Παρασκευή, 13 Μαΐου, 2022
More
    ΑρχικήΣυνεντεύξειςΣυνέντευξη με τον Λευτέρη Μπούρο

    Συνέντευξη με τον Λευτέρη Μπούρο

    -

    Συνέντευξη με τον Λευτέρη Μπούρο

    Ρωτάει η Χαρά Δελλή

    Ο νεοαφιχθείς συγγραφέας Λευτέρης Μπούρος ήρθε για να μείνει στον λογοτεχνικό κόσμο, οπότε βρίσκω ευκαιρία να τον γνωρίσω καλύτερα, μετά τους «Ερασιτέχνες Δολοφόνους» του.

    Συνέντευξη

    Καλησπέρα σας και σας ευχαριστώ για το χρόνο σας. Διαλέξατε να μας παρουσιαστείτε επίσημα μέσα από 8 διηγήματα μυστηρίου. Τι δηλώνετε για την πένα σας μετά την ανάγνωση του βιβλίου σας; Μοιάζει διαταραγμένη ή λογική; Πώς παντρεύτηκε ο τρόμος και το αστυνομικό δαιμόνιο σε ένα θετικό υπόβαθρο, σαν το δικό σας;

    Μπ. Λ: Καλησπέρα σας και σας ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία.

    Χαίρομαι πολύ, γιατί μετά την ανάγνωση του βιβλίου τόσο εγώ, όσο και οι περισσότεροι αναγνώστες, είχαμε το ίδιο βασικό ερώτημα: Αποτελούν τα γεγονότα που περιγράφονται στις ιστορίες, ακολουθίες λογικής ή πατούν πάνω σε μονοπάτια που τα οδηγεί η παραφροσύνη;

    Η απάντηση σε αυτό είναι κάπου στη μέση.

    Εγώ θα έλεγα ότι οι ήρωες είναι καθ’ όλα λογικοί, καθημερινοί άνθρωποι, που ωστόσο αναγκάζονται να πάρουν μέρος σε παράξενες καταστάσεις. Αν υπάρχει παράνοια και τρέλα στις πράξεις τους, τότε προκύπτει φυσικά, ως λογική ακολουθία τραγικών γεγονότων.

    Τώρα, για το πώς μπορεί να παντρευτεί ο τρόμος και το μυστήριο σε ένα θετικό υπόβαθρο – αυτό είναι κάτι απλό. Νομίζω ότι η φαντασία και μόνο αρκεί.

    Έπαιξαν ρόλο κάποιες συμπτώσεις ώστε να εκδοθεί η δουλειά σας ή κρύβεται κι εδώ μια ιστορία μυστηρίου; Πώς σας φαίνεται ως τώρα ο χώρος αυτός, πλέον ως συγγραφέας; Γιατί σας ελκύει η παραπλάνηση και οι δρόμοι που τείνουν στην παραφροσύνη;

    Μπ. Λ: Δεν θα έλεγα ότι υπήρξαν και πολλές συμπτώσεις για την έκδοση.

    Το βιβλίο ήρθε ως αποτέλεσμα προσωπικής δουλειάς και η συνεργασία με τις εκδόσεις Πηγή προέκυψε μετά από σκέψη και αξιολόγηση των προτάσεων.

    Ακόμη και πριν εκδοθούν οι Ερασιτέχνες Δολοφόνοι, γνώριζα ότι χώρος δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα – η προσφορά βιβλίων από το εξωτερικό είναι τεράστια και η ζήτηση σχετικά περιορισμένη.

    Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια στροφή προς την ελληνική λογοτεχνία και αυτό από μόνο του κάνει το χώρο λίγο πιο φιλόξενο για νέους Έλληνες συγγραφείς.

    Σχετικά με τους δρόμους που οδηγούν στην παραφροσύνη, θεωρώ ότι όλοι μπορούμε να δούμε τη γοητεία τους αν σκεφτούμε τους εαυτούς μας απλώς ως αναγνώστες.

    Εγώ γοητεύτηκα στο παρελθόν από τους αναξιόπιστους αφηγητές του Πόε, του Χένρι Τζέιμς, του Σάλιντζερ, του Ε.Τ. Χόφμαν και πολλών άλλων. Αυτό το συναίσθημα, η ανακάλυψη δηλαδή της ανατρεπτικής αφήγησης μέσα από το διαστρεβλωμένο πρίσμα της παραφροσύνης, με έκανε μοιραία να προσπαθήσω να γράψω κάτι σε παρόμοιο μήκος κύματος.

    Συνέντευξη με τον Λευτέρη Μπούρο

    Μπορείτε να μας τοποθετήσετε τα λογοτεχνικά είδη σε μια σειρά προτίμησης, ξεκινώντας από αυτά που επιλέγετε μανιωδώς να διαβάζετε, αλλά και τα είδη που θα προσπαθήσετε τυχόν να δοκιμαστείτε μελλοντικά; Αν έπρεπε να ξεχωρίσετε ένα μόνο έργο από τη βιβλιογραφία των παρακάτω λογοτεχνικών τεράτων, ποιο θα ήταν αυτό και για ποιο του στοιχείο το επιλέγετε; Καζαντζάκης, Παπαδιαμάντης, Ουγκώ, Πόε, Γκι ντε Μωμπασάν, Ντίκενς και Χέμινγουεϊ.

    Μπ. Λ: Για την ώρα καταφέρνω να διαβάζω αρκετά διαφορετικά είδη, με σχεδόν την ίδια ευχαρίστηση.

    Εκτός από τα έργα της κλασσικής λογοτεχνίας, τα είδη που ξεχωρίζω περιλαμβάνουν τις ιστορίες μυστηρίου και τρόμου, τα ψυχολογικά θρίλερ και τα μυθιστορήματα με στοιχεία αστυνομικού. Τον τελευταίο καιρό κάνω προσπάθειες να εντρυφήσω περισσότερο στο ιστορικό μυθιστόρημα και στην επιστημονική φαντασία.

    Αν πρέπει να ξεχωρίσω ένα και μόνο έργο από τους παραπάνω, τότε από το τεράστιο έργο του Καζαντζάκη θα διάλεγα τον Τελευταίο Πειρασμό, κυρίως για την ανατρεπτική του ματιά. Από τον Παπαδιαμάντη θα έλεγα τη Φόνισσα, για την τραγικότητα της ιστορίας. Από τον Ουγκώ τους Άθλιους για τη μαξιμαλιστική εικόνα του ιστορικού και κοινωνικού περιβάλλοντος.

    Από τον Πόε θα επέλεγα ένα από τα πρώτα αστυνομικά που γράφτηκαν ποτέ – τις δολοφονίες της οδού Μόργκ.

    Από τον Γκι ντε Μωμπασάν την Κόμη, γιατί «το μυαλό του ανθρώπου είναι ικανό για όλα».

    Από τον Ντίκενς και τον Χέμινγουεϊ τι να πω; Ίσως το ‘’Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία’’ και το “ο Γέρος και η Θάλασσα’’, γιατί είναι και θα παραμείνουν δύο από τα κλασσικότερα έργα της λογοτεχνίας.

    Από τι επηρεαστήκατε ώστε να χειριστείτε τόσο δύσκολα θέματα, όπως ο φόβος, η εκδίκηση, οι αμαρτίες, η οργή; Τι κατάλοιπα άφησαν στον τρόπο γραφής σας οι επαρχιακοί αστικοί μύθοι και δεισιδαιμονίες; Προσπαθήσατε να μιμηθείτε συμπεριφορές ή χαρακτήρες κοντινών σας ατόμων για ρεαλιστικότερο αποτέλεσμα; Τι είδους έρευνα χρειάστηκαν οι Ερασιτέχνες δολοφόνοι;

    Μπ. Λ: Οι επιρροές ήταν ένα σύνολο αναγνωσμάτων, μουσικών ερεθισμάτων και ιστοριών που άκουσα ως μαθητής ή ως φοιτητής. Υπήρξαν όντως επιρροές και από αστικούς μύθους που λέγονται ακόμη και σήμερα στα χωριά της Δυτικής Ελλάδας στα οποία μεγάλωσα.

    Το ότι μπόρεσαν όλα αυτά τα συστατικά να παντρευτούν στις σελίδες του βιβλίου, είναι και το στοιχείο που κάνει τις ιστορίες να είναι τουλάχιστον ενδιαφέρουσες.

    Όσο για τις ρεαλιστικές συμπεριφορές των ηρώων, η απάντηση είναι πως ναι, έπαιξαν ρόλο διάφοροι πραγματικοί χαρακτήρες. Η αποτύπωση της γραφής όμως, δεν ήρθε τόσο από τη μίμηση της συμπεριφοράς τους – περισσότερο θα την έκρινα ως αποτέλεσμα παρατήρησης και προσωπικής φαντασίας.

    Από την άλλη πλευρά, δεν χρειάστηκε ιδιαίτερη έρευνα για τους Ερασιτέχνες Δολοφόνους. Μόνο κατά περίπτωση. Για παράδειγμα, στην ιστορία με τίτλο Αιρετικός, χρειάστηκε να ξεσκονίσω λίγο τις γνώσεις μου για τις πρακτικές της Ιεράς Εξέτασης. 

    Πιστεύετε πως δικαιολογούνται τα πάντα που στοχεύουν τη λύτρωση ενός ήρωα; Ανακαλύψατε κάποιους περαιτέρω προβληματισμούς για κάποιον πρωταγωνιστή ιστορίας σας, δισταγμούς που ίσως προέκυψαν μετά την τύπωση του βιβλίου σας;

    Μπ. Λ: Στην πραγματική ζωή πιστεύω πως όχι, δεν δικαιολογούνται τα πάντα. Η λογοτεχνία όμως, είναι μία πολύ διαφορετική υπόθεση. Εκεί αναμένουμε όλες τις αναγκαίες πράξεις – δεν έχει σημασία αν είναι ακραίες, παράνομες ή εγκληματικές – αρκεί να υπάρχει αληθοφάνεια τόσο στις πράξεις αυτές καθεαυτές όσο και στα κίνητρα ή την ψυχολογία των ηρώων.

    Υπήρξαν διάφοροι προβληματισμοί κατά τη συγγραφή του βιβλίου, που είχαν κυρίως να κάνουν με το αφηγηματικό πλαίσιο. Ο αναγνώστης θα καταλάβει ότι αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο του βιβλίου – ο εκάστοτε αφηγητής λέει την ιστορία για τα μάτια και τα αυτιά του ακροατή – οπότε αυτό ήταν ένα σημείο το οποίο έπρεπε να δουλέψω πολύ και με προσοχή.

    Θα μπορούσατε να χαρακτηρίσετε με ένα επίθετο ξεχωριστά το κάθε διήγημά σας; Για ποια ιστορία από τη συλλογή αυτή μπαίνετε στον πειρασμό να γίνει μυθιστόρημα, καθώς διακρίνω αρκετή δυναμική μυθιστορηματικής έκτασης;

    Μπ. Λ: Το διήγημα με τίτλο ‘’Μαύρος Γάτος’’ είναι μια ιδιαιτέρως ανατρεπτική ιστορία.

    Από την άλλη, ‘’ο Μίμος’’ θεωρώ ότι είναι μια συγκινητική νουβέλα.

    Η ‘’Λυδία’’ είναι απρόσμενη.

    Ο ‘’Άνθρωπος του Βάλτου’’ οργισμένος.

    Ο ‘’Αιρετικός’’ είναι ακριβώς αυτό που λέει και ο τίτλος.

    Το ‘’Ποιος Μίλησε’’ φλερτάρει με τον τρόμο.

    Η ‘’Άγια Νύχτα’’ είναι η εξιστόρηση μιας τραγικής φάρσας.

    Το ΄΄Η μέρα που έγινα δολοφόνος’’ είναι μια ιστορία με κοινωνικό μήνυμα και στοιχεία μαύρης κωμωδίας.

    Νομίζω ότι ο ‘’Άνθρωπος του Βάλτου’’ θα μπορούσε να πάρει διαστάσεις μυθιστορήματος, καθώς, σε λίγες μόνο σελίδες περιγράφονται οι κοινωνικές συνθήκες ενός απομακρυσμένου χωριού, ένας αστικός μύθος, μια ιστορία βεντέτας και τέσσερα μακάβρια εγκλήματα.

    Συνέντευξη με τον Λευτέρη Μπούρο

    Διαθέτετε την ικανότητα να μπορείτε εύκολα να κατανοήσετε τις απόψεις, τα κίνητρα (και εν τέλει τις πράξεις) κάποιου τρίτου; Υπάρχουν καταστάσεις που χειριστήκατε εν θερμώ; Πότε ήταν η τελευταία φορά που αλλάξατε οπτική για ένα ζήτημα, φύγατε από την πεπατημένη; Έφερε και φέρνει αλλαγές η ενασχόληση με την συγγραφή στον τρόπο ζωής και σκέψης σας; Υπάρχουν κωλύματα στην καθημερινή μας επιβίωση που καλύτερα να ξεδιπλώνονται μόνο στο χαρτί;

    Μπ. Λ: Θεωρώ ότι ο καθένας που -αφ’ ενός μεν- έρχεται σε επαφή με διάφορα είδη ανθρώπων και -αφ’ ετέρου- διαβάζει φανατικά, αποκτά με κάποιο τρόπο την ικανότητα της ενσυναίσθησης. Είναι πολύ σημαντικό στη σημερινή εποχή να μπορεί κανείς να ακούει πραγματικά τους γύρω του χωρίς να βγάζει βιαστικά συμπεράσματα για τις πράξεις τους.

    Νομίζω λοιπόν ότι η ενσυναίσθηση είναι ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό που πρέπει να έχει ο υποψήφιος συγγραφέας. Όχι μόνο για την αληθοφάνεια της ιστορίας που σκοπεύει να γράψει, αλλά και για να μπορεί ο ίδιος να έρθει στη θέση του ιδανικού του αναγνώστη.

    Δεν είμαι σίγουρος πάντως για το αν έχω αυτή την ικανότητα – η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις, έτσι δε λένε;- προσπαθώ όμως σιγά σιγά να την αποκτήσω και να μην χειρίζομαι δύσκολες καταστάσεις εν θερμώ. 

    Η τελευταία φορά που άλλαξα οπτική ήταν πολύ πρόσφατα, καθώς σκεφτόμουν το φινάλε στο μυθιστόρημα που γράφω αυτό τον καιρό.

    Η συνεχής ενασχόληση με τη συγγραφή αλλά και με οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο, φέρνει μοιραία αλλαγές στην καθημερινότητα, αλλά το μέγεθος των αλλαγών ποικίλλει ανάλογα με το το πάθος με το οποίο αφοσιώνεται κανείς.

    Τώρα, για τα κωλύματα της καθημερινής ζωής, νομίζω πως δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη συνταγή. Κάποια ζητήματα καλό θα είναι να μένουν στο χαρτί και κάποια άλλα να γίνονται πραγματικότητα. Για παράδειγμα, μια βίαιη πράξη εκδίκησης είναι εξ΄ορισμού κάτι που δεν πρέπει να γίνεται. Από την άλλη πλευρά, κάποιες ηρωικές ή ανιδιοτελείς συμπεριφορές που συναντάμε συχνά σε χάρτινους ήρωες, καλό θα ήταν να υιοθετούνται και στην πραγματική ζωή.

    Εν αναμονή της επόμενης προσπάθειάς σας, να έχετε μια εξίσου δημιουργική κι επιτυχημένη συνέχεια ανατροπών, αμείωτου ρυθμού, αγωνίας κι ενσυναίσθησης αναγνωστικού παλμού.

    Συνέντευξη με τον Λευτέρη Μπούρο

    Επεξεργασία εικόνας: Νάντια Κίσκα

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    εισάγετε το σχόλιό σας!
    παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ