Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου, 2020
More
    Αρχική Συνεντεύξεις Συνέντευξη - Γιάννης Κυζιρόπουλος

    Συνέντευξη – Γιάννης Κυζιρόπουλος

    -

    Συνέντευξη – Γιάννης Κυζιρόπουλος

    Σήμερα καλούμαι να φέρω στο φως κάποιες απ’ τις σκοτεινές αλήθειες ενός φίλου συγγραφέα με τον οποίο μοιραζόμαστε πολλές λογοτεχνικές ανησυχίες. Ο λόγος για τον ξεχωριστό Γιάννη Κυζιρόπουλο.

    Ρωτάει η Χαρά Δελλή 

    Συνέντευξη

    Γιάννη, καλησπέρα. Καλώς σε βρίσκω στην παρέα μας και κάθε επιτυχία στο νέο σου βιβλίο. Πριν λίγα χρόνια «Από μέσα πεθαμένοι» και τώρα «Στη γη της αιώνιας θλίψης».

    Φοβήθηκες κάτι θίγοντας απόλυτες έννοιες, όπως ο έρωτας και η απώλεια; Παίζουν σημαντικό ρόλο στην ύπαρξή σου η ελευθερία, η αγάπη, η αλήθεια, η μοίρα; Τι σχέση έχεις με πιο σκληρές εκφάνσεις της καθημερινότητας, όπως η νοσταλγία, η μοναξιά, η εκδίκηση, ο πόνος και η βία; Τι σε κάνει κυνικό; Παράφρονα; Τι μπορεί να σε βουλιάξει σε θλίψη; Τι μπορεί να σου χαρίσει ανοσία στη μιζέρια; Αν δεχτούμε πως την κάθε ψυχική επένδυση και δόσιμο τα διαδέχονται η απώλεια και η θλίψη της καρδιάς, με ποια δικαιολογία ή ψευδαίσθηση “οφείλουμε” να τα δοκιμάσουμε;

    Γ.Κ.: Καλησπέρα Χαρά, σε ευχαριστώ πολύ για την τιμή που μου κάνεις με τη συνέντευξη αυτή!

    Το να πέσεις δεν είναι τρομερό, το να μη θέλεις όμως να σηκωθείς είναι ολέθριο, είπε κάποτε ο Βίκτωρ Ουγκώ. Η ύπαρξη, εν γένει, είναι δύσκολη κι επώδυνη, είναι όμως προτιμότερη η μη ύπαρξη; Η απομόνωση και η παράδοση άνευ όρων στη μιζέρια; Νομίζω πως όσο κι αν φοβόμαστε, πρέπει να μαχόμαστε καθημερινά για ζωή, και όχι απλά για επιβίωση.

    Το μόνο που φοβάμαι, γράφοντας, είναι το να μην αποδώσω κάτι στο απόλυτό του. Το να μην είμαι αυθεντικός και αληθινός στη γραφή μου. Γι’ αυτό, πρώτα ζω, παρατηρώ, διαβάζω και νιώθω, κι έπειτα γράφω.

    Δυστυχώς, δε νομίζω ότι διαθέτω αυτή την ανοσία. Σίγουρα, το γράψιμο και η αληθινή επικοινωνία -σε κάποιες στιγμές τους- είναι λυτρωτικά, όμως υπάρχει τόση αδικία, τόση ανισότητα, τόσος εγωισμός, τόση σκληρότητα και τόσο ουσιαστική ανελευθερία στον κόσμο σήμερα, που μου φαίνεται ουτοπικό το να μη βυθίζεται κανείς στη θλίψη.

    Από την άλλη, θέλω να πιστεύω πως αυτά ακριβώς είναι που μας χτίζουν και ατσαλώνουν τον χαρακτήρα μας· είναι απαραίτητα. Όταν σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη, έμενε στο διπλανό μου διαμέρισμα μια ηλικιωμένη κυρία -λιγάκι επαγγελματίας κατάσκοπος, αλλά γλυκύτατη κατά τ’ άλλα. Με έβλεπε κατά διαστήματα να μπαινοβγαίνω στο σπίτι σκοτεινιασμένος. Κάποτε μου χτύπησε την πόρτα, και δείχνοντας προς το στέρνο της, μου είπε, «Όταν έρχονται τα δύσκολα, να βγαίνεις μπροστά, και Εδώ, να λες, βαράτε».

    Σε γοητεύει να μελετάς τις ανθρώπινες αντιδράσεις σε απολυταρχικά καθεστώτα; Από πού άραγε πηγάζει η χολή για καθετί διαφορετικό, ξένο; Σε ποια συμπεράσματα έχεις οδηγηθεί σχετικά με τον έλεγχο των media πάνω στην ψυχολογία της μάζας για την απόκτηση εξουσίας; Πόσο ηρωική τείνει να είναι η επιβίωση και ποιοι είναι οι μεγαλύτεροι εχθροί της, κατά τη γνώμη σου; Για ποια πράγματα θεωρείς πως οφείλει ο καθένας μας να παλέψει, αν διαθέτει αυτοσεβασμό;

    Γ.Κ.: Νομίζω πως η χολή πηγάζει κυρίως από την ανασφάλεια, κι ανασφάλεια από την έλλειψη αγάπης, όταν αυτή ήταν αναγκαία στα πρώιμα στάδια της παιδικής ηλικίας.

    Με γοητεύει η μελέτη των ανθρώπινων συμπεριφορών, κινήτρων, ενστίκτων και αλληλεπιδράσεων σε ακραία κοινωνικά πλαίσια, διότι μόνο τότε απεκδύονται απόλυτα τον μανδύα της -αναγκαστικής- εναρμόνισης με τα πρέπει και τους νόμους της φαινομενικά «πολιτισμένης» μας κοινωνίας και φανερώνεται απροκάλυπτα η ωμή -και πολλές φορές αποκρουστική- πραγματική μας φύση.

    Η ίδια η καθημερινότητα απαιτεί ηρωισμό. Το να ζεις με ψίχουλα, δουλεύοντας σε απάνθρωπες συνθήκες, σαν σύγχρονος σκλάβος, σε μια εποχή που δε νοιάζεται κανείς πραγματικά, εν γένει, απαιτεί ηρωισμό. Το να είσαι γονιός που νοιάζεται, απαιτεί επίσης ηρωισμό. Ο αυτοσεβασμός και ο ηρωισμός έγκεινται στο να παραμένει κανείς άνθρωπος, νομίζω, και κάθε φορά που είναι να επιλέξει ανάμεσα στον άνθρωπο και το θηρίο, να επιλέγει το πρώτο -όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό.

    Διαβάστε την άποψή μας για το βιβλίο: Στη γη της αιώνιας θλίψης

    Βασιζόμενη στην κλασικότητα που αποπνέει η γραφή σου, αποστασιοποιήσου λίγο από το ότι εσύ υπογράφεις το βιβλίο αυτό και πες μας ένα χαρακτηριστικό του Esse που θα εντόπιζες στη συγκεκριμένη γραφή. Κι ένα του Kafka, κι ένα του Poe. Θα μπορούσες να καταλήξεις σε ένα κείμενό τους που να σε έχει επηρεάσει βαθιά από τότε που το διάβασες ως τώρα;

    Γ.Κ.: Αυτό που λες, είναι ό, τι πιο τιμητικό για μένα προσωπικά, και σε ευχαριστώ βαθιά.

    Ομολογώ πως δεν μπορώ να συλλάβω την αίσθηση που αφήνει η γραφή μου στον αναγνώστη, οπότε δεν τολμώ να απαντήσω σε αυτό. Μπορώ όμως να σου πω τα στοιχεία που ξεχωρίζω περισσότερο και έχω αποκομίσει αναγνωστικά από αυτούς τους 3 αγαπημένους μου λογοτέχνες.

    Συνέντευξη – Γιάννης Κυζιρόπουλος

    Καταρχάς, η γραφή του Πόε αποπνέει μια σκοτεινή ποιητικότητα, είναι έντονη και φορτισμένη, σαν να ζούσε μονίμως στα όριά του. Σε αυτήν του Κάφκα, λατρεύω την απόγνωση και την απελπισία που εκπέμπει η κάθε του πρόταση, κι αυτό γιατί είναι αυθεντική, το κεφάλι του θα πρέπει να ήταν ένα απαίσιο μέρος να ζει κανείς. Τέλος, ο Έσσε είναι ο αγαπημένος μου συγγραφέας όλων των εποχών. Αν είχα τη δυνατότητα να αποκτήσω το ταλέντο οποιουδήποτε συγγράφεα, θα επέλεγα το δικό του. Τον αγαπώ γιατί από τη μία έδειχνε βυθισμένος μέχρι το κούτελο στην αστική μιζέρια και πως υπέφερε από αυτό, και ταυτόχρονα έμοιαζε να έχει αποστασιοποιηθεί από τη ζωή και να έχει φιλοσοφήσει τα πάντα, να έχει αποκτήσει όλη τη σοφία του κόσμου. Ο «Λύκος της στέππας» ήταν αποκάλυψη για μένα, όταν το διάβασα στο λύκειο. Γενικά ο Έσσε είναι το καταφύγιό μου.

    Καταλήγεις πάντα στον μαγικό ρεαλισμό. Μίλησέ μας λίγο γι’ αυτόν. Πώς καταφέρνει και βγάζει το -ομολογουμένως- σκοτάδι απ’ την ψυχή σου και σε αποφορτίζει; Τι συμβαίνει όταν επέρχεται για σένα η λυτρωτική μέθεξη με τον αναγνώστη; Τι θα μας έλεγες πάνω στο μάλλον “ελεύθερο” τέλος που επέλεξες για την ιστορία σου, όταν στις λεπτομέρειες πολιτικής και ιστορικής φύσης ήσουν πιστός;

    Γ.Κ.: Καταρχάς, επέλεξα απολύτως συνειδητά να αφήσω ένα σχετικώς ανοιχτό τέλος, ως προς την ερμηνεία του. Ήθελα ο κάθε αναγνώστης να καταλήξει σύμφωνα με τα βιώματά του, το ασυνείδητό του και τη φαντασία του να καταλήξει εκεί όπου είχε ανάγκη. Μιλάω εκτενέστερα γι’ αυτό στο «Σημείωμα του Συγγραφέα» που θα υπάρχει στη 2η ανατύπωση του βιβλίου, η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες.

    Ο μαγικός ρεαλισμός συνδυάζει δύο πόλους· τον ρομαντισμό και τον ρεαλισμό. Ως αναγνώστης, και ως άνθρωπος εν γένει, βρίσκομαι μοιρασμένος ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους. Με ελκύει τόσο ο ωμός, σύγχρονος ρεαλισμός, ο νατουραλισμός, όσο και η μαγεία του ρομαντισμού, όπως πχ αυτή εκφράστηκε από τον Γκαίτε. Ο μαγικός ρεαλισμός, για μένα προσωπικά, είναι μια χρυσή τομή, καλλιτεχνικά. Έχει έναν ρομαντισμό απαλλαγμένο από την «αφέλεια» εκείνου της κλασικής λογοτεχνίας και έναν σκοτεινό ρεαλισμό που φλερτάρει με τα όρια του ανθρώπινου μυαλού. Αυτό με γοητεύει, με μαγνητίζει και με απελευθερώνει.

    Η μέθεξις που επιτυγχάνεται ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη, είναι όλη η ουσία του εγχειρήματος. Η αρχή και το τέλος. Κάπως έτσι δεν αγαπήσαμε όλοι τη λογοτεχνία; Διαβάσαμε κάτι που έκανε την ψυχή μας να αισθανθεί κάτι το υπερβατικό, το μεταρσιωτικό. Επικοινωνήσαμε απόλυτα με το έργο, και κατά συνέπεια, με τον δημιουργό του, ακόμη κι αν ζήσαμε σε άλλα μέρη, σε άλλη εποχή, και δε γνωριστήκαμε ούτε και θα γνωριστούμε ποτέ μαζί του. Νομίζω ότι αυτή είναι η ουσία της τέχνης. Και αυτήν κυνηγάω.

    “Οι ίδιες οι Μοίρες όρισαν τις χωροχρονικές τους συντεταγμένες φροντίζοντας για κάποιον πολύ σημαντικό λόγο, που μόνο εκείνες γνωρίζουν, να περιπλέξουν τα νήματα της ζωής διαφορετικών πλασμάτων με τον αριστοτεχνικό τους τρόπο…”

    Πιστεύεις πως η νομοτέλεια της ζωής τελικά περιορίζει τα όποια παράδοξά της; Ποιοι κοινωνικοί τομείς θα μπορούσαν να βελτιωθούν αρκετά, ώστε να μειωθεί κάπως η ανελευθερία, η μαζική αλλοτρίωση και η ναρκισσιστική αποβλάκωση;

    Γ.Κ.: Αν και θα ήθελα πολύ να μπορώ να το πιστέψω, δε θεωρώ ότι όλα γίνονται για κάποιο λόγο, ότι υπάρχει κάποιο πλάνο για τον καθένα μας. Ένα μικρό κομμάτι μου σχεδόν ελπίζει σε αυτό, αλλά είμαι υπερβολικά ορθολογιστής για να του το επιτρέψω. Νομίζω ότι όλοι πλάθουμε ένα προσωπικό παραμύθι για να μπορούμε να αισθανόμαστε κάπου πρίγκιπες και πριγκίπισσες. Οπότε θεωρώ τη ζωή μια σειρά από τυχαία, ατυχή και παράδοξα γεγονότα!

    Πιστεύω ότι όλα ξεκινούν από την οικογένεια. Από την πρώιμη παιδική μας ηλικία, που διαμορφώνει ουσιαστικά όλη μας τη μετέπειτα ζωή. Καθοριζόμαστε από τα ερεθίσματα, την αγάπη και τις συμπεριφορές που βιώνουμε τότε. Αν μπορεί κάπως -έστω και λίγο- να επέμβει η κοινωνία σε αυτό, είναι μέσω της παιδείας. Αλλά είμαστε σε μια εποχή που διαπραγματευόμαστε το αν είναι χρησιμότερα τα λατινικά από την καλλιτεχνική ενασχόληση, καλλιέργεια και έκφραση των παιδιών, επομένως δεν είμαι και πολύ αισιόδοξος για το αν υπάρχει θεραπεία για μια τόσο άρρωστη κοινωνία.

    Όπως έλεγε και ο Σιδηρόπουλος, «Έχε τον νου σου στο παιδί, γιατί αν γλυτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα».

    Τι θα χαρακτήριζες κοινωνική «τραγωδία» στην εποχή μας; Παρατηρείς λογοτεχνικές «τραγωδίες»; Πού έγκεινται; Να περιμένουμε κάποια στιγμή από τα βιβλία σου ένα ξεκάθαρο happy end ή θα παραμείνεις απόλυτος υποστηρικτής του real, tough end;

    Συνέντευξη – Γιάννης Κυζιρόπουλος

    Γ.Κ.: Ολόκληρη η εποχή μας δεν είναι μια τραγωδία; Όχι πως διαφέρει από την υπόλοιπη ανθρώπινη ιστορία ως προς αυτό· απλά διαφέρει ως προς τον τρόπο. Πότε ξανά ο άνθρωπος δεν είχε τόσα πολλά μέσα να ικανοποιήσει την αυταρέσκεια και τον ναρκισσισμό του. Αυτός είναι ο κύριος τρόπος χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Κυκλοφορούμε όλοι σαν αποβλακωμένοι πίθηκοι, που η μόνη τους έγνοια είναι να δείξουν ό, τι κάνουν στους άλλους. Ξυπνάμε, τρώμε, πίνουμε, βγαίνουμε και ταξιδεύουμε για να βγάλουμε μια φωτογραφία να δείξουμε στους άλλους. Ζούμε για τους άλλους. Δεν υπάρχει κάτι πιο τραγικό από αυτό, βασικά. Και τίποτα πιο βολικό από αυτό για τους λίγο πιο «έξυπνους» ή πονηρούς που μπορούν και εκμεταλλεύονται αυτή τη χυλωμένη μάζα εθελόδουλων νάρκισσων πιο μαζικά και πιο «δημοκρατικά» από ποτέ. Πρόκειται για μια δυστοπία εν τη γενέσει της. Τη βλέπουμε «live» στο Facebook.

    Είμαι 25 στα 26, το «ποτέ» είναι μεγάλη και ανόητη κουβέντα, αλλά προς το παρόν αισθάνομαι ότι πάντοτε θα με κερδίζει το «γλυκόπικρο» τέλος, γιατί κάπως έτσι θεωρώ πως είναι και η ζωή, αν καταφέρει και τη δει αποστασιοποιημένα κανείς.

    Ξεχώρισα κάποια απ’ τα αγαπημένα μου μουσικά κομμάτια που αναφέρεις μέσα στο βιβλίο. Για να εισχωρήσουμε λίγο βαθύτερα στην ψυχοσύνθεσή σου, θα μπορούσες να αντιστοιχίσεις το κάθε τραγούδι απ’ αυτά με ένα χρώμα και με ένα συναίσθημα που σου προκαλεί; Κι αν έπρεπε, μέσα από εκείνα, να απομονώσεις κάποιους στίχους με τους οποίους ταυτίζεσαι, ποιοι θα ήταν και γιατί;

    Crawl – Placebo

    The second you sleep – Saybia

    I fall apart – Rory Gallagher

    Creep – Radiohead

    Love in December – Club Eight

    Empty rooms – Gary Moore

    Love will come through – Travis

    Celia’s kiss – Kraked Unit

    Pale horses – Moby

    Flash – Joan Wasser

    Γ.Κ.: Α, αυτό είναι εύκολο· στα περισσότερα πάει γάντι το μαύρο. Αγαπώ όλα τα κομμάτια που χρησιμοποίησα, αλλά έχω ιδιαίτερη αδυναμία στο Flash, στο Love in December, στο Still Here, στο Ι Fall Apart, στο Exit και το The second you sleep, τόσο στιχουργικά όσο και για την μουσική ατμόσφαιρα που δημιουργούν, που ήταν υπεραπαραίτητη για τη συγγραφή του βιβλίου στα αντίστοιχα κεφάλαια.

    Τα 3 πρώτα που ανέφερα τα θεωρώ πάρα μα πάρα πολύ τρυφερά κομμάτια, ενώ τα 2 τελευταία εξίσου τρυφερά αλλά και εξοντωτικά σπαραξικάρδια. Με έχουν στιγματίσει όλα τους σαν άνθρωπο, και έχουν επηρεάσει ή καθορίσει και την ίδια τη γραφή μου.

    Για το κλείσιμο, θα ήθελα να σ’ ευχαριστήσω για τον χρόνο σου και να σου ευχηθώ οι σκέψεις σου να ντύνονται πάντα με λέξεις, δημιουργώντας υπέροχα εσωτερικά ταξίδια. Μια ευχή για το αναγνωστικό κοινό;

    Γ.Κ.: Ακόμη κι αν κάποιος αισθάνεται ότι αυτή τη στιγμή περιπλανιέται σακατεμένος στη γη της αιώνιας θλίψης, να μην το βάλει κάτω και να παλεύει μέρα με τη μέρα -εσωτερικά και εξωτερικά- για να δραπετεύσει σ’ εκείνο το μέρος όπου όλα θα πάνε καλά. Να χτίζει καθημερινά, πέτρα με την πέτρα, τον δικό του παράδεισο, γιατί κανένας άλλος δε θα το κάνει για κείνον. Και όσο το κάνει αυτό, να μην ξεχνάει να επαναλαμβάνει στον εαυτό του πως όλα θα πάνε καλά.

    Εύχομαι σε κάθε αναγνώστη να έχει γύρω του ανθρώπους να τον νοιάζονται όπως νοιάστηκαν ο Παύλος κι ο Ιάσονας τη Μαριάννα.

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here