Σάββατο, 8 Αυγούστου, 2020
More
    Αρχική Συγγραφής Τέχνη Στιγμές που μας κρίνουν - Αστέρης Σχοινάς

    Στιγμές που μας κρίνουν – Αστέρης Σχοινάς

    -

    Στιγμές που μας κρίνουν 

     -Δεν νομίζεις ότι το παρατραβάς Ερατώ;

    -Γιατί, τι κάνω;

    -Θα κόψεις το σχοινί, αυτό κάνεις.

    -Εγώ, όπως ξέρεις, δεν συμφωνούσα μ’ αυτόν τον γάμο. Η μάνα μου κι ο πατέρας μου επέμεναν. Ήμουνα και σε μια ηλικία, που δεν ήξερα τι θέλω, τα κατάφεραν. Ήθελαν, βλέπεις, να κάνουν κολιγιά με γιατρό, να μπουν στην υψηλή κοινωνία, τάχα. Κτηματίας ο πατέρας μου, ένας μεγαλογεωργός, χωρίς πολλές γνώσεις και πανεπιστήμια. Τι περίμενες; .

                  -Και δεν φοβάσαι να σαλιαρίζεις και να τραβιέσαι με τον Στέφανο;

                  -…..      Δεν απάντησε. Σήκωσε με αδιαφορία τους ώμους της, στραβώνοντας τα όμορφα χείλια της.

    Είχε κάνει πάταγο ο γάμος του Αντρέα με την Ερατώ. Είχαν να το λένε για τα λούσα και την επίδειξη πλούτου απ’ την μεριά της νύφης. Χειρουργός εκείνος με φιλοδοξίες και όνειρα. Προικισμένο κορίτσι εκείνη στο έμπα της ζωής, με καλλιτεχνικές ανησυχίες και ξένες γλώσσες. Καμάρι και τιμή των γωνιών της νύφης να βάλουν στην οικογένειά τους έναν επιστήμονα, έναν γιατρό. Κρατικό λαχείο για την οικογένεια του γαμπρού, που είχε καταφέρει με προξενήτρες, γαλιφιές και παινέματα να αγγίξει το θησαυρό της νύφης, που μετρούσε σε λίρες και ακίνητα. Το φτωχόπαιδο σήκωσε μύτη. Αντίθετα, η πιτσιρίκα, άλλα ονειρευόταν για το μέλλον της, άλλα επιθυμούσε. Να ανεβαίνει στο πάλκο, να παίζει τους αγαπημένους της ρόλους, να τραγουδάει, να την χειροκροτούν να την θαυμάζουν. Τα χειρουργεία, τα νοσοκομεία, τα φάρμακα δεν τα είχε ποτέ ονειρευτεί. Την ξεγέλασαν, την παρέσυραν, την έσπρωξαν στην αγκαλιά ενός άοσμου, άχρωμου και άγευστου ανθρώπου, ερωτικά αδέξιου και απότομου, που την έβλεπε μάλλον σαν νομισματική μονάδα παρά ως αγαπημένη σύντροφο. Εκείνη άλλον ήθελε, άλλον αγαπούσε, τον μπριόζο Στέφανο, τον βιρτουόζο κιθαρίστα, την ψυχή του διάσημου μουσικού συγκροτήματος «ιπτάμενοι». Ήταν τόσο βαθύς ο έρωτάς της και τόσο μεγάλη η έλξη που ασκούσε πάνω της ο Στέφανος, που της ήταν αδύνατο να μην συναντιέται, όποτε εύρισκε ευκαιρία, μαζί του, αδιαφορώντας για τα πιθανά σχόλια του περίγυρου.

    Στιγμές που μας κρίνουν  

    Δεν ήταν δύσκολο κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες να ραγίσει το γυαλί. Η Ερατώ, τις ώρες που ο Αντρέας χειρουργούσε, συναντούσε το αμόρε της και έλουζε το κορμί της στα κύματα της ευτυχίας, χωρίς προφυλάξεις, χωρίς καμουφλάζ. Δεν νοιαζόταν.

    Δεν άργησαν να φτάσουν τα κακά μαντάτα στα αυτιά του Αντρέα, που τον έκαναν να χάσει ξαφνικά τον ύπνο του. Κι όπως ένα πρωινό κοιταζόταν στον καθρέφτη, είδε μέσα του παράξενες μορφές, σαν σκιές, να ξεφυτρώνουν από παντού. Ελάφια και τάρανδοι στην αρχή, κι ύστερα λύκοι και τσακάλια να απειλούν ουρλιάζοντας. Ταράχτηκε. Κρύος ιδρώτας έλουσε το πρόσωπό του. Αγανάκτηση, θυμός, απελπισία γέμισε τα σωθικά του. Είδε τα όνειρά του να γκρεμίζονται, την υπόληψή του να τσαλακώνεται και  την αντρική του τιμή να γίνεται κομπολόι στα χέρια μιας κακομαθημένης πλουσιοκόρης. Θύμωσε, έφτυσε , έβρισε με δαγκωμένα δόντια. « Άτιμη, ξεφτιλισμένη, καθίκι, παλ… που σ’ εμπιστεύτηκα ! » και πολλά άλλα τέτοια και χειρότερα, για να ξεθυμάνει.

    Διλήμματα βασανιστικά πλημμύρισαν το μυαλό του. «Να της μιλήσω; Τι θα βγει; Να τη σπάσω στο ξύλο; Μμμ… Να μιλήσω με τους γονιούς της; Τι να τους πω; Το τσουλί, η κόρη σας με κερατώνει!  Όχι!»

     Δύο μόνο λύσεις εφικτές έβλεπε μπροστά του.

    « Ή ξεχνάω κλινικές και μεγάλα όνειρα, πετώντας στα μούτρα της την προίκα και την προκοπή της, ή κάνω πως δεν καταλαβαίνω και καταπίνω καθημερινά βατράχια. Φτιάχνω την κλινική, ανεβαίνω τα σκαλιά της κοινωνίας και σκασίλα μου για τα λόγια του κόσμου. Σάμπως λένε και καμιά καλή κουβέντα για κανέναν! Πόσα δεν λένε πίσω από την  πλάτη του για τον Αριστείδη Γραμμένο, τον χοντρέμπορο! Κι όμως όλοι τον εκτιμούν και τον σέβονται με τους καλούς τρόπους του και την ευγενική συμπεριφορά του. Αλλά …, υπάρχει και ένα αλλά. Πώς να ανέχομαι συνδαιτυμόνες γύρω από το τραπέζι μου; Ε; Πώς;».

    Έμεινε χωμένος στους συλλογισμούς του για αρκετές μέρες, ώσπου πήρε τη μεγάλη απόφαση. Κι ένα πρωί, σηκώθηκε, την κοίταξε αγριεμένος στα μάτια και με ύφος που δεν επιδεχόταν αντίρρηση είπε δυνατά και αποφασιστικά.

     «Φτάνει πια! Χωρίζω!  Αύριο δίνω εντολή στο δικηγόρο μου».  

                  Έτσι λευτερώθηκαν και οι δύο από έναν συμβατικό γάμο. Εκείνος περιέσωσε την αξιοπρέπειά του, ενώ η Ερατώ άνοιξε τις πύλες της ζωής της να ταξιδέψει στο όνειρο.

    Αστέρης Κ Σχοινάς «Σπηλιώτης»

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here