Πέμπτη, Νοέμβριος 14, 2019
More
    Αρχική Συνεντεύξεις Συνέντευξη - Λίζα Μαμακούκα

    Συνέντευξη – Λίζα Μαμακούκα

    -

    Συνέντευξη – Λίζα Μαμακούκα

    Ρωτάει ο Δημήτρης Μπουζάρας

    Σήμερα στους Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών, φιλοξενούμε την Επίκουρη Καθηγήτρια Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π.Θ. και συγγραφέα, κυρία Λίζα Μαμακούκα. Απαντάει στις ερωτήσεις του συνεργάτη μας Δημήτρη Μπουζάρα.

    Πώς ήρθε η ιδέα να γίνετε συγγραφέας; Πότε θεωρείται κανείς συγγραφέας, πριν ή μετά την έκδοση; Ποιο είναι το πιο γοητευτικό στοιχείο στη δουλειά ενός συγγραφέα;

    Λ.Μ. Θα σας πω πώς μου ήρθε η ιδέα να εκδώσω τα λογοτεχνικά κείμενα που είχα γράψει από καιρό, επειδή το να γράψω λογοτεχνία δεν μου ήρθε σαν ιδέα, υπήρχε ανέκαθεν μέσα μου. Ίσως κι επειδή «εξ απαλών ονύχων» υπήρξα μανιώδης αναγνώστρια λογοτεχνίας. Βοήθησε πάρα πολύ, φαντάζομαι, και το ότι μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι γεμάτο βιβλία. Ανέκαθεν έγραφα: από το γυμνάσιο ακόμα, οι δύο τρόποι έκφρασής μου ήταν, κατά πρώτο λόγο το τραγούδι και κατά δεύτερο η συγγραφή. Με θυμάμαι να γράφω (απλοϊκά αλλά πολύ πονεμένα και απαισιόδοξα) ποιήματα στα 15 μου, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα μου, που με σημάδεψε βαθιά. Με θυμάμαι ακόμα να διασκευάζω ποιήματα στο μάθημα των Νέων Ελληνικών, έτσι για άσκηση, κλπ. Με θυμάμαι να γράφω σκετσάκια -όχι μόνο για να τα παίζω εγώ- στα μαθήματα θεάτρου που παρακολούθησα επί 10 χρόνια. Επίσης, αργότερα βέβαια, είχα δημοσιεύσει πολλά άρθρα σχετικά με λογοτεχνία σ’ ελληνικά και ξένα περιοδικά (Αγγλία, Γαλλία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Κύπρο…), καθώς και δύο μεγάλες μονογραφίες, πάντα σχετικά με λογοτεχνία. Τα είπα όλα αυτά για να απαντήσω στο β’ σκέλος της ερώτησής σας: θεωρώ πως η λογοτεχνία είναι σαφέστατα μια μορφή Τέχνης, άρα και ο συγγραφέας είναι καλλιτέχνης. Συνεπώς, όπως όλοι οι καλλιτέχνες, θέλει κι εκείνος να δείχνει τη δουλειά του, τολμάει να εκτίθεται στον αναγνώστη/ κριτή, με τον ίδιο τρόπο που ένας ηθοποιός ή ένας μουσικός παίζει μπροστά σε κοινό, ή ένας ζωγράφος ή γλύπτης παρουσιάζει τα έργα του σε μια γκαλερί. Άρα, η απάντηση είναι: Ναι. Συγγραφέας θεωρείσαι όταν αποφασίζεις να εκτεθείς.

    Ξαναγυρίζοντας λοιπόν στο α’ σκέλος της ερώτησης θα εξομολογηθώ πως η ιδέα να εκδώσω τη λογοτεχνική δουλειά μου ήρθε όταν, κάποια στιγμή, αποφάσισα ότι μετά από πάρα πολλά χρόνια που είχα αφιερώσει στο Πανεπιστήμιο (διοργάνωση ημερίδων, εκδηλώσεων, συναυλιών, διεύθυνση Μουσικής Ομάδας, κλπ.), καιρός ήταν να κάνω και κάτι για τον εαυτό μου. Πρωτοδημοσίευσα, λοιπόν, κάποιες ιστοριούλες μου στο περιοδικό «Θεσσαλονικέων Πόλις», χάρη στον δημοσιογράφο και συγγραφέα Κώστα Μπλιάτκα, που εκτίμησε και εμπιστεύτηκε τη γραφή μου, και μετά εξέδωσα αυτές τις δύο συλλογές. Όσο για το γ’ σκέλος, για μένα το πιο γοητευτικό στοιχείο είναι η περίοδος της δημιουργίας, η φάση όπου μια ιστορία σε κυνηγάει ακόμα και στον ύπνο σου, στη δουλειά σου, γίνεται εσύ και γίνεσαι εκείνη, ώσπου να τη «γεννήσεις» στο χαρτί ή στην οθόνη του υπολογιστή σου.

    Δύο βιβλία με διηγήματα, (Ζωολογικός κήπος τσέπης, Κουλούρια Θεσσαλονίκης, εκδόσεις Μέθεξις) μικρές ιστορίες με μεγάλο βάθος για το μπόι τους, τι σας γοητεύει σε αυτές; Γιατί όχι ένα μυθιστόρημα;

    Συνέντευξη – Λίζα Μαμακούκα

    Λ.Μ. Με γοητεύει αρχικά «το μπόι τους», όπως πολύ χαριτωμένα λέτε. Είναι για μένα μια πρόκληση η πυκνότητα λόγου, ο «φωτισμός» επιλεγμένων σκηνών, ο χρόνος που γενικά συστέλλεται (αναγκαστικά σ’ ένα διήγημα, που πρέπει να είναι σύντομο) αλλά συνάμα διαστέλλεται, όταν παρουσιάζονται οι επιλεγμένες στιγμές που προανέφερα. Αν κατάφερα, όπως λέτε, να τους δώσω και βάθος, ακόμα καλύτερα, γιατί αυτό ακριβώς ήταν το ζητούμενό μου: όχι απλά να διηγηθώ μια ιστοριούλα (μια συνάντηση σε λεωφορείο, π.χ.), αλλά να της δώσω και το απαραίτητο ψυχολογικό βάθος. Γι’ αυτό και προτείνω στους αναγνώστες να ξαναδιαβάζουν τα διηγήματά μου, γιατί η «ουσία» τους δεν φαίνεται με την πρώτη ανάγνωση. Στο διήγημα με γοητεύει επίσης και το στοιχείο της ανατροπής στο τέλος, κάτι που είναι ένας απ’ τους κανόνες του είδους. Γράφω σαν να «κλείνω παιχνιδιάρικα το μάτι» στον αναγνώστη μου, δίνοντάς του κάποια αδιόρατα στοιχεία για το τι θα γίνει. Τον προσκαλώ να παίξουμε μαζί στη διάρκεια του διηγήματος και να μαντέψει ή όχι το τέλος. Το μυθιστόρημα έχει άλλη «άπλα», σου δίνει χώρο να εκφραστείς, σου συγχωρεί ίσως και κάποια «φλυαρία» ή συναισθηματική φόρτιση, οι οποίες δεν χωράνε στο διήγημα. Ξεκίνησα την προσπάθεια έκδοσης της δουλειάς μου με μυθιστορήματα: έχω στο συρτάρι μου ένα ολοκληρωμένο εδώ και χρόνια, με τίτλο «ΔΙΑΓΩΓΗ ΚΟΣΜΙΩΤΑΤΗ», τελειώνω σύντομα ένα σπονδυλωτό ιστορικό μυθιστόρημα με τίτλο «ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΟΥ ΟΙ ΦΙΛΕΝΑΔΕΣ», και έχω στα σκαριά άλλο ένα, που αργεί ακόμα…

    Τι σας γοητεύει στους ανθρώπους και γράφετε τις πιθανές και απίθανες ιστορίες τους;

    Λ.Μ. Στους ανθρώπους με γοητεύουν τα πάντα: οι χάρες και τα κουσούρια τους, η μεγαλοσύνη και η μικροψυχία τους, η ευελιξία σκέψης και η στενομυαλιά τους, η εξυπνάδα και η βλακεία τους, η ομορφιά και η ασχήμια τους (εσωτερικές και εξωτερικές), ο άγγελος κι ο διάβολος που κλείνουν μέσα τους. ΟΛΑ με ελκύουν! Οι ιστορίες μου είναι, λοιπόν, εντελώς ανθρωποκεντρικές, όσο κι αν τα διηγήματα της πρώτης συλλογής  έχουν για τίτλους ονόματα ζώων. Σε μερικά (όπως π.χ. Η Μύγα, Ο Σκαντζόχοιρος, Το Χρυσόψαρο), τα μικροσκοπικά αυτά πλάσματα έχουν ρεαλιστική παρουσία στις ζωές των ανθρώπων, δρουν όμως καταλυτικά πάνω σ’  αυτές. Σ’ άλλα πάλι (όπως π.χ. Η Πεταλούδα, Το Ποντικάκι, ο Βάτραχος, Η Μέλισσα), τα ζωάκια έχουν καθαρά συμβολική αξία, πάντοτε όμως συνδέονται με τους ανθρώπους.

    Παίρνοντας λαβή από το πρώτο διήγημα της συλλογής (Κουλούρια Θεσσαλονίκης), πώς νοείτε την ελευθερία, είμαστε πραγματικά ελεύθεροι; Πόσο εύκολη ή δύσκολη είναι η επίτευξη της προσωπικής ελευθερίας;

    Λ.Μ. Όσο για την ελευθερία, σίγουρα δεν είμαστε ελεύθεροι, εφόσον ζούμε σε οργανωμένες κοινωνίες! Η ελευθερία μας περιορίζεται από την οικογένεια, το σχολείο, τη γειτονιά, τις σχέσεις μας, τη δουλειά μας, τον σύντροφό μας, τα παιδιά μας, τους ρυθμούς κυκλοφορίας της πόλης και χίλια μύρια άλλα. Πρέπει να παλεύουμε νυχθημερόν για τη συλλογική ελευθερία, μη λησμονώντας ότι η ελευθερία του κάθε ατόμου σταματάει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Η επίτευξη της προσωπικής μας, της εσωτερικής μας κυρίως, ελευθερίας, όπως ξέρουμε είναι ακόμα πιο δύσκολη. Μου θυμίσατε ένα πολύ παλιό τραγούδι από τους «Μουσικούς Αγώνες» της Κέρκυρας που είχε διοργανώσει τη δεκαετία του ’80 ο Χατζηδάκις. Έλεγε λοιπόν: «τα ‘πρέπει’ μ’έχουν πιάσει απ’ το λαιμό/ ενώ τα ΄θέλω’ το’βαλαν στα πόδια». Προσωπικά, όσο κι αν θεωρώ πως, από κάποιο σημείο της ζωής μου και μετά, έχω κάνει κάποια βήματα προς την ελευθερία μου, δυστυχώς ακόμα μ’αυτά τα ‘πρέπει’ παλεύω!

    Διακρίνω στα διηγήματά σας έλλειψη αγάπης των ηρώων προς τους εαυτούς τους. Αυτή η έλλειψη αγάπης και σεβασμού στον εαυτό τους μεταφράζεται σε εγωιστική εμμονή, η οποία τους απαγορεύει να ακούν τα θέλω του εαυτού τους, να κρύβουν πίσω από τις διάφορες κοινωνικές συμβάσεις το πνιχτό του κλάμα για ελευθερία, κάτι που κατά κόρον κάνουμε οι περισσότεροι. Αυτό όμως είναι η γενεσιουργός αιτία όλων των δεινών, ψυχικών και σωματικών. Τελικά χρειάζεται τόση πολλή δύναμη να γίνουμε ηχώ του εαυτού μας, να σηκώσουμε το ανάστημα, να πούμε «όχι, δεν θέλω αυτό, αλλά εκείνο», «δεν είμαι αυτός, αλλά ένας άλλος», να αναγνωρίσουμε επιτέλους τα συναισθήματά μας ως κάτι φυσικό, και να κατανοήσουμε πως αυτό που επιθυμούμε εμείς για τον εαυτό μας είναι πραγματικά το σωστό;

    Λ.Μ. Νομίζω πως λίγο-πολύ απάντησα στο β’ σκέλος της ερώτησης αυτής με όσα είπα προηγουμένως για τα ‘πρέπει’ και τα ‘θέλω’. Όσο για το α’ μέρος, ναι! Φαίνεται πως με ελκύει η ψυχολογία του loser που έχει το «ανθρωπάκι της διπλανής πόρτας», όπως είναι ο καφετζής από τη Μέλισσα, το ταλαιπωρημένο φανταράκι από τον Σκαντζόχοιρο, η υπηρέτρια της Μύγας, ο άνεργος Θωμάς στο λεωφορείο, οι απένταροι κι απελπισμένοι πανκ φοιτητές στο 1ο «Καφεδάκι», κλπ. Δεν τους βάζω όμως στο μικροσκόπιο για να τους εξετάσω αφ’ υψηλού και εξ αποστάσεως, αλλά σκύβω κι έπειτα κάθομαι κουκουβιστά πλάι τους, τους παρατηρώ, προσπαθώντας ν’ αφουγκραστώ τον πόνο, τη χαρά, το φόβο, την προσμονή τους… Έπειτα, προσπαθώ να τα αναπαράγω αυτά στις ιστοριούλες μου, ανακαλύπτοντας έκθαμβη πόσο πολύ μοιάζουν με τα δικά μου συναισθήματα. Γι’ αυτό θα συμπληρώσω αυτό που είπατε, πως δηλαδή όλα τούτα που είναι «η γενεσιουργός αιτία όλων των δεινών, ψυχικών και σωματικών» είναι επίσης και η γενεσιουργός αιτία της Τέχνης στην οποιαδήποτε μορφή της.

    Παρουσιάζεται επίσης ο έρωτας, όμως μέσα από το πρίσμα του περιορισμού, ένας έρωτας βαθιά κρυμμένος, φυλακισμένος σε κελί μαζί με τον έτερο επικίνδυνο εγκληματία των συναισθημάτων μας, τον εαυτό μας. Είναι ο έρωτας επικίνδυνος; Δολιοφθορέας; Βρώμικος; Σκοτεινός, που αρέσκεται να μένει κρυμμένος σε ανήλιαγα μέρη; Αν όχι, γιατί τις περισσότερες φορές τον αντιμετωπίζουμε κατ’ αυτό τον τρόπο;

    Συνέντευξη – Λίζα Μαμακούκα

    Λ.Μ. Νομίζω ότι ο αυθεντικός έρωτας, (όπως, π.χ. εκείνος που αναφέρεται στο πρώτο διήγημα των Διαδρομών, ο έρωτας της απόμαχης καμπαρετζούς για έναν άντρα που συνέχισε να είναι εραστής της και μετά τον γάμο του), όσο κι αν είναι καταπιεσμένος ή μονοσήμαντος, δεν μπορεί να είναι βρώμικος, εφόσον δεν βλάπτει κάποιον τρίτο. Η γυναίκα αυτή δεν διεκδίκησε από τον ερωτικό της σύντροφο παρά μόνο την στοιχειώδη εκτίμησή του, που δεν την πήρε. Επικίνδυνος και δολιοφθορέας είναι, πιστεύω, ο έρωτας όταν στηρίζεται στην εξαπάτηση τρίτων (όπως στις «Θηλυκές αλκοόλες») ή και του άμεσα ενδιαφερόμενου (όπως π.χ. η κοπέλα που εκμεταλλεύεται τον πόθο του καφετζή γι’ αυτήν στη «Μέλισσα»).

    Ο έρωτας του Γεράσιμου για τη Στέλλα, στον «Βάτραχο», παρόλο που ήταν κρυμμένος για χρόνια, δεν μπορώ να πω ότι είναι «σκοτεινός» κι «ανήλιαγος», ενοχικός δηλαδή. Δεν μπορώ να το πω, ακριβώς επειδή είναι αγνός. Το ίδιο θα έλεγα και για τον πλατωνικό έρωτα του έφηβου Σπύρου για τον φίλο του τον Άλκη. Στα βιβλία μου, παρουσιάζω γενικότερα δυαδικές σχέσεις ατόμων, σπανιότερα τριαδικές. Μοιραία, λοιπόν, ασχολούμαι με διάφορες εκφάνσεις του έρωτα (ακόμα και με τον παράδοξο έρωτα της υπηρέτριας για ένα πορτρέτο, στη «Μύγα») χωρίς να κρίνω αν είναι ηθικός/ ανήθικος, ψυχοφθόρος ή ψυχοσωτήριος, straight ή gay, μοιρασμένος ή μονομερής. Το μόνο κριτήριο που ισχύει για μένα είναι η αυθεντικότητα. Απ’τη στιγμή που παρεμβαίνουν η άσκηση βίας (όπως π.χ. του εν δυνάμει παιδεραστή στο «Σκουλήκι») το χρήμα (όπως στο «Ποντικάκι»), το ψέμα (π.χ. στην 3η ιστορία από τις «Θηλυκές αλκοόλες»), η εκμετάλλευση (στη 2η, π.χ. ιστορία της ίδιας ενότητας) ή η στέρηση ελευθερίας του/της συντρόφου (όπως π.χ. στην «Πεταλούδα»), τότε, ναι, είναι κάτι βρώμικο, είναι ένα παιχνίδι εξουσίας ή συμφέροντος και απλά δεν του αξίζει να λέγεται «Έρωτας». Δεν έχει τίποτα από την ιερότητα, την ομορφιά και τη μεγαλοσύνη αυτού του υπέροχου συναισθήματος.

    Βλέποντας από το κενό που υπάρχει στη μέση του κουλουριού τον κόσμο, καταφέρατε να αποστασιοποιηθείτε; Να κλείσετε το κανάλι που σας συνδέει με τους ήρωες; Να μην περάσετε ούτε ένα ψήγμα από τη Λίζα στα κείμενά σας; Είναι εύκολο αυτό;

    Συνέντευξη – Λίζα Μαμακούκα

    Λ.Μ. Να διευκρινίσω εδώ κάτι: το κουλούρι δεν έχει καμιά απολύτως συμβολική αξία στο βιβλίο! «Κουλούρια Θεσσαλονίκης» ήταν απλά ένας τίτλος που με βόλεψε, ώστε να «δέσω» τρεις άσχετες μεταξύ τους ενότητες διηγημάτων, που είχαν όμως ως κοινό «ντεκόρ»/πεδίο δράσης τη Θεσσαλονίκη. Μόνον αυτό! Άρα, η τρύπα στο κέντρο του κουλουριού δεν συμβολίζει κάποιο υπαρξιακό κενό, απλά υπάρχει λόγω κατασκευής του, όπως παραδοσιακά υπάρχει και το σουσάμι. Ο μόνος συμβολισμός εδώ θα μπορούσε να είναι η «λαϊκότητα» του κουλουριού, που εκπροσωπεί την καθημερινότητα των απλών αστών, που είναι οι ήρωες των περισσοτέρων από τις ιστορίες της συλλογής. Όπως και να το κάνουμε, άλλους συνειρμούς προκαλεί η λέξη «χαβιάρι», κι άλλους το ταπεινό «κουλούρι»! Όσον αφορά, τώρα, την αποστασιοποίηση από τους ήρωες, συμβαίνουν δύο τινά, τα οποία -λόγω και της σχέσης μου με το θέατρο- θα προσπαθήσω να προσεγγίσω αυτό το θέμα μέσω θεατρικών πρακτικών: Α) όπως ένας ηθοποιός σε κάθε ρόλο του (ακόμα και σε κόντρα ρόλους) βάζει – θέλοντας και μη – κάτι απ΄τον εαυτό του, το ίδιο και κάποιος που γράφει, αθέλητα καταθέτει στη δουλειά του μνήμες από προσωπικά του βιώματα, από ιστορίες που του διηγήθηκαν γνωστοί του, από βιβλία που διάβασε ή ταινίες που είδε. Απλά τα επεξεργάζεται ανάλογα με τη φαντασία και τη δημιουργικότητά του και μετά τα συνδυάζει, κόβοντας κάτι από δω, ράβοντας κάτι εκεί κι έτσι γεννιέται το έργο. Κι ερχόμαστε τώρα στο Β) στις ιστορίες δηλαδή που είναι αμιγώς φανταστικές. Σ’αυτή την περίπτωση έρχονται οι ήρωες και… με κυνηγούν στον ύπνο και στον ξύπνο μου, στα καφέ, στη δουλειά μου, μέχρι που -με συμβολικό πάντα τρόπο- «γίνομαι» αυτοί, κατά την ίδια έννοια που ο Flaubert ισχυρίστηκε στο δικαστήριο “Madame Bovary, c’est moi!” («Η Μαντάμ Μποβαρύ είμαι εγώ!»). Προσπαθεί δηλαδή κανείς να αποδώσει πώς σκέφτεται, πώς μιλάει, πώς κινείται ο ήρωάς του. Αυτό όμως, μόνο για όσο διάστημα γράφεται η ιστορία! Είναι όπως ο ηθοποιός στην παράσταση, για να ερμηνεύσει σωστά, δεν λέει μέσα του «Παίζω τον Οθέλλο». Λέει (κι αισθάνεται): «ΕΙΜΑΙ ο Οθέλλος!» Για παράδειγμα, πρόσφατα σκιαγράφησα  σε κάποια άλλη ιστορία που έγραψα την εκκόλαψη, από τα παιδικά του χρόνια, ενός σαδιστή, ενός εν δυνάμει serial killer. Για όσο διάστημα έγραφα, ο άτιμος με κυνηγούσε στον ύπνο μου και μου ψιθύριζε καινούργιες λεπτομέρειες στ’ αυτί. Πεταγόμουν, λοιπόν, χαράματα από το κρεβάτι κι έγραφα, γιατί εκείνες τις στιγμές- μόνον εκείνες, ευτυχώς!- αισθανόμουν όσα αισθανόταν κι εκείνος!

    Η ιστορία λοιπόν εκείνη είναι ένα συμπίλημα των εξής στοιχείων:

    • Μιας περίεργης σχέσης μάνας/γιου που έτυχε να παρακολουθήσω από σχετικά κοντινή απόσταση (= προσωπική γνώση, αν και όχι προσωπικό βίωμα)
    • Πληροφοριών που συνέλεξα διαβάζοντας άρθρα και βλέποντας πολλά ντοκιμαντέρ για αληθινούς σαδιστές και serial killers (=εμπλουτισμός γνώσεων)
    • Της φαντασίας μου που έπλεξε τον συνεκτικό ιστό, ώστε να συνδεθούν το 1) και το 2) και να δημιουργηθεί αφενός ένα κλίμα αυξανόμενης αγωνίας, αναγκαίας σ’ ένα ψυχολογικό θρίλερ, αφετέρου ένα ανατρεπτικό τέλος, κάτι που είναι απαραίτητο επίσης σ’ ένα διήγημα. (δημιουργικότητα)

    Εναλλαγές ιστοριών, προσώπων, χαρακτήρων, συμπεριφορών και εκεί κάπου, ο χρόνος. Θεωρείτε πως όλα είναι πιασμένα σε έναν κύκλο και πάλι ξεκινούν από την αρχή αλλάζοντας μόνο τα σκηνικά, τα κοστούμια και οι ηθοποιοί; Είναι η ζωή κύκλος;

    Λ.Μ. Δεν θεωρώ πως οι ιστορίες μου έχουν κυκλικό χαρακτήρα: η «Μύγα», π.χ. «το Ποντικάκι». Η «Πεταλούδα», «το Σκουλήκι», «ο Σκαντζόχοιρος», «η Μέλισσα» κλπ. έχουν μάλλον λυτρωτικό χαρακτήρα στο τέλος. Αυτό που με θέλγει -ίσως και λόγω εξειδίκευσής μου στο Γαλλικό  Nouveau Roman, που προσπαθεί να αποτυπώσει τη ροή της ανθρώπινης σκέψης- είναι η κυκλικότητα στον τρόπο σκέψης κάποιων ηρώων, η επιστροφή/εμμονή, δηλαδή, στα ίδια πράγματα (π.χ. το συχνό κοίταγμα του Θωμά στη φάτσα του που καθρεφτίζεται στο τζάμι του λεωφορείου στο διήγημα «Η Αντανάκλαση») ή οι επαναλαμβανόμενες, μηχανικές κινήσεις ανθρώπων που έχουν κάποιες εμμονές (η υπηρέτρια στη «Μύγα», π.χ., που μιλάει καθημερινά στον -άψυχο- αγαπημένο της, ενώ ξεσκονίζει το πορτρέτο του).

    Βαθιές ματιές-τομές στην ανθρώπινη ψυχή, πόσο ψυχοφθόρα ήταν αυτή η βουτιά, αυτή η αναγνώριση των συναισθημάτων, ή μήπως ήταν λυτρωτική;

    Λ.Μ. Ψυχοφθόρα ήταν αναμφισβήτητα η διεργασία αποτύπωσης βιωμάτων, στις περιπτώσεις που ξεθάφτηκαν προσωπικές αναμνήσεις  από το υποσυνείδητό μου, όπως, λόγου χάρη, στο «Σκουλήκι» του «Ζωολογικού κήπου» ή σε κάποιες από τις «Θηλυκές αλκοόλες» των «Κουλουριών». Σε περιπτώσεις σαν κι αυτές, λυτρωτική ήταν η παρέμβαση της φαντασίας που «έκοψε κι έραψε» τα γεγονότα, ώστε να εξυπηρετήσει το συμφέρον της ιστοριούλας.

    Αν υπήρχε ο τρόπος να παρακολουθήσετε στην πραγματικότητα τη σκέψη των ανθρώπων θα το κάνατε; Ακόμη αν είχατε τη δυνατότητα να επεμβαίνετε θα το κάνατε επίσης;

    Λ.Μ. Όχι και όχι! Θα ήταν τρομαχτικό! Θεωρώ πως η ατομικότητα και η ελευθερία της σκέψης είναι ό,τι ιερότερο έχει ο άνθρωπος. Προτιμώ χίλιες φορές να παρακολουθώ τις πράξεις των ανθρώπων, τη γλώσσα του σώματος, τα όσα ανείπωτα εκφράζονται από ένα βλέμμα ή μια γκριμάτσα κι έτσι να «χτίζω» τους χαρακτήρες των ηρώων μου.

    Θα απογοητευόσασταν αν ακούγατε μια διαφορετική ερμηνεία από ένα αναγνώστη για τις ιστορίες σας, ενδεχομένως διαφορετική από αυτή που είχατε κατά νου όταν τη γράφατε;

    Λ.Μ. Καθόλου! Ίσα-ίσα, αυτό είναι το ζητούμενό μου: η προσωπική ανάγνωση του καθενός! Όταν πιάνουμε στα χέρια μας ένα βιβλίο λογοτεχνίας, ο καθένας από μας συγκρατεί άλλα στοιχεία, ανάλογα με τα διαβάσματά του, την κουλτούρα του, τη διάθεση που έχει τη στιγμή που διαβάζει κάτι. Φαντάζεστε πόσο ανιαρό θα ήταν να κοιτάζαμε όλοι με τον ίδιο τρόπο έναν πίνακα ή ένα γλυπτό; Άλλωστε, λόγω και της πολυετούς ενασχόλησής μου με Λέσχη Ανάγνωσης, ανέκαθεν έβρισκα συναρπαστικές τις πολλαπλές αναγνώσεις του ίδιου βιβλίου από διαφορετικά άτομα! Πάντοτε βγαίνεις κερδισμένος από μια τέτοια εμπειρία. Δεν θα με πειράξει καθόλου το να μου πει κάποιος «Δεν μου άρεσε αυτή η ιστορία σου/το βιβλίο σου, διότι…» Το μόνο που ζητάω εξαρχής είναι να ξαναδιαβάσει ο αναγνώστης τις ιστορίες μου, για ν’ ανακαλύψει τα μυστικά που κρύβουν τα σημεία στίξης, η επιλογή ή η επανάληψη λέξεων, οι κλιμακώσεις εννοιών, οι συμβολισμοί… Κι αυτό, γιατί οι ιστορίες μου -είτε αρέσουν είτε δεν αρέσουν, απόλυτα σεβαστό αυτό!- είναι έτσι δουλεμένες, ώστε να μοιάζουν εύπεπτες, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι. Δεν θα μπορούσαν να είναι τη στιγμή που είναι γραμμένες από ένα άτομο που διδάσκει λογοτεχνία επί τόσες δεκαετίες!

    Ο άνθρωπος ορίζει το νου ή ο νους τον άνθρωπο; Τι θα κερδίζουμε αν φτάσουμε στο σημείο να τον ορίζουμε πλήρως;

    Λ.Μ. Θεωρώ ότι «άνθρωπος» και «νους» θα πρέπει να είναι έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες, το να επηρεάζει δηλαδή ο νους του ανθρώπου τις πράξεις του, θα ήταν το ευκταίο. Δεν συμβαίνει όμως, γιατί συχνά θριαμβεύει το συναίσθημα πάνω απ’ τις εντολές του νου μας. Από την άλλη, το να ορίζει κάποιος πλήρως τον νου των άλλων ανθρώπων, απευθείας ή μέσω τεχνολογίας, όπως, π.χ., ο Big Brother  στο “1984” του George Orwell ή η τηλεόραση στη Βιοχημεία του Παύλου Μάτεσι, νομίζω πως είναι εφιαλτικό!

    Καθορίζει συνειδήσεις η λογοτεχνία;

    Λ.Μ. Όχι, αλλά διαμορφώνεται το κριτικό πνεύμα του αναγνώστη, αν αυτός διαβάζει πολλά κείμενα, διαφόρων εποχών και τάσεων. Προσωπικά αυτό το βρίσκω προτιμότερο από τη διαμόρφωση συνείδησης και το πέρασμα ιδεολογικών μηνυμάτων στα οποία στοχεύει η στρατευμένη λογοτεχνία.

    Συνέντευξη - Λίζα Μαμακούκα
    Συνέντευξη – Λίζα Μαμακούκα

    Τι μας κάνει να υποκρινόμαστε;

    Λ.Μ. Ο φόβος! Ο φόβος του «τι θα πει ο κόσμος». Ο φόβος του να μην πληγώσουμε τον φίλο/σύντροφο/γνωστό μας. Ο φόβος της τιμωρίας, από γονιό, δάσκαλο, αφεντικό, Κράτος, κλπ. Ο φόβος της απόρριψης και ίσως, μακροπρόθεσμα, της απομόνωσης, ο φόβος δηλαδή του να μην είμαστε αρεστοί – καλώς ή κακώς ο άνθρωπος είναι αγελαίο ζώο και έχει ανάγκη το ν’ ανήκει σε μια ομάδα.

    Τι ετοιμάζετε για το μέλλον;

    Λ.Μ. Για το κοντινό μέλλον, εκτός από τα δύο μυθιστορήματα που προανέφερα, σκέφτομαι να εκδώσω τις εξής (ήδη ολοκληρωμένες) συλλογές διηγημάτων:

    Α) ΑΣΤΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ: Γύρω στα 20 διηγήματα που εκτυλίσσονται στην πόλη, άλλοτε ανώνυμη, άλλοτε επώνυμη, σίγουρα όχι όμως απαραίτητα τη Θεσσαλονίκη.

    Β) ΝΟΤΕΣ ΠΤΕΡΟΕΣΣΕΣ: Μία μικρή συλλογή κάπου 10 διηγημάτων με θέμα τους τη μουσική (4 από αυτά άρχισαν να δημοσιεύονται φέτος στο περιοδικό «Θεσσαλονικέων Πόλις» κι ένα θα δημοσιευτεί σ’ένα συλλογικό τόμο διηγημάτων με θέμα τη μουσική επίσης).

    Γ) ΜΗ ΣΒΗΣΕΙΣ ΤΟ ΦΩΣ!: Μια ακόμα συλλογή, από διηγήματα τρόμου αυτή τη φορά, χωρίς  όμως τέρατα και υπερφυσικά στοιχεία. Πρόκειται για ολιγοσέλιδα ψυχολογικά θρίλερ, βασισμένα κυρίως στις ανθρώπινες φοβίες και στο ξάφνιασμα, στο δυσάρεστο ξάφνιασμα δηλαδή.

    Δ) ΤΑ ΣΥΡΜΑΤΑ: πρόκειται για μια κωμική ημι-νουβέλα (γραμμένη δηλαδή στο στυλ που είναι γραμμένες οι «Θηλυκές Αλκοόλες», όπου ακούμε μόνο τον ομιλούντα και μαντεύουμε τα λόγια του συνομιλητή του. Την παρουσίασα πρόπερσι εγώ η ίδια σαν stand up comedy σε Καλλιτεχνικό Καφενείο της Θεσσαλονίκης σε 8 live εμφανίσεις και θα ήθελα να την παρουσιάσω και στο ραδιόφωνο (αν μου δοθεί η ευκαιρία) αλλά και να την εκδώσω, γιατί διαβάζεται ευχάριστα και σαν γραπτό κείμενο: μαθαίνουμε την ιστορία μιας απερίγραπτης γυναίκας μέσα από τα τηλεφωνήματα που κάνει (εξ’ ου και ο τίτλος: ΤΑ ΣΥΡΜΑΤΑ)

    Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών
    Είμαστε μια ομάδα ανθρώπων που αγαπάμε τις λέξεις σε όποια τους μορφή κι αν τυπώνονται: άρθρα, ειδήσεις, λογοτεχνία, ποίηση και δραστηριοποιείται στο διαδίκτυο. Σας ενημερώνουμε για δραστηριότητες παλιές και καινούριες. Ελάτε μαζί μας να παίξουμε με τα λόγια που γράφονται!

    Απάντηση