Συνέντευξη Κυριάκος Χαλκόπουλος
Ρωτάει η Βίκυ Ζηλιασκοπούλου
Σήμερα στους Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών, έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε τον συγγραφέα Κυριάκο ΧαλκόπουλοΑς τον γνωρίσουμε.

Συνέντευξη
Κύριε Χαλκόπουλε, ευχαριστούμε για τη συνέντευξη και το χρόνο σας. Το θέμα μας σήμερα είναι η «Χρυσαλίδα». Γιατί «Χρυσαλίδα». Πώς προέκυψε ο τίτλος; Θα μπορούσε να πει κανείς ότι από την αρχική κατάσταση της κάμπιας, που ίσως ήταν οι ατομικές σας σκέψεις και όσα υπήρχαν μέσα σας, μπορέσατε να τα αποτυπώσετε στο χαρτί, με τη μορφή της χρυσαλίδας και όσο θα εξελίσσεται η πορεία σας στο λογοτεχνικό χώρο, να περιμένουμε και «πεταλούδες»;

 Κ.Χ.: Εγώ ευχαριστώ, για την φιλοξενία… Ναι, η κυριότερη από τις σημασίες του τίτλου είναι αυτή που αναφέρατε – η χρυσαλίδα είναι ένας χώρος μεταμόρφωσης, και οι μεταμορφώσεις, συνήθως, είναι προς το καλύτερο… Μια άλλη σημασία του όρου, στο βιβλίο, είναι πως οι ίδιες οι σκέψεις -και η εσωστρέφεια- αποτελούν μια χρυσαλίδα, αλλά μια στην οποία αναπόφευκτα κανείς επιστρέφει, όπως αναπόφευκτα φεύγει πάλι για να κινηθεί στον κόσμο. Όσον αφορά τις πεταλούδες -σίγουρα το ελπίζω!

Διαβάζοντας το βιβλίο, μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι κάποια από τα διηγήματα είναι σε μεγάλο τμήμα τους καταγραφή εφιαλτών (ή άσχημων ονείρων) που είδατε. Ισχύει κάτι τέτοιο; Δηλαδή, σε αντίθεση με εμάς που, όταν βλέπουμε άσχημο όνειρο, προσπαθούμε να το «ξορκίσουμε» απωθώντας το, εσείς, σαν να καθίσατε και στηρίξατε διηγήματα πάνω σε αυτά. Ήταν ένα είδος εκτόνωσης; 
Κ.Χ.: Σωστή η εικασία σας. Για την ακρίβεια, η ίδια η ατμόσφαιρα των διηγημάτων είναι ονειρική -δεν έχω δει αυτούσιο κάποιο σε όνειρο. Μοιάζει πιθανό ότι τα όνειρα που βλέπει κανείς είναι τοπία στο δρόμο προς τη βαθύτερη νοητική του ζωή.
Σε έναν βαθμό, επιχείρησα να μεταφέρω κάτι από τις σκέψεις μου, αλλά καθώς πρόκειται για λογοτεχνία, το κυριότερο μέλημά μου ήταν να παρουσιάσω έναν χώρο όπου -με λίγη τύχη- αρκετοί αναγνώστες θα έβρισκαν την αφορμή να νιώσουν ή να σκεφτούν κάτι δικό τους.
Η αφήγηση των κειμένων γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, συχνά με ημερολογιακό ύφος, ή με τη μορφή γράμματος. Βοηθάει κάτι τέτοιο στην εξωτερίκευση των σκέψεων ενός συγγραφέα;
Κ.Χ.: Νομίζω ότι μου ταιριάζει περισσότερο. Μάλλον, είναι πιο άμεσο -αν και δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει πώς θα το βιώσει ένας αναγνώστης. Σίγουρα, η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο έχει τις δικές της ισορροπίες. Όμως, πιστεύω ότι συνήθως δεν πετυχαίνει κανείς να γράψει κάτι που να λειτουργεί ως ιστορία, εάν ο στόχος του είναι να εκφράσει καθαρά και με ακρίβεια τις προσωπικές του σκέψεις -εννοείται πως ο καθένας που γράφει θέλει να πει κάτι, όμως κατά βάση, κανείς δεν ενδιαφέρεται για ένα βιβλίο, εάν δεν πει κάτι στον ίδιο, και είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι αυτός που διαβάζει νοιάζεται (συνειδητά ή ασυναίσθητα) να ανακαλύψει πράγματα για τον εαυτό του και όχι για εκείνον που έγραψε το κείμενο.
Εκτός από συγγραφέας προφανώς είστε και αναγνώστης. Ποιο είναι το είδος λογοτεχνίας που προτιμάτε; Η λογοτεχνία τρόμου/φανταστικού πότε μπήκε στη ζωή σας; Θυμάστε ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο του είδους που διαβάσατε; 
 

Κ.Χ.: Περιέργως, στην απάντηση μου θα υποστηρίξω ταυτόχρονα πως δεν με εκφράζει ο όρος «λογοτεχνία τρόμου» (ή φανταστικού) για τα κείμενά μου (παρόλο που εκδοτικά συνηθίζεται ως όρος, έχει και πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα αυτό…), αλλά και ότι το πρώτο βιβλίο που με ώθησε να θέλω να γράψω και εγώ ήταν από έναν συγγραφέα που αυτοπροσδιοριζόταν ως συγγραφέας λογοτεχνίας τρόμου. Πρόκειται για τον Λάβκραφτ. Είχα δανειστεί μια συλλογή διηγημάτων του, προς το τέλος της τρίτης Λυκείου.

Όσον αφορά το είδος που προτιμώ να διαβάζω… νομίζω ότι μπορεί γενικά να προσδιοριστεί ως ψυχολογική λογοτεχνία. Ο συγγραφέας που με απασχόλησε πιο πολύ από κάθε άλλον ήταν σίγουρα ο Φραντς Κάφκα.

Η φαντασία σας και η ανάγκη να καταγράψετε όσα αυτή δημιουργούσε ήταν έντονη από τα παιδικά σας χρόνια ή έγινε αισθητή αργότερα; Οι εκθέσεις σας, στο σχολείο αποτύπωναν την συγγραφική σας ικανότητα; Πότε καταλάβατε ότι μπορείτε να γράψετε;
Κ.Χ.: Όσον αφορά το τελευταίο σκέλος της ερώτησης σας, έκανα την πρώτη προσπάθεια μου, όταν διάβασα το βιβλίο που ανέφερα παραπάνω, με διηγήματα του Λάβκραφτ. Ωστόσο, ήταν στο τέλος του πρώτου έτους των πανεπιστημιακών σπουδών μου, που έγραψα μερικά σύντομα διηγήματα, τα οποία τότε πίστευα ότι αποτελούν κάτι άξιο λόγου -αν και χάθηκαν στην συνέχεια, θυμάμαι τις πλοκές τους. Στα 25 έγραψα το παλιότερο από τα διηγήματα μου που υπάρχει κάπου τυπωμένο.

Όσον αφορά τις εκθέσεις στο σχολείο, δεν θυμάμαι σχεδόν καμία και είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν παρουσίαζα κάτι ευφάνταστο ή ξεχωριστό. Ίσως, σε μερικές εκθέσεις στην αγγλική γλώσσα.

Ως προς το γράψιμο, στα παιδικά χρόνια, να πω ότι δεν έγραφα καθόλου, και η κατεύθυνση μου ήταν σαφέστατα διαφορετική, το μάθημα που με ενδιέφερε ήταν τα μαθηματικά, και ζούσα στην φαντασία μου διάφορες πλοκές, όμως ποτέ δεν θα προσπαθούσα να τις καταγράψω. Με αφορμή την ερώτηση σας νομίζω πως θυμήθηκα ότι κάποτε, ίσως στην πέμπτη δημοτικού, επιχείρησα να γράψω ένα διήγημα, όμως το εγκατέλειψα -μάλλον επειδή κινούμουν στην φαντασία με τρόπο που δεν ήταν συμβατός με την αφήγηση. Πάντως, ναι, στο δημοτικό είχα έντονη φαντασία, και συχνά εικόνες από εκείνη εμφανίζονται στα τωρινά μου κείμενα.

Ποιος είναι ο πρώτος που διαβάζει τα διηγήματα σας; Αν ακούσετε αρνητικά σχόλια από αυτό το άτομο, στεναχωριέστε; Αλλάζετε την πλοκή, αν άτομο της εμπιστοσύνης σας πει ότι κάτι δεν του αρέσει; 
 

Κ.Χ.: Κατά καιρούς υπήρχαν τέτοια άτομα, που τα διάβαζαν πρώτα. Πλέον, αυτό συμβαίνει σχεδόν αποκλειστικά με έναν-δύο συναδέλφους λογοτέχνες.

Επηρεάζομαι μόνο αρνητικά, και από δικό μου λάθος. Δηλαδή, εάν συμβεί να βιαστώ να δείξω κάτι κάπου, ενώ δεν έχω σταθερή γνώμη για την αξία του. Συχνά, έχω απορρίψει κείμενα μου με αφορμή αρνητική γνώμη άλλου, όμως αυτό δε συμβαίνει όταν πρόκειται για κάτι που το θεωρώ ήδη καλό (και πάλι μπορεί να μην αρέσει σε κάποιον άλλο, όμως σε αυτή την περίπτωση η γνώμη μου δεν αλλάζει).

Μετά από μια απαιτητική μέρα με σωματική και πνευματική κούραση, προτιμάτε να χαλαρώσετε με ένα βιβλίο, μια ταινία ή να βρεθείτε με φίλους; Ξεχωρίσατε κάτι τελευταία;
Κ.Χ.: Διαβάζω πολύ λιγότερο απ’ όσο πρέπει -εδώ και μερικά χρόνια. Συνήθως, χαλαρώνω πηγαίνοντας μια επίσκεψη σε φιλικά άτομα, ιδίως αν η κούραση ήταν από νοητική εργασία.
Πόσο έχετε επηρεαστεί από τη μελέτη σας πάνω στον Φραντς Κάφκα; Έχετε δανειστεί στοιχεία της γραφής του; Τι σας γοητεύει στο έργο του;

Κ.Χ.: Πάρα πολύ. Έχω διαβάσει όλο το έργο του που έχει τυπωθεί στην γλώσσα μας και στα αγγλικά. Λογοτεχνία, επιστολές, ημερολόγια. Στην αρχή των σπουδών μου ήταν ένα πρότυπο. Στην πορεία κινήθηκα προς μια κάπως διαφορετική κατεύθυνση, αν και πιστεύω πως ό,τι αναγνωρίζουμε ως πρότυπο ήταν ήδη κομμάτι μας (δεν είχαμε ποτέ μια ταύτιση με έναν άλλο άνθρωπο, συνεπώς αυτά που είδαμε ήταν μέσα μας εξ αρχής).

Το πιο γοητευτικό στα κείμενα του Κάφκα, κατά την γνώμη μου, είναι πως υπάρχει μέσα τους ζωή. Δεν είναι συναρμολογήσεις λέξεων, αλλά ανάσες, έστω και αν ανασαίνει κανείς σε παγερή ατμόσφαιρα.

Δεδομένου ότι εργάζεστε ως εκπαιδευτικός και υπάρχει επαφή με παιδιά, πιστεύετε ότι η ανάγνωση βιβλίων, ως χόμπι, βοηθάει τα παιδιά να διαμορφώσουν χαρακτήρα, να επεκτείνουν το λεξιλόγιο ή τη φαντασία τους; Βλέπετε διαφορά στην ωριμότητα ανάμεσα σε παιδιά που διαβάζουν και παιδιά που δεν πιάνουν ποτέ βιβλίο λογοτεχνίας στο χέρι τους; 
Κ.Χ.: Εργάστηκα ως τώρα ως εκπαιδευτικός σε βιβλιοθήκες, και άλλους χώρους παρουσίασης σεμιναρίων. Μόλις δύο φορές, το πρόγραμμα είχε ως κοινό παιδιά, ενώ όλες τις άλλες (ίσως είκοσι, από το 2014) το κοινό ήταν ενήλικες.
Η ερώτηση σας είναι πολύ καλή, όμως η προσωπική μου αίσθηση είναι πως απέναντι σε ένα παιδί είναι πολύ πιο δύσκολο κανείς να παρουσιάσει κάτι αυτοτελές ή ανεξάρτητο από την φαντασία και τις σκέψεις που ήδη έχει το παιδί, ενώ οι ενήλικες είναι –εύλογα- σε καλύτερη θέση, ώστε να ακούσουν αυτά που λέγονται πιο αποστασιοποιημένα, και να τα εντάξουν στις δικές τους σκέψεις με πιο λογικό τρόπο, και να τα συζητήσουν. 
Μια φράση του Κάφκα, σε ημερολογιακή του σημείωση, είναι ότι «ο δάσκαλος έχει την θεωρητική σιγουριά, ο μαθητής έχει την αληθινή», κάτι που από τα συμφραζόμενα θεωρώ ότι σήμαινε πως απέναντι σε ένα παιδί ένας «δάσκαλος» αναπόφευκτα, εξ αρχής, συνδέεται με μια μεγαλοποιημένη έννοια της γνώσης.

Βέβαια, αυτό ισχύει για τα πολύ μικρά παιδιά, στο δημοτικό. Στο γυμνάσιο-λύκειο παρατηρείται η άλλη πλευρά του νομίσματος, δηλαδή η απαξίωση.

Συνέντευξη Κυριάκος Χαλκόπουλος

Ποια είναι η σχέση σας με το αναγνωστικό κοινό και τις “κριτικές”; Πού μπορεί να σας βρει κάποιος;

Κ.Χ.: Νομίζω ότι όλοι όσοι γράφουν θέλουν να βλέπουν ή να ακούν κριτικές, αρκεί να είναι καλοπροαίρετες… Μπορεί κανείς να επικοινωνήσει μαζί μου στις σελίδες μου:
 
Kyriakos Chalkopoulos (Κυριάκος Χαλκόπουλος)

 

Κλείνοντας θέλετε να δώσετε μια ευχή/συμβουλή στους αναγνώστες μας;

Κ.Χ.: Εύχομαι ο καθένας να είναι είτε όπως του είναι ευχάριστο, είτε -εάν απαιτηθεί κάποια μεταμόρφωση για να το πετύχει- η χρυσαλίδα να του είναι βολική…!

Σας ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία, καλή συνέχεια και στην προσπάθεια των Θεματοφυλάκων!

 

Καλή και δημιουργική συνέχεια απ’ όλους μας.

Επεξεργασία εικόνας: Παναγιώτα Γκουτζουρέλα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here