Παρασκευή, 7 Αυγούστου, 2020
More
    Αρχική Συνεντεύξεις Συνέντευξη - Μαρία Πρινάρη-Καρκαβατσάκη

    Συνέντευξη – Μαρία Πρινάρη-Καρκαβατσάκη

    -

    Συνέντευξη – Μαρία Πρινάρη-Καρκαβατσάκη

    Η Λογοτεχνία ήταν, ανέκαθεν, η πιο παλικαρίσια έκφραση και έκφανση της ζωής, γιατί εντός της στραγγίζει ολάκερο το είναι της, ώστε να παραχθεί όσο περισσότερο γίνεται φως και να το μοιράσει απλόχερα και δίχως κανένα απολύτως αντίτιμο γύρω της, όταν ο κόσμος εμπορεύεται ακόμη και ένα αχνό χαμόγελο, που ίσως έχει ανάγκη μια ατροφική ψυχή για να θρέψει την ανορεκτική συνέχειά της.

    Και εν τέλει, αυτός ο Σισύφειος αγώνας, όχι αυτοτιμωρία, μα ευγενής πόλεμος έναντι της πλήρους ιδιοτέλειας και του παραγκωνισμού του αγέρωχου ήθους της φύσεως των ονείρων, απαιτεί κάθε στιγμή την πιο ηρωική σταγόνα αίματος του γράφοντα, στην οποία συμπυκνώνεται όλο το ταλαντούχο θάρρος του σύμπαντος να αντέχει απαραπόνευτα την χαοτική του αιωνιότητα.

    Ρωτάει ο Αλέξανδρος Δαμουλιάνος

    Προσωπικά κάθε που συναντώ, και πόσο μάλλον με τιμούν με την φιλία τους τέτοιας καταγωγής Λογοτέχνες-Άνθρωποι ξεχνώ την εκ γενετής αδικία της ζωής, και γίνομαι οι λέξεις τους, η περήφανα υψηλή ματιά τους για τα πάντα.

    Συνέντευξη

    Κυρία Μαρία Πρινάρη-Καρκαβατσάκη, οφείλω να δηλώσω ευλογημένος που θα διεξάγουμε αυτήν την, θαρρώ εκ των προτέρων, γενναιόδωρα ενδοσκοπική ηθικά συζήτηση για όλους τους αναγνώστες μας, με αφορμή το τελευταίο σας βιβλίο «Αντέτι», Εκδόσεις Πνοή 2019, και θα ήθελα να ξεκινήσουμε το ταξίδι της κουβέντας μας με μια ερώτηση που θα μας προ-οδηγήσει στον προορισμό των συμπερασμάτων για το μέταλλο της Πένας σας, και κατ’ επέκταση του ψυχισμού σας. Η Λογοτεχνία δύναται να συνενώσει την παράδοση με τον μοντέρνο κόσμο, ο οποίος προελαύνει, ίσως κάποιες φορές και με εξαλλότητες, προς την μοναρχία του και τον εξοστρακισμό ορισμένων αιωνόβιων αξιών, π’ άντεξαν σε εποχές ριζικών ηθικών μεταβολών, και την δημιουργία νέων κακέκτυπών τους;

    Μ.Πρ.: Κατ’ αρχήν να σας ευχαριστήσω γι’ αυτή τη συζήτηση που πρόκειται να κάνουμε και να δηλώσω κι εγώ ότι νιώθω τυχερή γι’ αυτό. Η τέχνη του λόγου είναι πολύ σπουδαία και το να την κατέχει κάποιος είναι σημαντικό. Το να την αγαπά και να την καταλαβαίνει όμως, ίσως είναι ακόμα σημαντικότερο. Νομίζω λοιπόν ότι η δύναμη της λογοτεχνίας είναι τεράστια και βέβαια μπορεί να συνενώσει διαφορετικές εποχές και διαφορετικούς κόσμους. Οι λογοτεχνικοί θησαυροί που έχουμε κληρονομήσει από την κλασική λογοτεχνία είναι τρανή επιβεβαίωση και λαμπρό παράδειγμα. Σαν ένα ταπεινό παράδειγμα από τη νέα λογοτεχνία, θα μου επιτρέψετε να αναφέρω το βιβλίο μου «Αντέτι» όπου έχουμε ένα οδοιπορικό στις ζωές ανθρώπων διαφορετικών γενιών, με διάρκεια σχεδόν ενός αιώνα.

    Στο ξεκίνημα της ιστορίας, γνωρίζουμε τον τρόπο ζωής, την κουλτούρα, τα ήθη και έθιμα και τους άγραφους νόμους μιας παλιάς εποχής. Στην κορύφωσή της η ιστορία συναντιέται με το σήμερα κι εκεί ανακαλύπτουμε ότι κάποιες αξίες είναι πράγματι αιωνόβιες, αντέχουν στον χρόνο με μικρές ίσως εναρμονιστικές με την εποχή αλλαγές, κι άλλες έχουν αντικατασταθεί με κακέκτυπά τους, όπως μια «πολύ κακή και επικίνδυνη συνήθεια» και όχι έθιμο, στο οποίο κάνω αναφορά και το εμπλέκω στη μυθοπλασία, καθορίζοντας κατά ένα τρόπο και το κλείσιμό της. Αυτό δεν είναι άλλο από τους άσκοπους πυροβολισμούς, που με άλλοθι την παράδοση και τη σημειολογία του, έχει εξελιχθεί όχι απλά σε κακέκτυπο αλλά σε μάστιγα θα τολμήσω να πω.

    Συνέντευξη - Μαρία Πρινάρη-Καρκαβατσάκη

    Εθνικός ηθικοπνευματικός αυτοαπομονωτισμός, με ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο να μας προσπεράσει ο μαραθωνοδρόμος Πολιτισμός που πρωτοπερπάτησε στη χώρα μας, ή μία σαρωτική εξωστρέφεια και “Ευρωπαϊκοποίηση” της κουλτούρας μας με κίνδυνο να ξεχάσουμε την ιστορική μας ταυτότητα, και τελικώς όλοι οι λαοί να μοιάζουν εθιμικά σαν ένας, ή κάτι ανάμεσο;

    Μ.Πρ.: Θεωρώ ότι το να στέκεσαι στα άκρα, πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος να βρεθείς στο κενό. Σαφώς είναι πολύ επικίνδυνο για έναν λαό να ξεχάσει την ιστορία του, αν ποτέ ήταν αυτό δυνατόν, να διαγράψει την παράδοση και την κουλτούρα του, να εξομοιωθεί με όλους τους άλλους λαούς και να χάσει την ταυτότητά του. Παύουμε τότε να μιλάμε για λαό. Το να απομονωθεί όμως και να αφήσει να τον προσπεράσει κάθε εξέλιξη χωρίς να τον αγγίξει, είναι ακόμα χειρότερο ίσως. Πορεία με το βλέμμα στο μέλλον λοιπόν, χωρίς διαγραφή της κουλτούρας και της ιστορίας, μαζί οι λαοί για την πρόοδο, αλλά με διακριτά τα όρια και τα γνωρίσματά τους. Στο «Αντέτι», βλέπουμε στην τελευταία γενιά των ηρώων της ιστορίας μας τη διαφορά και την πολιτισμική εξέλιξη να είναι ολοφάνερη στις ζωές τους, διατηρώντας όμως ζωντανά τα γνωρίσματα της κουλτούρας και της παράδοσης.

    Η παιδεία μας, με τα διαχρονικά της τραύματα, μπορεί να αναπτύξει μια λαογραφική κριτική ματιά στον έσω της κόσμο, δεδομένου και της άλωσης των ενδιαφερόντων μας από την τεχνολογία; Ή μήπως και οι τρεις αυτοί πυλώνες της καθημερινότητάς μας αν συνεργαστούν ισότιμα θα προκύψει μια ισορροπημένη εκπαιδευτική διαδικασία, και εκτός σχολείων ίσως;

    Μ.Πρ.: Η τεχνολογία έχει μπει στη ζωή και στην καθημερινότητά μας και συνεχώς γίνεται όλο και πιο απαραίτητο και αναπόσπαστο κομμάτι της. Το είδαμε και το ζήσαμε σε μεγάλο βαθμό τελευταία, στη διάρκεια της «καραντίνας». Είναι σαν το ποτάμι που τρέχει και τίποτα δεν ανακόπτει την ορμή του. Δεν πρέπει όμως να επιτρέψουμε αυτή η διαρκής ροή να παρασύρει και τα «χρήσιμα υλικά» που υπάρχουν στο περιβάλλον μας και να τα καταπιεί. Η παιδεία μας, με τα όποια τραύματα φέρει, πιστεύω και ελπίζω ότι μπορεί να βοηθήσει στο να διατηρηθούν στη ζωή μας αυτά τα «χρήσιμα υλικά» ώστε να μην χαθούν, να μην παρασυρθούν και βρεθούν πεταμένα στις όχθες του ποταμιού σαν φερτά άχρηστα υλικά. Η παιδεία θα πρέπει να είναι τέτοια, που να δίνει την ικανότητα στον άνθρωπο να χρησιμοποιεί εκείνος την τεχνολογία και όχι η τεχνολογία να τον χρησιμοποιεί. Ο συνδυασμός παράδοσης, τεχνολογίας και σωστής παιδείας θα ήταν η ιδανική πραγματικότητα. Σε αυτό μπορούν να βοηθήσουν και είναι αναγκαίο, εκτός από τα σχολεία και οι διάφοροι πολιτιστικοί φορείς.

    Τα ήθη και τα έθιμά μας, φωτίζουν την εθνική, λαϊκή μας «προίκα». Έχουν όμως και μια σκοτεινή πλευρά, και αν ναι, πώς πιστεύετε ότι είναι εφικτό να μην έχει μεγάλο βήμα στις ζωές μας;

    Μ.Πρ.: Τα ήθη και τα έθιμά μας, είναι λαϊκή «προίκα» όπως πολύ όμορφα αναφέρατε, είναι χαρακτηριστικά του έθνους μας, είναι ένα σημαντικό κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Το πιστεύω αυτό, και αυτός είναι ο λόγος που στο βιβλίο μου «Αντέτι» αφιέρωσα αρκετές από τις σελίδες του στα ήθη και έθιμα μιας εποχής περασμένης. Επίσης αφιέρωσα και αρκετό από τον χρόνο της έρευνάς μου στην ανακάλυψή τους ή στην επαναφορά τους στη μνήμη μου καθώς τα περισσότερα από αυτά έχουν περάσει στην ιστορία ή έχουν ξεχαστεί εντελώς. Οι νεότεροι δεν τα γνώρισαν ποτέ, ή γνώρισαν κάποια κακέκτυπά τους, όπως είπα και στην αρχή της συζήτησής μας, που διατηρούνται έτσι, επικίνδυνα αλλοιωμένα σε κάποιες περιπτώσεις. Η έρευνα αλλά και το πλέξιμό τους με τη μυθοπλασία στο Αντέτι, έγινε με πολλή νοσταλγική διάθεση και με σκοπό να παρασύρω τον αναγνώστη σε ένα εξίσου νοσταλγικό και ενδιαφέρον ταξίδι. Επειδή όμως δεν υποστηρίζω ότι στις παλιές εποχές όλα ήταν τέλεια, όσο κι αν καλοπροαίρετα και νοσταλγικά πολλές φορές νομίζουμε, δεν διστάζω να αγγίξω και αυτή τη σκοτεινή τους πλευρά. Για την ακρίβεια ήθελα πολύ να το κάνω αυτό και το τόλμησα. Μιλάω για την κακή και επικίνδυνη συνήθεια των άσκοπων πυροβολισμών με τις γνωστές ολέθριες συνέπειες που συχνά βλέπουμε. Επίσης επιχειρώ να δώσω ένα αισιόδοξο μήνυμα ότι αυτό μπορεί να εκλείψει από τις ζωές μας, απαλλάσσοντας το χωριό στο οποίο εξελίσσεται η ιστορία μου από αυτό το σκοτεινό έθιμο. Βούληση και τόλμη χρειάζεται γι αυτό από το επίσημο κράτος αλλά και από την ιδιωτική πρωτοβουλία.   

    Νομίζω πως είναι ώρα να μεταφερθούμε στην εσώτερη πατρίδα όλων των Ελλήνων, την Κρήτη. Η λέξη «πατρίδα» εκτός από την μυρωδιά του χώματος, τα σπίτια που μας καλημερίζουν και τα βλέμματα των ανθρώπων που μας λένε και από κάτι καινούργιο κάθε φορά, για εσάς τι μπορεί να θεωρηθεί δικό σας, υπό την έννοια ότι το ξέρετε και το αγαπάτε τόσο πολύ όπου αισθάνεστε πως το είχατε και από πριν γεννηθείτε;

    Μ.Πρ.: Η αγάπη μπορεί να έχει άπειρους ορισμούς ή να μην έχει κανέναν. Μπορεί να μην έχει «γιατί» και «επειδή». Η αγάπη μου για την ιδιαίτερη πατρίδα μου μπορεί να μην έχει τίποτα από όλα αυτά αλλά μπορεί να έχει και χιλιάδες. Αγαπώ την ιδέα Κρήτη, θαυμάζω εκείνο το «θεριό που κείτεται στη θάλασσα». Είμαι περήφανη για την ομορφιά της, για τους αγώνες και την παλληκαριά της. Είναι η Κρήτη μου και την αγαπώ για τα όμορφά της και τα στραβά της, ελπίζοντας να διορθωθούν. Έχω την αίσθηση ότι αν ξαναγεννιόμουν πάλι εκεί θα γεννιόμουν. 

    «Αντέτι» από τις Εκδόσεις Πνοή, μετά το επίσης εξαιρετικά επιτυχημένο «Πουλί θα κάμω την χαρά» του ιδίου οίκου. Μέσω της γραφής σας αναγεννιέται μια Ελλάδα, όλη από έρωτα και ελπίδα για τα πάντα. Αυτό είστε και ως άνθρωπος;

    Μ.Πρ.: Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν η ζωή χωρίς τον έρωτα και χωρίς την ελπίδα! Το πρώτο που ερωτευόμαστε είναι η ίδια η ζωή κι αυτό που καθημερινά ελπίζουμε είναι ότι και αύριο θα την έχουμε. Και στα τρία βιβλία μου, αν και το κάθε ένα έχει τελείως διαφορετικό θέμα, ο έρωτας έχει θέση και υμνείται θα έλεγα. Σε όλα τα βιβλία μου δεν αφήνω την ελπίδα να πεθάνει ούτε καν τελευταία.

    Διαβάστε την άποψή μας για το βιβλίο: Αντέτι

    «Το τραγούδι των πουλιών, ο μονότονος ήχος του νερού που έτρεχε ασταμάτητα, ήταν οι μόνοι ήχοι που ακούγονταν. Έκλεισε τα μάτια του».

    Μήπως ακούγοντας απλώς, βλέπουμε πιο αληθινά;

    Μ.Πρ.: Δεν ξέρω αν είναι μόνο δική μου αίσθηση αυτό, αλλά νομίζω ότι τις ωραιότερες εικόνες τις ακούμε. Υπάρχουν άνθρωποι που τους έτυχε να μην έχουν δει ποτέ μια εικόνα σαν αυτή που περιγράφεται στο απόσπασμα του βιβλίου που αναφέρατε. Δεν έχουν δει ποτέ τίποτα, γιατί απλά στερούνται την όραση. Κι όμως αν ακούσουν αυτούς τους ήχους, θα μπορούσαν να δουν με τα μάτια της ψυχής την εικόνα αυτή. Ο ήρωας του βιβλίου, αν και ζει μια πολύ δύσκολη πραγματικότητα, κλείνοντας τα μάτια και απλά ακούγοντας τους ήχους της φύσης, βλέπει την ομορφιά της ζωής, αφήνει τις δυσκολίες της στην άκρη και ζει σ’ έναν επίγειο παράδεισο.     

    «Οι μέρες περνούσαν γρήγορα και γίνονταν μήνες. Ο Σήφης ούτε που κατάλαβε πότε έφτασε κιόλας το φθινόπωρο».

    Γιατί  μας ξεγελάει ο χρόνος; Γίνεται άραγε με την ανοχή μας αυτή η πολλαπλή απάτη;

    Μ.Πρ.: Ο χρόνος βέβαια έχει συγκεκριμένη ταχύτητα με την οποία τρέχει και φεύγει. Το πώς ζούμε εμείς την κάθε στιγμή του είναι που κάνει τη διαφορά. Η καλή ή κακή ψυχολογική μας κατάσταση είναι που τον κάνει να μοιάζει ατελείωτος και αργόσυρτος ή με νεράκι που τρέχει. Η αναμονή ενός γεγονότος, η ανυπομονησία που το περιμένουμε, ή η ευχή να μην ερχόταν ποτέ, είναι που του δίνει απατηλή ταχύτητα. Η ερώτησή σας αυτή, με έκανε να θυμηθώ μια εικόνα από το βιβλίο «Πουλί θα κάμω τη χαρά». Θα ήθελα να σας δώσω αυτό το μικρό απόσπασμα, γιατί δείχνει πώς η ψυχολογική μας κατάσταση επηρεάζει την αίσθηση του χρόνου που έχουμε.

    «Η Λένα βάλθηκε να βοηθήσει το ξυπνητήρι στο μέτρημα, μετρώντας συγχρόνως και τους χτύπους της καρδιάς της. Ένα δευτερόλεπτο, ένας χτύπος κι άλλο δευτερόλεπτο κι άλλος χτύπος, ξανά και ξανά και η καρδιά της πονούσε και περίμενε. Βασανιστικά γλυκιά η αναμονή… Περίμενε τη χαρά που θα γινόταν πουλί για να έρθει να φωλιάσει στην καρδιά της».  

    Σε αυτό το σημείο, «δυστυχώς», πρέπει να σας ευχαριστήσω ολόψυχα, είναι τεράστια τιμή για τους Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών να φιλοξενούμε Πένες σαν και εσάς που μας κάνουν περήφανους που ’μαστε άνθρωποι και Έλληνες, τα όσα μας είπατε πιστεύω πως θα κρατηθούν ωσάν φυλαχτό στις καρδιές όλων μας, σας εύχομαι ολόψυχα την κορυφή του Ψηλορείτη της Συγγραφής γιατί την αξίζετε, και θέλω, τέλος, να σας ζητήσω να πείτε απευθυνόμενη στο κοινό μας οτιδήποτε θαρρείτε πως εμπεριέχει ελπίδα.

    Μ.Πρ.: Η χαρά και η τιμή δική μου για την ευγενική σας φιλοξενία. Σας ευχαριστώ για τις όμορφες ευχές και τις ανταποδίδω ολόψυχα. Θέλω να ευχηθώ σ’ όλον τον κόσμο υγεία, να μην σταματήσει ποτέ να κάνει όνειρα και να ελπίζει ότι θα πραγματοποιηθούν. Άλλωστε την πιο όμορφη μέρα της ζωής μας, μπορεί να μην την έχουμε ζήσει ακόμα. Αύριο θα είναι μια καλύτερη μέρα. Κάθε βράδυ, αυτή να είναι η τελευταία σκέψη μας.

    Μαρία Πρινάρη-Καρκαβατσάκη

    Σας ευχαριστώ θερμά.

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here