμένη δηλαδή μορφή. Αυτό που θέλουμε να πούμε, συναρτήσει πολλών άλλων παραγόντων, όπως η διάθεση, το μήνυμα που θέλουμε να περάσουμε, ο αποδέκτης κτλ, μας οδηγεί στο πώς θα το πούμε. Παλαιότερα, θα θυμάστε και από το σχολείο, ο σαφής διαχωρισμός, κατά την μελέτη και ανάλυση ενός ποιήματος, της μορφής και του περιεχομένου του ήταν κανόνας. Νομίζω ότι, πλέον, αυτή η καθαρά τεχνική προσέγγιση και διχοτόμηση είναι ξεπερασμένη και σε πολλές περιπτώσεις αδικεί τόσο το ποίημα, όσο και τον ποιητή, ο οποίος «μᾶλλον τῶν μύθων εἶναι δεῖ ποιητὴν ἢ τῶν μέτρων».

    Συνέντευξη – Σίση Σιακαβάρα

    Ξέρετε να χρησιμοποιείτε τις λέξεις που χρειάζονται ακριβώς ώστε να δημιουργήσετε την εικόνα, κάνετε χρήση επιθέτων που δε θα μπορούσαν να βρεθούν σε καταλληλότερη θέση. Εκτός φυσικά από διάβασμα, τι χρειάζεται να έχει ένας ποιητής στη φαρέτρα του, περισσότερη ευαισθησία; Η ποίηση απαιτεί «μαστοριά», κάποιες δεξιότητες στη γραφή ή μήπως προέρχεται από μια βαθιά παρόρμηση;

    Σ.Σ. Στον πρώτο στίχο της Οδύσσειας, «Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα», ο Όμηρος ζητάει από τη μούσα να του δώσει έμπνευση και να τον βοηθήσει, για να δει και να καταγράψει τις περιπέτειες του Οδυσσέα. Μια βασική προϋπόθεση, λοιπόν, είναι φυσικά η καλή γνώση της γλώσσας και των κανόνων της, καθώς και η γνώση της ποιητικής. Στο κάτω κάτω θα πρέπει ο ποιητής να γνωρίζει ποιους κανόνες παραβιάζει, έχοντας την ποιητική αδεία. Όμως, νομίζω ότι πέρα από τις δεξιότητες που μπορεί να αναπτύξει κάποιος, απαιτείται και αυτό που είπατε «η βαθιά παρόρμηση», το ταλέντο, η ευαισθησία, το χάρισμα, για να γράψει ποίηση. Συναφώς ο Πλάτων γράφει στον Ίωνα (533e): «Έτσι λοιπόν και η Μούσα χαρίζει σε ορισμένους δύναμη θεϊκή· … Γιατί όλοι οι επικοί ποιητές, οι μεγάλοι, συνθέτουν αυτά τα ωραία ποιήματα όχι χάρη σε κανόνες τεχνικούς αλλά διατελώντας σε κατάσταση θείας έμπνευσης και διακατεχόμενοι από αυτήν, και το ίδιο όλοι οι μεγάλοι λυρικοί ποιητές».

    Ποιήματα για εσωτερικό εξορκισμό, εσωτερική αφαίρεση δαιμονίων, σα να σηκώνεται ένα όνειρο να μας χτυπά στην πλάτη και να μας ζητά το λόγο και τα ποιήματα να είναι η αιτιολογία. Πόσο σημαντικά είναι τα όνειρα για εσάς, πιστεύετε σε αυτά;

    Σ.Σ. Ή το αποτέλεσμα. Αν σκεφτούμε ότι τα ποιήματα, όπως και τα όνειρα, είναι το αποτέλεσμα της έκφρασης συγκρούσεων, διλημμάτων, ανεκπλήρωτων επιθυμιών, φαντασιώσεων, καταπίεσης, φόβων, προβληματισμών κλπ. Η ποίηση και τα όνειρα έχουν πολλά κοινά στοιχεία, όπως η δημιουργία εικόνων, οι συμβολισμοί, η έλλειψη χωροχρονικών ορίων, η χρήση της γλώσσας, η συμμετοχή του ασυνείδητου, η συναισθηματική ένταση, οι ψυχικές διαδρομές, η έκφραση του ανείπωτου, η προσέγγιση του απρόσιτου κ.α. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι τα όνειρα είναι ποιητικοί μετασχηματισμοί της πραγματικότητας, όπως και το αντίστροφο. Ο Freud στο μεγαλειώδες έργο του Η ερμηνεία των ονείρων γράφει:

    «Το όνειρο … επιτρέπει πράγματα αδύνατα, αφήνει στην άκρη τις γνώσεις μας, που την ημέρα μας επηρεάζουν σημαντικά, μας παρουσιάζει ηθικά αναίσθητους. Όποιος θα συμπεριφερόταν έτσι στην άγρυπνη ζωή, όπως συμβαίνει στις ονειρικές καταστάσεις, θα τον παίρναμε για τρελό. Όποιος θα μιλούσε έτσι και θα έλεγε τέτοια πράγματα στην άγρυπνη ζωή, όπως στο όνειρο, θα μας έδινε την εντύπωση συγκεχυμένου ή και πνευματικά ανάπηρου ανθρώπου».

    Το ίδιο θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε και για την ποίηση. Τα όνειρα, όπως και η ποίηση, συνεχίζουν την άγρυπνη ζωή μας και μας μεταφέρουν σε έναν άλλον κόσμο. Εκεί μπορούμε να βρούμε πολλές αλήθειες και πολύτιμους θησαυρούς, που η πραγματική ζωή και η άγρυπνη καθημερινότητα δεν μας παρέχουν και τα έχουμε ανάγκη. Έτσι, λοιπόν, φρονώ ότι «ζούμε διπλή ζωή», όπως έγραψε ο Γεώργιος Δροσίνης,

    «της πραγματικότητας, με ανοιχτά μάτια και του ονείρου, με κλειστά βλέφαρα.»

    Διαπίστωσα επίσης κατακραυγή σε πρότυπα, σε τρόπους ζωής και σε καλούπια. Επίσης, σε κοινωνικές επιταγές, σε καταπιεσμένες υποσχέσεις στον εαυτό μας. Κατά πόσο θεωρείτε ότι μεγαλώνοντας μπορούμε να αποφύγουμε να βάλουμε τη ζωή μας σε καλούπια κοινωνικά ή άλλα; Πόσο εύκολο είναι να κάνουμε «μεταβολές» στη ζωή μας και να τηρούμε τις υποσχέσεις στον εαυτό μας; Μπήκατε, προσαρμοστήκατε σε καλούπι ή καταφέρατε να τα αποφύγετε;

    Σ.Σ. Θεωρώ ότι για τον καθένα μας το μεγαλύτερο στοίχημα αλλά και καθήκον είναι να φτιάξει το δικό του «καλούπι». Αυτό αποτελεί την προσωπική και μετά ευθύνης αίρεσι βίου, προς την οποία θα πρέπει να είμαστε όσο το δυνατόν περισσότερο συνεπείς. Κάθε αποκλίνουσα κατάσταση από το δικό μας αξιακό σύμπαν ενίοτε ενοχλεί και καταπιέζει, είτε προέρχεται από τον κοινωνικό, εργασιακό κλπ. χώρο, είτε από εμάς τους ίδιους.

    Στην πρώτη περίπτωση, γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι, αφού αποφασίσαμε να ενταχθούμε σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό, πολιτικό, εργασιακό κλπ. περιβάλλον, πρέπει να τηρήσουμε κάποιους κανόνες. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε να αντιμετωπίσουμε αυτές τις «καταπιεσμένες υποσχέσεις στον εαυτό μας», όπως χαρακτηριστικά είπατε, η εκπλήρωση των οποίων οδηγεί σε συγκρούσεις, αν αυτές δεν είναι συμβατές με τα κοινώς παραδεδεγμένα πρότυπα. Σε εσωτερική σύγκρουση όμως οδηγεί και η μη εκπλήρωσή τους. Και εδώ πάλι κάποιος κανόνας παραβιάζεται. Ας μην γελιόμαστε, παντού υπάρχουν κανόνες, και πάνω από αυτούς υπάρχουν διαχρονικές ηθικές αξίες, το θέμα είναι κατά πόσο συνάδουν οι επιταγές αυτών που εμείς έχουμε θέσει με εκείνων που μας επιβάλλονται έξωθεν. Περαιτέρω, η διαφορετικότητα, η ρήξη, η σύγκρουση, η αμφισβήτηση, το ξεβόλεμα ανεβάζουν τα επίπεδα της κοινωνικής εντροπίας και, όπως διαφαίνεται ιστορικά, οδηγούν σε πρόοδο. Ο συμβιβασμός, ο εφησυχασμός και η μαζοποίηση οδηγούν σε σήψη.

    Συνέντευξη - Σίση Σιακαβάρα
    Συνέντευξη – Σίση Σιακαβάρα

    Σημαντικό στοιχείο στα ποιήματά σας είναι και ο χρόνος, χρόνος που δε φτάνει, που βαριανασαίνει σε κάποια άλλα και σε άλλα είναι κοφτός και αγχωτικός. Τι συμβολίζει στα ποιήματά σας, τι θέση έχει στη ζωή σας ο χρόνος; Θεωρείτε ότι γενικά τον διαχειριζόμαστε σωστά, είναι αρκετός τελικά η είναι πολύ λίγος;

    Σ.Σ. «Τη μέρα που ανακαλύφτηκε ο χρόνος οι άνθρωποι κούρδισαν τα ρολόγια κι άρχισαν να τον κυνηγούν» γράφει ο Κλείτος Κύρου. Ο χρόνος είναι από τα βασικά θέματα στην ποίηση και σχετικό με την έννοια της φθοράς και του θανάτου. Νομίζω ότι έχει απασχολήσει όλους τους ποιητές. Ο χρόνος είναι ο Κρόνος που τρώει τα παιδιά του, είχα πει κάποτε, εννοώντας ότι για τον άνθρωπο είναι πεπερασμένος και, εάν δεν τον διαχειριστεί σωστά, αισθάνεται να τον κατατρώγει. Περαιτέρω, δεν θα έλεγα ότι είναι πολύς ή λίγος, αλλά ότι είναι σχετικός. Γι’ αυτό και στα ποιήματά μου άλλοτε «δε φτάνει, βαριανασαίνει σε κάποια άλλα και σε αλλά είναι κοφτός και αγχωτικός», όπως είπατε, ενώ άλλοτε είναι απέραντος ή απλώς ένα φυσικό μέγεθος. Εξάλλου ο Albert Einstein είχε τονίσει ότι «η διάκριση ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι μόνο μια ψευδαίσθηση, ακόμα κι αν είναι τόσο επίμονη», καθόσον στο χωροχρονικό συνεχές του σύμπαντος δεν έχουν θέση έννοιες όπως πριν, τώρα και μετά, ούτε τα  ρολόγια μας.

    «Ιστορία με τέλος» ένα διαφορετικό ποίημα, σάρκα και ηδονή. Παρά ταύτα φαίνεται η ποιήτρια πίσω από τις λέξεις. Είναι τελικά η ποίηση καθαρά βιωματική διαδικασία; Πόση Σίση Σιακαβάρα βρίσκεται μέσα στις σελίδες και κατά πόσο ένας ποιητής μπορεί να το αποφύγει;

    Σ.Σ. Ένα ποίημα για τους εφήμερους εραστές που κατασπαράσσουν αχόρταγα και εναγωνίως όσο προλάβουν από τις φθαρτές σάρκες τους. Η ποιήτρια παρατηρεί, σκέφτεται και καταγράφει έντονες εικόνες. Χωρίς να μιλά, αφήνει τον αναγνώστη να δει τα στιγμιότυπα μέσα από τα δικά της μάτια. Η δύναμη των εικόνων εδώ της αφαιρεί το λόγο και με αυτόν τον τρόπο αφήνει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να τις απολαύσει και να σκεφτεί ανεπηρέαστος. Όπως είπα και προηγουμένως, η ποίηση δεν είναι καθαρά προσωπική υπόθεση και ο ποιητής πρέπει να απεκδύεται του προσωπικού, του εγωιστικού του βιώματος. Το βίωμα στην δική μου ποίηση έχει να κάνει με το στιγμιαίο ερέθισμα, το τσίμπημα που θα προκαλέσει μια στιγμή και όχι με την εξωτερίκευση των γεμάτων με βιώματα εσωψύχων. Τούτο, άλλωστε, μπορούμε να το κάνουμε γράφοντας ημερολόγιο. Το να περιορίσουμε την ποίηση στα δικά μας βιώματα, νομίζω ότι αφενός είναι εγωιστικό – και η ποίηση οφείλει να μην είναι εγωιστική – και αφετέρου κάποια στιγμή θα κουράσει τον αναγνώστη. Σίγουρα μέσα στις σελίδες των ποιημάτων μας υπάρχουμε, αλλά ως φορείς ιδεών, αξιών, προβληματισμών, αντιλήψεων, προσπαθώντας να μπούμε στη θέση των άλλων ή να γενικεύσουμε τη δική μας θέση, και όχι μόνο ως φορείς προσωπικών βιωμάτων. Ο Jung έλεγε ότι όταν βιώνουμε ένα έργο τέχνης δεν θα πρέπει να προσπαθούμε να αναλύσουμε τον καλλιτέχνη, αλλά την ίδια την τέχνη. Έτσι και στην ποίηση απώτερος σκοπός είναι το ίδιο το ποίημα και όχι ο ποιητής, στον οποίο εύκολο είναι να παρασυρθεί και να επικεντρωθεί ο αποδέκτης, όταν προτάσσει τα βιώματά του.

    Ζει ο ποιητής μέσα στις ζωές των άλλων και παλεύει με αυτές, είναι απλώς παρατηρητής, καταγραφέας, ή ζει και παλεύει τη δική του ζωή;

    Σ.Σ. Όλα αυτά συμβαίνουν στη ζωή του ποιητή, που, φυσικά, ζει τη δική του ζωή και όχι τη ζωή των άλλων. Για να γράψεις, όμως, κάτι που να ενδιαφέρει και να έχει απήχηση στον άλλον, πρέπει να μπεις στη θέση του άλλου. Να αφουγκραστείς και να φορέσεις κάτι από τη ζωή του. Επίσης, πρέπει να ζεις μέσα στις ζωές των άλλων και να παλέψεις είτε γι’ αυτές, είτε με αυτές. Υπάρχουν και κάποιες φορές που ο ποιητής γίνεται απλός παρατηρητής και καταγραφέας. Όπως γράφω στην «Ιστορία με τέλος» που λέγαμε πριν:

    «Εκείνοι περιμένουν άλλα αντί άλλων

    στις εναλλαγές του άστατου καιρού

    και της πλεονάζουσας σιωπής

    βυθισμένοι στο μελάνι και σε μερικά

    σπασμωδικά φωνήεντα

    που εθελοτυφλούν σε αλληλοσυγκρουόμενα

    σενάρια οικειότητας.

    Κι εγώ παρατηρώ απ’ τη γωνιά μου

    πίνοντας αργά έναν καφέ ποιητικό

    και καπνίζοντας σε θέση σταυροπόδι.»

    Φυσικά, η παρατήρηση και η καταγραφή δεν πρέπει να αφορά μόνον στις ζωές των άλλων. Ο ποιητής, όπως και ο κάθε άνθρωπος εξάλλου, οφείλει να γίνεται αντικειμενικός παρατηρητής και κριτής της δικής του ζωής και του εαυτού του.

    Γιατί επιλέξατε τον ελεύθερο στίχο στη συλλογή σας;

    Σ.Σ. Γιατί αυτά που ήθελα να πω δεν αποδίδονταν με έμμετρο, θα περιοριζόταν ή θα άλλαζε κατά πολύ η ουσία τους. Για σκεφτείτε, θα μπορούσε να γραφεί οποιοδήποτε ποίημα της συλλογής με μέτρο ή ομοιοκαταληξία; Και πώς θα ήταν; Προσπάθησα, ας πούμε, να το δω αυτό στον «Ολοϋστερινό ολοφυρμό» και στην «Υπέρθεσι», που είναι δύο πολύ δυνατά και πυκνά ποιήματα. Θα έβγαινε κάτι εντελώς διαφορετικό, κάτι ξένο και χαλασμένο.

    Πού έγκειται η δυσκολία στη γραφή ενός ποιήματος;

    Σ.Σ. Στην αδυναμία να αποδώσεις λεκτικά την μοναδικότητα και την ολότητα μιας στιγμής ή ενός συναισθήματος. Είναι τότε που συνειδητοποιείς ότι αυτό που δεν εκφράζεται με λόγια δεν μπορείς να βρεις ούτε μέσα στην ποίηση τον τρόπο να το πεις. Ευτυχώς που υπάρχει και η σιωπή…

    Τα πάθη και τα λάθη τι θέση έχουν στη ζωή μας και στην ποίηση;

    Σ.Σ. Μα χωρίς πάθη και λάθη γράφεται ποίηση; Και χωρίς αυτά πόσο ενδιαφέρον θα είχε η ζωή μας;

    Θεωρείτε την ελληνική γλώσσα ποιητική; Η τέχνη είναι αισιόδοξη ή απαισιόδοξη;

    Σ.Σ. Φυσικά, είναι προφανές νομίζω, αν αναλογιστούμε τη μεγάλη και σπουδαία ποιητική μας παράδοση μέσα στους αιώνες. «Αν κάποιος μάθει καλά Ελληνικά, μπορεί να βρει σχεδόν ολόκληρη την ποίηση στον Όμηρο» είχε πει ο Ezra Pound. Όσο για την τέχνη, δεν θα την χαρακτήριζα αισιόδοξη ή απαισιόδοξη, τούτο έχει να κάνει νομίζω με την αντίληψη του αποδέκτη. Θα την χαρακτήριζα ως ζωτικό όργανο του ανθρώπου.

    Ακούτε μουσική; Τι είδους;

    Σ.Σ. Ακούω συνέχεια μουσική, ακόμη και όταν κοιμάμαι, ακούγεται σε χαμηλή ένταση μουσική. Ανάλογα με τη διάθεση, την ώρα και τη δραστηριότητα, ακούω από την πεντατονία της Ηπείρου, το βυζαντινό μέλος και το ρεμπέτικο μέχρι τους κλασσικούς της Δύσης, τη μουσική πρωτοπορία του 20ου αιώνα και τους δημουργούς της Jazz, από την Κάλλας, την Βιτάλη και τον Χατζηδάκι μέχρι τους Pink Floyd, τους Joy Division, τον Mailyn Manson και τους Burzum. Μου αρέσει να διαβάζω με Mozart, να χαλαρώνω με Bill Evans, να σκέφτομαι με Ξενάκη, να ταξιδεύω με Dead Can Dance, να χορέψω έναν καρσιλαμά. Όπως καταλαβαίνετε, δεν περιορίζονται τα μουσικά μου ακούσματα σε ένα είδος και θα συμφωνήσω με την αγαπημένη μου Diamanda Galas στο ότι «μου φαίνεται ανόητο να περιορίζουν κάποιοι τα μουσικά τους ακούσματα. Θα έλεγα ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν ξέρουν να χρησιμοποιούν τα αφτιά τους».

    Επιμέλεια κειμένου: Ζωή Τσούρα

    Επεξεργασία κεντρικής εικόνας: Νεκταρία Πουλτσίδη

    Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών
    Είμαστε μια ομάδα ανθρώπων που αγαπάμε τις λέξεις σε όποια τους μορφή κι αν τυπώνονται: άρθρα, ειδήσεις, λογοτεχνία, ποίηση και δραστηριοποιείται στο διαδίκτυο. Σας ενημερώνουμε για δραστηριότητες παλιές και καινούριες. Ελάτε μαζί μας να παίξουμε με τα λόγια που γράφονται!

    Απάντηση