Τρίτη, 7 Απριλίου, 2020
More
    Αρχική Συνεντεύξεις Συνέντευξη Δέσποινα Χίντζογλου – Αμασλίδου

    Συνέντευξη Δέσποινα Χίντζογλου – Αμασλίδου

    -

    Συνέντευξη Δέσποινα Χίντζογλου – Αμασλίδου

    Ρωτάει ο Δημήτρης Μπουζάρας

    Σήμερα στους Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών, φιλοξενούμε την ιατρό και συγγραφέα Δέσποινα Χίντζογλου – Αμασλίδου. Ο συνεργάτης μας Δημήτρης Μπουζάρας, μέσα από τις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις του, μας γνωρίζει τη συγγραφέα και τo τελευταίο της βιβλίο.

    Συνέντευξη

    Θυμάστε τι ήταν το πρώτο που γράψατε και τι ανάγκες κάλυψε; Πώς γεννιέται ένας συγγραφέας;

    Δ.Χ.Α. Το πρώτο πράγμα που έγραψα ήταν μια αφήγηση με τίτλο “Το σπίτι μου το πατρικό”. Ήταν την εποχή που γκρεμίστηκε, για να γίνει στη θέση του μια πολυκατοικία. Δεν το είδε εκδότης, το κράτησα για μένα και κάθε φορά που το διαβάζω, δακρύζω.

    Ποίηση και Ιστορία, έχετε ασχοληθεί και με τα δύο, αγαπημένη σας όπως έχετε δηλώσει η Ιστορία. Παρ’ όλα αυτά σπουδάσατε Ιατρική. Πώς προέκυψε αυτό; Η αγάπη για την Ιστορία ήρθε αργότερα;

    Δ.Χ.Α. Οι γιατροί λένε… και γράφουν και ζωγραφίζουν. Έχουν ίσως μια επιθυμία να εκφραστούν, γιατί η ιατρική τούς φορτώνει με πολύ ανθρώπινο πόνο. Κι εγώ… και ζωγράφισα και έγραψα. Άρχισα με ιστορικά αφηγήματα σχετικά με τους πρόσφυγες γονείς μου, από την Καππαδοκία (“Στη σκιά μιας βερικοκιάς” και “Αμελές Γιοβάννης”). Παράλληλα έγραφα και τα ψυχογραφήματά μου (3 βιβλία: “Ψυχογραφήματα”, “Ψυχογραφήματα- Ψυχοποιήματα” και “Ομολογία ψυχής”), τα οποία είναι μικρά πεζά κείμενα και ποιήματα σε ελεύθερο στίχο, Μικρασιάτικα, βιωματικά, φιλοσοφικά και Βυζαντινά. Όμως παράλληλα, η ανταλλαγή των πληθυσμών κι η προσφυγιά των περήφανων Ελλήνων της Μικράς Ασίας έστρεψε το ενδιαφέρον μου στη Βυζαντινή Ιστορία, κι έτσι γεννήθηκε η αγάπη μου γι αυτήν (“Τα 1123 χρόνια της Ρωμανίας” και “Το δικό μας Βυζάντιο”).

    Τι είναι Ιστορία; Τι είναι αυτό που σας συναρπάζει σε αυτή; Επαναλαμβάνεται;

    Συνέντευξη Δέσποινα Χίντζογλου – Αμασλίδου

    Δ.Χ.Α. Όλοι αφήνουμε κάποιο αποτύπωμα κάπου, κι ας μη το γνωρίζουμε. Η ανθρωπότητα έχει μνήμη αλάθητη που κρύβεται στη γη, στη θάλασσα, στη γλώσσα και στην παράδοση. Όλα αυτά μαζί φτιάχνουν την Ιστορία.

    Όταν συνειδητοποίησα την αέναη εναλλαγή στη ζωή, άρχισα να ενδιαφέρομαι, να παρατηρώ την κοινωνία που αλλάζει, αλλά και την Ιστορία που επαναλαμβάνεται. Η μελέτη της όμως δεν είναι για μένα μια απλή γνώση. Κατά ένα περίεργο τρόπο δρα μέσα μου ευεργετικά. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Θουκυδίδης έλεγε ότι η ιστορία είναι φιλοσοφία μέσω παραδειγμάτων.

    Γράφουν την Ιστορία οι νικητές; Μπορεί ο αναγνώστης να ελέγξει την ορθότητα, αντικειμενικότητα αυτών που διαβάζει; Με ποιους τρόπους;

    Δ.Χ.Α. Ο αναγνώστης δεν μπορεί να εκτιμήσει την αντικειμενικότητα. Μπορεί όμως ο καλός ερευνητής. Μελετώντας πολλούς ιστορικούς, μπορεί να πλησιάσει πολύ την αλήθεια, αν και πάντα κάπου θα κρύβεται κάποια υποκειμενικότητα, ανάλογα με την εθνικότητά του ή τη συμπάθειά του. Όσον αφορά το αν γράφουν οι νικητές την ιστορία, θα έλεγα ότι ισχύει το ίδιο και για τους νικημένους.

    Γράφει ο καθένας τη δική του εκδοχή. Ας μην ξεχνάμε ότι τον βασιλιά και τον αυτοκράτορα, στην αρχαιότητα και στον μεσαίωνα, ακολουθούσαν στις εκστρατείες οι δικοί τους ιστορικοί, που ήταν οι πολεμικοί ανταποκριτές της εποχής και που τα κείμενά τους έπρεπε να ικανοποιούν τον ηγεμόνα. Επομένως πρέπει να διαβάζουμε από διάφορες πηγές.

    Ένα ιστορικό μυθιστόρημα είναι φτιαγμένο με «παλιά υλικά», ανιχνεύει όμως το σήμερα; Τι κερδίζουμε από αυτή την αναμόχλευση; Τι κερδίσατε εσείς μέσα από τη μελέτη της ιστορίας, τι σας συναρπάζει και τι είναι το πολυτιμότερο που αποκομίσατε από αυτή τη μελέτη;

    Δ.Χ.Α. Με το ιστορικό μυθιστόρημα, ο συγγραφέας μπορεί να ζωντανέψει ιστορικές στιγμές, να τις κάνει ρεαλιστικές μέσα από τις περιγραφές και φυσικά να διδάξει με τρόπο ευχάριστο κι αυτό είναι μεγάλο κέρδος. Εγώ βέβαια προτίμησα το ιστορικό διήγημα και την Ιστορία, με τη χρονολογική αφήγηση να συνοδεύεται από σχόλια μεγάλων ιστορικών. Το κέρδος μου από αυτή τη μελέτη είναι η φιλοσοφική θεώρηση της ζωής, οι εικόνες που έφτιαξα για τον αναγνώστη: με ναυμαχίες, επαναστάσεις, εορτασμούς και ανθρώπινες ιστορίες, και η επιβεβαίωση του ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται…

    Γιατί επιλέξατε σε αυτό το βιβλίο σας να εξιστορήσετε την ιστορία της Βενετίας;

    Δ.Χ.Α. Η Βενετία ήταν η κόρη-πριγκίπισσα στα πράσινα νερά της λιμνοθάλασσας και η Κωνσταντινούπολη η μάνα-βασίλισσα στα νερά του Βοσπόρου, που την προίκισε παραχωρώντας της τα λιμάνια της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας. Η μεταξύ τους αγάπη, που γρήγορα, μετά την Δ΄ Σταυροφορία, μετατράπηκε σε άσβεστο μίσος, αλλά και μετά ο κοινός αγώνας τους εναντίον των Τούρκων, μονοπώλησαν το ενδιαφέρον μου και έγιναν η αφορμή για να γράψω το βιβλίο αυτό, με απώτερο σκοπό να μοιραστώ τη γνώση με τους φιλίστορες αναγνώστες.

    Άλλη εποχή, άλλοι άνθρωποι – θεωρείτε ότι έχουμε κοινά με τους ανθρώπους της εποχής που περιγράφετε, θα αντιδρούσαμε παρόμοια σε παρόμοιες καταστάσεις, έχουμε τις ίδιες αντοχές;

    Δ.Χ.Α. Δεν νομίζω ότι άλλαξαν οι άνθρωποι και οι πρακτικές τους. Οι ίδιες ύποπτες συμμαχίες, οι ίδιες καταχθόνιες διπλωματικές κινήσεις, οι ίδιες προδοσίες, η ίδια βία και προπαντός η ίδια αλαζονική εξουσία…

    Την εποχή εκείνη, όλα γίνονταν στο όνομα του Θεού, σφαγές, δολοφονίες, δολοπλοκίες, πόνος και άδικος πόλεμος. Η αιτία όμως ήταν διαφορετική, κατά τους ιστορικούς ήταν η απόκτηση πρώτα από όλα ισχύος, οικονομικής -στρατιωτικής-πολιτικής, το ίδιο γίνεται και στις μέρες μας. Από τότε πέρασαν εκατοντάδες χρόνια «πολιτισμού», τότε ήταν Μεσαίωνας (έως τον δεύτερο βενετο-τουρκικό πόλεμο, το 1499 μ.Χ.), σήμερα;

    Δ.Χ.Α. Πράγματι, με μέσο τη θρησκεία και σημαία το όνομα του Θεού, χύθηκε πολύ αίμα. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι πάντα το κίνητρο του πολέμου ήταν η ισχύς και ο πλούτος. Πρώτα είχαμε την κάθοδο των βαρβάρων (προς τον πλούσιο και ζεστό Νότο), μετά την κάθοδο των Σταυροφόρων προς την πλούσια Ανατολή με απώτερο σκοπό την ίδρυση κρατιδίων… μετά τους ατέλειωτους πολέμους στην Ιταλία και την Ευρώπη, για το ποιος θα επιβληθεί σε ποιον, και η ιστορία συνεχίζεται ίδια αιώνες τώρα. Δεν νομίζω ότι άλλαξε τίποτε.

    Διαβάζοντας την Ιστορία γενικότερα, διαπιστώνουμε πως πάνω από τις πλάτες του λαού μας πέρασαν τόσα και τόσα δεινά, τόσοι και τόσοι αφέντες. Το στενάχωρο είναι πως η κατάσταση μοιάζει να μη διαφέρει ακόμη και σήμερα.

    Ποιο κατά τη γνώμη σας είναι το συστατικό της συνταγής που κράτησε αυτό τον λαό όρθιο και εν ζωή;

    Δ.Χ.Α. Πράγματι, τόσοι δυνάστες, τόσοι κατακτητές κι εμείς ακόμη βαστάμε. Μάλλον είναι που η Ελλάδα δεν είναι απλό κράτος, είναι κυρίως ιδέα. Και επίσης ότι η ιστορική της ύπαρξη δεν περιορίζεται στα γεωγραφικά της όρια.

    Η πολιτική της βενετικής δημοκρατίας διαμορφωνόταν πάντοτε βάσει των εμπορικών και οικονομικών συμφερόντων στην ελληνική ανατολή. Η Γαληνοτάτη δημοκρατία είχε υιοθετήσει την τακτική του διπλωματικού καιροσκοπισμού, μια προς το Βυζάντιο και κατόπιν προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία (όπως και προς τα άλλα ιταλικά κρατίδια της εποχής), ήταν σωστή και αποδοτική τακτική για τα δεδομένα της εποχής (;) ή μήπως η τακτική αυτή ήταν ο καθοριστικός παράγοντας που συνετέλεσε για να επέλθει το τέλος της;

    Με την τακτική της ουδετερότητας, η Βενετία κατάφερε να επιβιώσει μέσα στην ευρωπαϊκή αναταραχή της εποχής με τους ατέλειωτους πολέμους και τα καμώματα της Παπικής έδρας, και με τον στόλο της (εμπορικό και πολεμικό) να πλουτίζει και να κυριαρχεί. Όσον αφορά τους Οθωμανούς, τους αντιμετώπισε γενναία χωρίς ουσιαστική βοήθεια από τους Ευρωπαίους, που ως γνωστόν, την εγκατέλειπαν την τελευταία στιγμή. Το τέλος της ήταν άδοξο και ντροπιαστικό. Παραδόθηκε στον Ναπολέοντα, χωρίς να ρίξει ούτε μία τουφεκιά. Πολλοί σχολιαστές λένε ότι το επόμενο βήμα της δύναμης είναι η αλαζονεία, το επόμενο της αλαζονείας είναι η παρακμή και μετά την παρακμή έρχεται το τέλος.

    Η άλωση της Χαλκίδας το καλοκαίρι του 1470, του ισχυρότερου εκείνη την εποχή προγεφυρώματος της Βενετίας στην Ελληνική Ανατολή, προκάλεσε «σοκ και δέος» θα λέγαμε σε ολόκληρη τη Δύση. Οι δυο τιτάνες της εποχής, οι Βενετοί και οι άπειροι στη θάλασσα αλλά ισχυροί Οθωμανοί, συγκρούονταν στα σπλάχνα της Ελλάδας. Όπου χορεύουν οι ελέφαντες την πληρώνουν τα μυρμήγκια, λένε, αυτός ο χορός δυστυχώς συνεχίζεται ακόμη και σήμερα στη γειτονιά και στην αυλή μας. Θεωρείτε πως θα καταφέρουμε ποτέ σταματήσουμε αυτό τον  χορό (;) ή θα συνεχίζουμε στο διηνεκές να τρέχουμε σαν μυρμήγκια φοβισμένα να αποφύγουμε τις τεράστιες πατούσες των ελεφάντων;

    Συνέντευξη Δέσποινα Χίντζογλου – Αμασλίδου

    Δ.Χ.Α. Και οι άλλες αναμετρήσεις των Βενετών (Κρήτη, Κύπρος, Ναύπακτος) ήταν τρομακτικές και αποκαλυπτικές για το είδος των τότε αναμετρήσεων. Όσον αφορά τους “ελέφαντες”, πιστεύω ότι πάντα θα μας απειλούν και πάντα κάπως… θα τους ξεφεύγουμε.

    Ένας από τους λόγους που η Βενετία κατέκτησε την Ελλάδα, ο κυριότερος ίσως, ήταν το διαμετακομιστικό εμπόριο, το καίριο σημείο που βρισκόταν και ευτυχώς βρίσκεται ακόμη η χώρα μας. Ούτε τότε, αλλά ούτε και τώρα φαίνεται πως μπορούμε να εκμεταλλευτούμε όλα αυτά που μας προσφέρει απλόχερα αυτός ο τόπος, είτε πρόκειται για τη γεωγραφική θέση, ορυκτό πλούτο κλπ.

    Αν δεχθούμε πως τότε η κατάσταση της Ελλάδας για διαφόρους λόγους δεν της επέτρεπε να μπορέσει να διαχειρισθεί, να επιλέξει, να καθορίσει, να ορίσει, την τύχη και τη μοίρα της, θεωρείτε πως μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο στις μέρες μας, έχει κάτι αλλάξει από τότε, και αν όχι, ποιος είναι αυτός ο παράγοντας που δεν της το επιτρέπει;

    Δ.Χ.Α. Οι Έλληνες προτιμούσαν τους Βενετούς ως κατακτητές, επειδή ήταν ομόθρησκοι, αλλά πολλές φορές το μετάνιωσαν, γιατί αποδείχθηκαν πολύ σκληροί. Το αν θα μπορέσει κάποτε η Ελλάδα να διαχειριστεί αυτά που της ανήκουν, είναι ένα ερώτημα… ή ένας γρίφος. Θα εξαρτηθεί από την ικανότητα των πολιτικών της και από τα σχέδια των “ελεφάντων”…

    Θεωρείτε πως όλη η περίοδος που η Γαληνοτάτη δημοκρατία ήταν εδραιωμένη στην Ελλάδα είχε μόνο αρνητικές επιπτώσεις;

    Δ.Χ.Α. Φυσικά και όχι. Άφησε κτίσματα, πολιτισμό και τέχνη, άφθονα όλα.

    Τι διαβάζετε συνήθως και τι αυτή την περίοδο;

    Δ.Χ..Α. Λίγη ποίηση, και ΙΣΤΟΡΙΑ.

    Τι ετοιμάζετε για το μέλλον;

    Δ.Χ.Α. Προς το παρόν… ησυχάζω, δεν σχεδιάζω.
    Η επιθυμία και το θέμα έρχονται ξαφνικά και αβίαστα, όπως όλες οι ιδέες!

    Συνέντευξη Δέσποινα Χίντζογλου – Αμασλίδου

    Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Μπουζάρας

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here