Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου, 2020
More
    Αρχική Συνεντεύξεις Συνέντευξη - Αντωνία Θεοχαρίδου

    Συνέντευξη – Αντωνία Θεοχαρίδου

    -

    Συνέντευξη – Αντωνία Θεοχαρίδου

    Ρωτάει ο Δημήτρης Μπουζάρας

    Σήμερα στους Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών, ο Δημήτρης Μπουζάρας μάς συστήνει τη συγγραφέα Αντωνία Θεοχαρίδου. Ελάτε να τη γνωρίσουμε.

    Συνέντευξη

    Έχετε επηρεασθεί από προγενέστερους θεατρικούς συγγραφείς και ποιοι είναι αυτοί; Υπάρχει κάποιος που ξεχωρίζετε και για ποιους λόγους;

    Συνέντευξη – Αντωνία Θεοχαρίδου

    Α.Θ. Αναζητώντας μια απάντηση στην ερώτησή σας, επέστρεψα στα παιδικά μου χρόνια και ζωντάνεψαν στη μνήμη μου ακούσματα από τη ραδιοφωνική εκπομπή «το Θέατρο της Δευτέρας», επίσης, σκηνές από επιθεωρήσεις και κωμωδίες περιοδευόντων θιάσων στην επαρχία, από θεατρικές παραστάσεις του Αριστοφάνη και του Σοφοκλή, και αργότερα, στα φοιτητικά μου χρόνια, αναλύσεις κειμένων Γάλλων συγγραφέων, Μολιέρου, Μπέκετ, Ιονέσκο. Όλες αυτές οι εμπειρίες άφησαν το αποτύπωμά τους στον τρόπο σκέψης και έκφρασής μου και, αφομοιωμένες πια, επηρεάζουν, ασυνείδητα, το ύφος και το περιεχόμενο των κειμένων που γράφω. Θα έλεγα ότι δυο έργα αγάπησα την εποχή που τα πρωτοείδα στο Κρατικό Θέατρο Θεσσαλονίκης, το «Κεκλεισμένων των Θυρών» του Σαρτρ και το «Περιμένοντας το Γκοντό» του Μπέκετ για το ιδιαίτερο στυλ τους.

    Είναι εφικτό ο συγγραφέας να παραμείνει ανεπηρέαστος από προγενέστερους του είδους;

    Α.Θ. Νομίζω πως όχι. Οι προγενέστεροι, στους οποίους οφείλουμε τους «χρυσούς κανόνες» της συγγραφής, έχουν βάλει ο καθένας τους τον προσωπικό του θεμέλιο λίθο στο οικοδόμημα της θεατρικής τέχνης, η οποία συνεχώς εξελίσσεται και εκσυγχρονίζεται. Η καλή γνώση αυτών των κανόνων μάς επιτρέπει να πειραματιστούμε με νέα εκφραστικά μέσα και υλικά, προκαλώντας μας να κάνουμε την υπέρβασή μας, ακροβατώντας πολλές φορές πάνω στο σκοινί της δημιουργίας και παίρνοντας το ρίσκο να βρεθούμε στο κενό. Όμως αυτή είναι η γοητεία της τέχνης, αυτός ο πειραματισμός είναι το λάδι στη φωτιά της έμπνευσης… που μπορεί να ανάβει, να σβήνει, να ξανανάβει… όσο αντέχει ο δημιουργός.

    Πόσο εύκολο για ένα συγγραφέα είναι να πλάσει ένα χαρακτήρα διαφορετικό από τον δικό του -πόσο μάλλον ένα χαρακτήρα με διαφορετικό φύλο- δίχως να του μεταδώσει κομμάτια του εαυτού του;

    Α.Θ. Νομίζω ότι για τον νέο συγγραφέα είναι δύσκολο – έτσι ήταν τουλάχιστον για μένα – να ξεφύγει από τον ίδιο του τον εαυτό και αυτό είναι βασανιστικό, γιατί ο νέος ζει με το άγχος της ταύτισής του με τους ήρωές του από το αναγνωστικό κοινό, με συνέπεια να βάζει περιορισμούς και όρια στην πλοκή και την εξέλιξη του μύθου. Αφού κι εγώ πέρασα από αυτή την πρώτη φάση, τώρα εκείνο που μ’ ενδιαφέρει είναι να πλάσω χαρακτήρες που δεν τους γνωρίζω, που μου είναι άγνωστοι, που υπάρχουν και κινούνται δίπλα μου, που επηρεάζουν τη ζωή μου και που θα ήθελα να τους γνωρίσω καλύτερα, να τους καταλάβω. Αυτό αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση για τον συγγραφέα και ένα ισχυρό κίνητρο για να αποφασίσει να περάσει χρόνο διερευνώντας αγνώστους κόσμους, γράφοντας με πάθος.

    Συνέντευξη – Αντωνία Θεοχαρίδου

    Πρωτότυπο και εξαιρετικά ενδιαφέρον το θεατρικό σας «Κάθε δεύτερη Τρίτη», από τις εκδόσεις Οσελότος, το οποίο απέσπασε το πρώτο βραβείο θεατρικού κειμένου στον 32ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Π.Ε.Λ. το 2014. Φυσικά  δε θα μπορούσα  να εξαιρέσω και τα υπόλοιπα θεατρικά σας για την ευρηματικότητα, το καλής ποιότητας χιούμορ, τον ευφυή τρόπο προσέγγισης των θεμάτων, επίσης για το αριστουργηματικό χτίσιμο των χαρακτήρων, την ικανότητά σας να εισάγετε τον θεατή-αναγνώστη στο κείμενο και το «μαγικό τρόπο» με τον οποίο καταφέρνετε να τον καταστήσετε κοινωνό των μηνυμάτων. Πώς προκύπτει μια ιδέα, πώς προέκυψε η συγκεκριμένη ιδέα για τη συγγραφή του «Κάθε δεύτερη Τρίτη»;

    Α.Θ. Το κείμενο αυτό το έγραψα όταν άρχισε η κρίση στην Ελλάδα. Ήταν τότε που άνθρωποι ικανοί, με πτυχία, όνειρα και προσδοκίες, βρέθηκαν πεταμένοι σαν σκουπίδια έξω από την αγορά εργασίας, έτσι απλά γιατί κάποιοι το αποφάσισαν γι’ αυτούς. Αυτό με συγκλόνισε και μου δημιούργησε συναισθήματα αγανάκτησης και θλίψης, τα οποία ζητούσαν τρόπο για να εκτονωθούν. Επίσης, στο «Κάθε δεύτερη Τρίτη» στηλιτεύεται η ευκολία και η ταχύτητα με την οποία οι άνθρωποι αλλάζουν ερωτικούς συντρόφους αποφεύγοντας να δεθούν μαζί τους. Τίποτε δεν είναι δεδομένο για κανέναν, διαπιστώνουν οι ήρωες του βιβλίου. Το θέμα είναι να το συνειδητοποιήσουμε και να μάθουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας και τους Άλλους.

    Έχετε γκάμα θεμάτων; Από πού αντλείτε έμπνευση και θέματα; Δουλειά ή ταλέντο;

    Α.Θ. Τα θέματα προκύπτουν κάθε στιγμή και γεννιούνται από τον προβληματισμό, τον φόβο, την αγωνία, την αγανάκτηση, τον θυμό γι’ αυτά που συμβαίνουν γύρω μας ή που πρόκειται να συμβούν. Άρα τα θέματα γεννιούνται από τα συναισθήματα, τα έντονα συναισθήματα και μάλιστα τα αρνητικά… και τα ακατανόητα. Σ’ αυτά ψάχνω να δώσω μια απάντηση, να επινοήσω μια λύση, να προτείνω μια άλλη οπτική… Όπως συνέβη με το «Κάθε δεύτερη Τρίτη», το «Πορτοκάλι Γλυκό» και τον «Δέκατο τρίτο Γάμο».

    Πώς μεταβιβάζεται στον θεατή κατά τη γνώμη σας καλύτερα η εσωτερική γραμμή του ρόλου; Βλέποντας τον ηθοποιό, με την πιθανότητα να μην πετυχαίνει η απεικόνιση -σύμφωνα με τη χαρακτηριστική εξωτερική του μορφή-, με επακόλουθο να μη μεταβιβάζει στο θεατή όλα όσα πρέπει, ή διαβάζοντας ένα θεατρικό και πλάθοντας ο καθένας με τη φαντασία του τον ηθοποιό και την εξωτερική του εμφάνιση;

    Α.Θ. Τα περισσότερα καλά θεατρικά κείμενα επιδέχονται πολλές ερμηνείες, όπως εξάλλου φαίνεται και από τις διαφορετικές σκηνοθετικές προσεγγίσεις που γίνονται κατά καιρούς. Θα απαντήσω στην ερώτησή σας στηριζόμενη στο θεατρικό μου κείμενο «Κάθε δεύτερη Τρίτη» το οποίο ανέβηκε στη σκηνή από δύο διαφορετικούς σκηνοθέτες και συζητήθηκε επίσης σε παρουσιάσεις και φιλικές συντροφιές: ο κάθε σκηνοθέτης και ο κάθε αναγνώστης το προσέγγισε με διαφορετικό τρόπο και εστίασε σε διαφορετικά σημεία του κειμένου. Νομίζω ότι η ανάγνωση ενός θεατρικού κειμένου καθιστά τον αναγνώστη συνδημιουργό του κειμένου, χαρίζοντάς του την ελευθερία να ταξιδέψει σε κόσμους που αυτός επιλέγει και να αναζητήσει τις απαντήσεις που του χρειάζονται. Βέβαια, από την άλλη, μια σοβαρή και ευφάνταστη σκηνοθετική δουλειά μπορεί να δώσει στο κείμενο άλλη διάσταση και να αναδείξει καλά κρυμμένα μυστικά του. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο σκηνοθέτης και ο ηθοποιός να δώσουν ζωή στους ήρωες μένοντας πιστοί στο κείμενο, στις αξίες και τις απόψεις του συγγραφέα.

    Συνέντευξη – Αντωνία Θεοχαρίδου

    Η κεντρική σύγκρουση, το διακύβευμα στο θέατρο, έχει γενικότερα να κάνει με τις ανθρώπινες σχέσεις, οι τόσο απλές και τόσο περίπλοκες. Τι είναι αυτό που τόσα χρόνια μας απασχολεί και λύση δε βρίσκουμε; Είναι τελικά τόσο περίπλοκες; Δεν μπορούμε να τις βάλουμε σε καλούπια;

    Α.Θ. Δεν πιστεύω ότι οι ανθρώπινες σχέσεις μπορούν να μπουν σε καλούπια από τη στιγμή που οι άνθρωποι δεν μπαίνουν σε καλούπια. Φανταστείτε πόσο ανιαρή θα ήταν η ζωή αν ήταν όλα προβλέψιμα! Και στο θέατρο, για μένα, τίποτε δεν είναι προβλέψιμο και αναμενόμενο. Όπως η ανθρώπινη φύση είναι πολυδιάστατη και ασταθής, έτσι και οι ήρωες δεν μπορούν παρά να είναι ασταθείς. Ο συγγραφέας τούς δημιουργεί, τους βάζει μέσα σ’ ένα πλαίσιο με κάποια δεδομένα και περιορισμούς, και – όσο κι αν ακούγεται αντιφατικό – τους αυτονομεί και τους δίνει την ελευθερία να δράσουν. Έτσι, τίποτε δεν είναι σίγουρο μέχρι το τέλος. Μέσα από το θέατρο, ίσως, μπορούμε να ανακαλύψουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, να δούμε τα πράγματα από μια άλλη οπτική, να μπούμε στη θέση του Άλλου, να προβληματιστούμε και να αναθεωρήσουμε στάσεις και απόψεις. Να κάνουμε, εν τέλει, ένα μικρό βήμα προς την αυτογνωσία και την αυτοπραγμάτωση.

    Από τα δύο βασικά θεατρικά είδη, την κωμωδία και το δράμα, ποιο είναι αυτό που σας γοητεύει και για ποιους λόγους;

    Α.Θ. Μου αρέσουν και τα δύο. Θα ήθελα να γράφω κωμωδίες, όμως δεν μπορώ να ξεφύγω από τα θέματα που έχουν να κάνουν με την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Προσπαθώ πάντως να προσεγγίσω το τραγικό με μια αίσθηση χιούμορ, ίσως για να το ξορκίσω. Κάποιες φορές τα καταφέρνω και τότε είμαι πολύ χαρούμενη.

    Πόσο εύκολο είναι για εμάς τους απλούς θεατές να διακρίνουμε την ποιότητα του θεατρικού έργου από την ποιότητα της παράστασης; (δυο-τρεις συμβουλές)

    Συνέντευξη – Αντωνία Θεοχαρίδου

    Α.Θ. Μερικές φορές, οι σκηνοθέτες επεμβαίνουν ανεπιτυχώς στα κείμενα για δικούς τους λόγους, καταστρέφοντας την ποιότητα του αρχικού κειμένου. Αν από ένα καλοδουλεμένο κείμενο αφαιρέσεις ή προσθέσεις έστω και μια λέξη, αυτό γίνεται αντιληπτό. Το διαβατήριο για μια πετυχημένη παράσταση είναι το  καλογραμμένο κείμενο. Ένα καλό κείμενο μένει στο μυαλό και την ψυχή του θεατή και τον συντροφεύει για τις επόμενες μέρες, δημιουργώντας του την επιθυμία να το συζητήσει και να το μοιραστεί με άλλους. Ένα καλό κείμενο μας διασκεδάζει, μας ταξιδεύει και μας αφήνει με την αίσθηση ότι η ζωή, τις περισσότερες φορές, δεν είναι τόσο τραγική όσο φαίνεται, και ότι η αποδοχή ύπαρξης διαφορετικών οπτικών για όλα τα θέματα προσφέρει εναλλακτικές και διεξόδους, και, ίσως, μας οδηγεί στην κάθαρση.

    Μυθιστόρημα (“Ευτυχώς που δεν με σκότωσες”, εκδόσεις Μαλλιάρης Παιδεία) και θεατρικό, δύο λογοτεχνικά είδη που έχετε ήδη υπηρετήσει. Θα βρίσκατε πολλές ομοιότητες και λίγες διαφορές, ή το αντίθετο;

    Α.Θ. Το θεατρικό κείμενο είναι ένα κείμενο ζωντανό, απαιτητικό, δυναμικό, γρήγορο, με έντονες συγκρούσεις, ανατροπές, συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα, μικρές και μεγάλες κορυφώσεις… κινείται στο εδώ και τώρα. Την δύναμή του την αποτελούν οι λέξεις, τα σημεία στίξης και οι σιωπές… Όλα πρέπει να γίνουν μέσα σε 80 αραιογραμμένες σελίδες και ανά πάσα στιγμή κινδυνεύεις να το χάσεις από τα χέρια σου, να πλατειάσεις, να χαλαρώσεις το ρυθμό, να χάσεις τον στόχο σου, να χάσεις τους ήρωές σου, και  κατά συνέπεια να χάσεις το ενδιαφέρον του θεατή.

    Το μυθιστόρημα σού επιτρέπει να ονειροπολείς, να ταξιδεύεις, να χαλαρώνεις, να δημιουργείς ωραίες εικόνες, να φιλοσοφείς, να μεταφέρεσαι στο χρόνο και τον τόπο, να δίνεις χρόνο για την εξέλιξη, να περιμένεις, να ελπίζεις, να ονειρεύεσαι…

    Η συγγραφή ενός θεατρικού κείμενου και ενός  μυθιστορήματος είναι δύο τελείως διαφορετικά εγχειρήματα, όμως το ίδιο γοητευτικά και ενδιαφέροντα. Εγώ, προσωπικά, προτιμώ το θέατρο γιατί είμαι ανυπόμονη εκ φύσεως και θέλω να δω την εξέλιξη των ηρώων μου και να πάρω άμεσα τις απαντήσεις στους προβληματισμούς μου. Παρ’ όλα αυτά, ένα θεατρικό κείμενο 80 σελίδων για να γραφτεί απαιτεί τον ίδιο χρόνο μ’ ένα μυθιστόρημα 400 σελίδων, ίσως και περισσότερο.

    Στην ελληνική γραμματολογία έχει καθιερωθεί η διάκριση της λογοτεχνίας σε ποίηση, πεζογραφία και θέατρο. Τα δύο τελευταία τα υπηρετείτε. Η ποίηση θεωρείτε πως είναι ένα πεδίο που ενδεχομένως θα θέλατε να πειραματιστείτε;

    Α.Θ. Δεν νομίζω ότι θα έγραφα ποίηση με τον ίδιο τρόπο που γράφω πεζογραφία. Ποιήματα γράφω σε στιγμές ψυχολογικής φόρτισης και μάλιστα στα γαλλικά, ίσως για να μην τα διαβάζουν όλοι… Όμως μέχρι εκεί. Τώρα θέλω να αφιερώνω τον χρόνο μου στη θεατρική γραφή.

    Συνέντευξη – Αντωνία Θεοχαρίδου

    Τι διαβάζετε συνήθως και τι τώρα;

    Α.Θ. Διαβάζω τα πάντα, ανάλογα με τη διάθεση. Αυτό τον καιρό, ξαναδιαβάζω την «Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» του Κούντερα.

    Τι ετοιμάζετε για το μέλλον;

    Α.Θ. Ετοιμάζω μια διασκευή κλασικού λογοτεχνικού έργου σε θεατρικό κείμενο για παιδιά και ένα θεατρικό για ενήλικες που έχει σαν θέμα… τι άλλο; τις διαπροσωπικές σχέσεις.

     

    Επιμέλεια κειμένου: Ζωή Τσούρα

    Επεξεργασία εικόνας: Παπαβασιλείου Χρυσούλα

    Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών
    Είμαστε μια ομάδα ανθρώπων που αγαπάμε τις λέξεις σε όποια τους μορφή κι αν τυπώνονται: άρθρα, ειδήσεις, λογοτεχνία, ποίηση και δραστηριοποιείται στο διαδίκτυο. Σας ενημερώνουμε για δραστηριότητες παλιές και καινούριες. Ελάτε μαζί μας να παίξουμε με τα λόγια που γράφονται!

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here