Ρωτάει ο Δημήτρης Μπουζάρας

Σήμερα στους Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών, φιλοξενούμε την παιδαγωγό και συγγραφέα Νίνα Ζαφειρίου.

Συνέντευξη

Καλησπέρα σας κυρία Ζαφειρίου. Σας ευχαριστούμε πολύ για τη συνέντευξη που μας παραχωρείτε. Σπουδάσατε νηπιαγωγός, εξασκείτε το επάγγελμα που προφανώς αγαπάτε, η επαφή με τα παιδιά αποτελεί πιθανόν έμπνευση για εσάς. Από πού αντλείτε έμπνευση; Τι είναι αυτό που έχουν τα παιδιά και θα έπρεπε να αποτελεί έμπνευση και παράδειγμα για όλους εμάς;

Ν.Ζ. Τα μικρά παιδιά αποτελούν αληθινή πηγή έμπνευσης. Όταν περιστοιχίζεσαι καθημερινά από 20 με 25 παιδιά, θα ακούσεις σίγουρα αστείες ιστορίες, αληθινές ή φανταστικές. Επίσης, θα βρεθείς αντιμέτωπος με την αφέλειά τους και θα συναντήσεις πολλά αστεία γλωσσικά λάθη. Ακόμη κι αν όλα αυτά δε σταθούν αφορμή για τη σύλληψη μιας ιστορίας, σίγουρα είναι αρκετά για να συμπεριληφθούν σε μία από αυτές και να προσδώσουν μεγαλύτερη αληθοφάνεια. Πολλά είναι πάντως τα χαρακτηριστικά των μικρών παιδιών, που θα έπρεπε να αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση για τους ενήλικες. Μερικά από αυτά είναι η αθωότητα, η αγνότητα, η συνέπεια στους κανόνες, ο σεβασμός στην ιδιαιτερότητα και άλλα πολλά.

Πόσο σας έχει επηρεάσει ως συγγραφέα η ενασχόληση με τη διδασκαλία; Είναι πιθανόν αυτή σας η ενασχόληση να βάλει «φρένο» στην ικανότητα του συγγραφέα- εκπαιδευτικού;

Ν.Ζ. Το αντίθετο μάλιστα! Κρίνοντας από την προηγούμενη απάντησή μου, θα έλεγε κανείς πως η διδασκαλία σε μια τάξη μικρών παιδιών αποτελεί μια μοναδική εμπειρία γεμάτη απρόοπτα. Επιπλέον, στο νηπιαγωγείο προσεγγίζουμε πολλά θέματα μέσω της ανάγνωσης βιβλίων και μάλιστα δύσκολα θέματα, για τα οποία δεν μπορεί κάποιος να μιλήσει άνετα ή να τα εξηγήσει σε παιδιά νηπιακής ηλικίας.

Πότε και πώς έγινε η διαμόρφωσή σας ως συγγραφέας; Ποια είναι η γνώμη σας για τη δημιουργική γραφή;

Νίνα ΖαφειρίουΝ.Ζ. Αν και έγραφα αράδες ή και μεγαλύτερα κείμενα από μικρή, ουσιαστικά ασχολήθηκα με τη συγγραφή μετά την παρακολούθηση κάποιων σεμιναρίων σχετικά με τη δημιουργική γραφή και συγκεκριμένα τη συγγραφή κειμένων για ενήλικες. Ανακάλυψα μάλιστα ότι με γοητεύει η μικρή φόρμα και ιδιαίτερα τα διηγήματα. Αργότερα, παρακολούθησα επίσης σεμινάρια δημιουργικής γραφής για παραμύθια και τέλος έδωσα εξετάσεις και παρακολούθησα το μεταπτυχιακό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Όπως καταλαβαίνετε, η γνώμη μου για τη δημιουργική γραφή είναι η καλύτερη. Αποτελεί έναν καινοτόμο τρόπο έκφρασης, καλλιέργειας της φαντασίας και της δημιουργικότητας για μικρά και μεγαλύτερα παιδιά. Παρατηρείται δε πως στα σχολεία που εφαρμόζονται προγράμματα δημιουργικής γραφής, συχνά αποδίδουν καλύτερα στη συγγραφή κειμένων οι μέτριοι μαθητές και όχι οι άριστοι.

Το βιβλίο σας «Κι εγώ Σ΄ αγαπώ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βάρφη είναι κάτι διαφορετικό από αυτά που έχουμε συνηθίσει. Τι διαφορετικό θα βρει μέσα στο βιβλίο ο μικρός αλλά και ο μεγάλος αναγνώστης; Πώς θα το εντοπίσει; Τι θα κερδίσει με αυτό τον τρόπο διπλής ανάγνωσης;

Ν.Ζ. Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ένα εικονοβιβλίο και όχι ένα εικονογραφημένο βιβλίο. Διαχωρίζω τους δύο όρους γιατί συχνά αναφέρονται από πολλούς αδιακρίτως, ενώ οι διαφορές μεταξύ αυτών των δύο κατηγοριών είναι μεγάλες. Στο “Κι εγώ .. Σ’ αγαπώ” έχουμε δύο αφηγήσεις παράλληλες. Η μία αφήγηση ανήκει στο κείμενο και η άλλη στις εικόνες. Το νόημα της ιστορίας προκύπτει μόνο μέσω της συνανάγνωσης κειμένου και εικόνων. Αυτού του είδους η ανάγνωση θα ξαφνιάσει ευχάριστα τον ενήλικα αναγνώστη και θα προάγει τον οπτικό γραμματισμό του μικρού παιδιού. Βέβαια, η ικανότητα αυτή του μικρού αναγνώστη, το να είναι δηλαδή σε θέση να διαβάζει εικόνες και λέξεις και να τις συνδυάζει για την απόδοση νοήματος, χρειάζεται να καλλιεργηθεί. Αν σκεφτούμε μάλιστα τον όγκο των οπτικών πληροφοριών που λαμβάνει καθημερινά ένα παιδί, θα συνειδητοποιήσουμε καλύτερα την αξία του οπτικού γραμματισμού και κατ’ επέκταση την αξία ανάγνωσης τέτοιων βιβλίων.

Θέλατε να τοποθετήσετε τον μικρό αναγνώστη σε μια «συγκεκριμένη θέση»;

Ν.Ζ. Αυτού του είδους τα βιβλία δημιουργούν αβίαστα περισσότερο κριτικούς αναγνώστες, καθώς χρειάζεται να αξιολογήσουν τις παρεχόμενες πληροφορίες από τον κάθε κώδικα, εικονιστικό και κειμενικό και να αποδώσουν το δικό τους νόημα στην ιστορία.

Η χρήση των εικόνων στο βιβλίο σας είναι διαφορετική από τα περισσότερα του είδους. Ποια είναι η γνώμη σας για τη χρήση των εικόνων στο παιδικό βιβλίο; Θα μπορούσε ένα βιβλίο μόνο με εικόνες ή ένα μόνο με κείμενο να δώσει στον αναγνώστη αυτά που θα έδιναν και τα δύο μαζί; Είναι, θεωρείτε, απαραίτητες οι εικόνες ή περιορίζουν τη φαντασία του μικρού αναγνώστη;

Ν.Ζ. Κατά καιρούς έχει αμφισβητηθεί η αξία της εικόνας και έχουν διατυπωθεί ποικίλες απόψεις που δίνουν έμφαση στις αρνητικές επιδράσεις της. Ο P. Nodelman για παράδειγμα αναφέρει στο βιβλίο του Λέξεις για εικόνες (2009) πως η απεικόνιση του περιβάλλοντα χώρου ή των ηρώων ενός βιβλίου, περιορίζει τη φαντασία των παιδιών. Ωστόσο συνεχίζει λέγοντας πως ο περιορισμός της φαντασίας δεν είναι απαραίτητα ένα αρνητικό στοιχείο. Οι εικόνες παρέχουν στους παρατηρητές περισσότερες και πιο συγκεκριμένες πληροφορίες πάνω στις οποίες μπορούν να στηρίξουν περαιτέρω πιο περίπλοκες φαντασιώσεις. Επομένως, θα καταλήξω λέγοντας πως θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό τον ρόλο των εικόνων στα παιδικά βιβλία και θα αναφερθώ σε μερικά οφέλη της ανάγνωσης εικονογραφημένων βιβλίων.

Αρχικά, τα εικονογραφημένα βιβλία αποτελούν έναν ελκυστικό και παιγνιώδη τρόπο αφήγησης ιστοριών και επομένως απόλαυσης και ψυχαγωγίας. Επίσης, συμβάλλουν στη φιλαναγνωσία καθώς οι εικόνες καθιστούν το κείμενο πιο κατανοητό. Επιπλέον, η εικονογράφηση είναι δυνατόν να βοηθήσει στην ανάπτυξη του προφορικού λόγου, αλλά και στην ανάπτυξη διαλόγου μέσα σε μία τάξη ή σε μια οικογένεια. Ωστόσο, υπάρχουν πράγματι στην αγορά βιβλία μόνο με εικόνες ή και μόνο με λέξεις, τα οποία έχουν τη δική τους ιδιαίτερη αξία. Στα μεν βιβλία μόνο με εικόνες τα παιδιά καλούνται να δημιουργήσουν μία αφήγηση μέσα από την ανάγνωση των εικόνων. Στα δε βιβλία που έχουν μόνο λέξεις, τα παιδιά καλούνται να φανταστούν όσα περιγράφουν τα λόγια. Συχνά μάλιστα στα συγκεκριμένα βιβλία οι λέξεις είναι διαμορφωμένες με τέτοιο τρόπο, ώστε να απεικονίζουν το νόημά τους. Επιστρέφοντας όμως στο βιβλίο “Κι εγώ… Σ’ αγαπώ” παρατηρούμε πως οι εικόνες και οι λέξεις έχουν έναν διαφορετικό και πιο ιδιαίτερο ρόλο. Οι εικόνες δεν αποσαφηνίζουν μόνο, δεν περιγράφουν, αλλά μπορεί και να αμφισβητούν το κείμενο.

Γιατί διαλέξατε να μιλήσετε για την αγάπη; Οι ηρωίδες σας αγαπούν με διαφορετικούς τρόπους, βιώνουν το ίδιο συναίσθημα το οποίο λειτουργεί διαφορετικά για την καθεμία, όμως με τον ίδιο πάντα παρονομαστή. Γιατί επιλέξατε μόνο γυναίκες ; (συμπεριλαμβανομένης και της Φρόσως της γάτας).

Ν.Ζ. Η ιδέα ξεκίνησε από την αγάπη της μάνας προς την κόρη και το αντίστροφο. Με λίγα λόγια ξεκίνησε από την πιο αγνή μορφή αγάπης. Στην πορεία και έχοντας σκεφτεί το εύρημα με το χαρτάκι που το παρασύρει ο αέρας, θέλησα να εντάξω και άλλα πρόσωπα στην ιστορία και κατ’ επέκταση να αναφερθώ στη γενικότερη έννοια της αγάπης. Νομίζω πως το γεγονός ότι οι ηρωίδες μου είναι όλες γυναίκες είναι τυχαίο ή πάλι, ακριβώς επειδή το έναυσμα ήταν η μητρική αγάπη μπορεί να παρασύρθηκα. Η επιλογή της γάτας από την άλλη έγινε σκόπιμα, καθώς θέλησα να τονίσω την ανάγκη κάθε πλάσματος για αγάπη.

Οι ηρωίδες σας έχουν διαφορετικές ηλικίες. Όλοι μας μεγαλώνουμε, αλλάζουμε, εξωτερικά και εσωτερικά, εξελισσόμαστε, «μεταμορφωνόμαστε» ίσως σε κάτι διαφορετικό από αυτό που ήμαστε στο παρελθόν. Η αγάπη αλλάζει και αυτή;

Ν.Ζ. Η αληθινή αγάπη είναι βαθιά ριζωμένη μέσα μας και δεν αλλάζει, μόνο δυναμώνει. Δυστυχώς, όσο εμείς αλλάζουμε, μεγαλώνουμε και εξελισσόμαστε, δεν σταματάμε να τρέχουμε κι έτσι καμιά φορά ξεχνάμε. Ξεχνάμε να πούμε και να δείξουμε αυτό που έχουμε μέσα μας.

Υπάρχουν βιωματικά στοιχεία στο «Κι εγώ Σ΄ αγαπώ» ;

Ν.Ζ. Δύο από τις ηρωίδες μου, η μικρότερη και η μεγαλύτερη ηλικιακά, συνδέονται περισσότερο με εμένα. Η πρώτη θα μπορούσε να είναι ένα κοριτσάκι από την τάξη του νηπιαγωγείου μου. Έχει τύχει αρκετές φορές άλλωστε, όπως και η μικρή ηρωίδα της ιστορίας, να μου ζητήσει κάποιο παιδί να του γράψω σ’ ένα πρόχειρο χαρτί μια φράση και συγκεκριμένα το “Σ’ αγαπώ”, ώστε να το αντιγράψει σε μια ζωγραφιά του και να το χαρίσει σε κάποιον. Σχετικά με τη δεύτερη ηρωίδα, τη Σωσώ, νομίζω πως όταν έγραφα γι’ αυτήν σκεφτόμουν τη μητέρα μου, η οποία είναι ηλικιωμένη και ζει μόνη της σε ένα σπίτι. Είχα λοιπόν στο νου μου πόσο ανάγκη έχουν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι να ακούσουν ένα “Σ’ αγαπώ” και να νιώσουν ότι κάποιος νοιάζεται γι’ αυτούς.

Θεωρείτε πως χρησιμοποιούμε την αγάπη σωστά ως γονείς προς τα παιδιά μας; Με δικαιολογία την αγάπη κάποιες φορές δεν ακούμε αυτά που θέλουν να μας πουν. Κάποιες άλλες τα κατευθύνουμε λάθος στη ζωή και στην καριέρα τους ή αλλάζουμε τον χαρακτήρα τους ή, ακόμη, μπαίνουμε εμπόδιο στα όνειρά τους. Τελικά, μιας και μιλάμε για την αγάπη, πόσες απαντήσεις θα μπορούσαμε να δώσουμε στο ερώτημα «τι είναι αγάπη;» Γιατί επιμένουμε να τη μεταφράζουμε κατά το δοκούν;

Ν.Ζ. Θέλω να πιστεύω πως η αγάπη, και ιδιαίτερα η μητρική ή πατρική αγάπη, περπατάει χεράκι – χεράκι με την ανιδιοτέλεια, την αγνότητα, την καθαρότητα. Ωστόσο, όσο αγνές κι αν είναι οι προθέσεις μας, δεν μπορούμε εύκολα να αποβάλλουμε το ρόλο του γονιού–καθοδηγητή ή παντογνώστη, ακόμη χειρότερα. Ελπίζω πως τα τελευταία χρόνια καταβάλλουμε όλοι μας προσπάθεια στο να γίνουμε περισσότερο ανοιχτόμυαλοι και λιγότερο χειριστικοί γονείς.

Πολλοί νέοι σήμερα έχουν την ανάγνωση χαμηλά στη λίστα των προτιμήσεών τους, η σχέση τους με το βιβλίο, εκτός του υποχρεωτικού σχολικού βιβλίου, γενικά σταματά από τις τελευταίες περίπου τάξεις του δημοτικού. Κατόπιν, στην εποχή της αμφισβήτησης, ούτε λόγος για λογοτεχνία, στις ηλικίες των 30 και άνω αρχίζει για κάποιους μια χλιαρή σχέση και για τους περισσότερους αργότερα. Τι πάει «στραβά» σε αυτό διάστημα; Γιατί ενώ στο νηπιαγωγείο τα περισσότερα παιδιά είναι κοντά και θέλουν το βιβλίο, αργότερα αυτό σταματά; Τι δεν κάνουμε σωστά ως γονείς, ως εκπαιδευτικοί, ως εκπαιδευτικό σύστημα, ως κοινωνία; Γιατί δεν καταφέραμε, θεωρείτε, να εντάξουμε το βιβλίο στην κουλτούρα μας τόσο όσο θα έπρεπε;

Νίνα ΖαφειρίουΝ.Ζ. Νομίζω πως μια πρώτη απάντηση κρύβεται στην πρώτη πρόταση του ερωτήματός σας και συγκεκριμένα στη φράση “υποχρεωτικού σχολικού βιβλίου”. Με την είσοδό τους στο δημοτικό σχολείο τα παιδιά είναι υποχρεωμένα να διαβάζουν συγκεκριμένα βιβλία, τα οποία περιλαμβάνονται στο αναλυτικό πρόγραμμα. Επιπλέον, χρειάζεται να εξασκούνται σε ασκήσεις αυτών των βιβλίων ή και σε επιπλέον φωτοτυπίες που δίνει ο εκπαιδευτικός για το σπίτι. Αφού λοιπόν ολοκληρώσουν τις συχνά απαιτητικές σχολικές τους υποχρεώσεις, θα πρέπει, για να συμβαδίζουν άλλωστε με την εποχή, να τρέξουν σε ένα σωρό εξωσχολικές δραστηριότητες και στο τέλος της ημέρας, εάν φυσικά τους μείνει λίγος ελεύθερος χρόνος, να παίξουν. Επομένως, μάλλον δεν επαρκεί αρχικά ο χρόνος για να αποζητήσουν την ψυχαγωγία στην ανάγνωση ενός βιβλίου. Πόσω μάλλον αν σκεφτούμε πως στις μέρες μας τα παιδιά δεν παίζουν καν με την έννοια του παιχνιδιού που εννοούσαμε κάποτε, αλλά προτιμούν να ασχοληθούν με ηλεκτρονικά παιχνίδια. Παρ’όλα αυτά έχουν γίνει προσπάθειες να ενταχθεί η λογοτεχνία στο αναλυτικό πρόγραμμα, είτε μέσω του μαθήματος της γλώσσας είτε μέσω προγραμμάτων φιλαναγνωσίας. Όμως δυστυχώς, θεωρώ πως δεν είναι αρκετοί οι εκπαιδευτικοί που αφιερώνουν επαρκή χρόνο για τέτοιου είδους δραστηριότητες.

Πιστεύετε πως εξίσου ορίζεται η ζωή μας από την αγάπη ή την έλλειψή της; Πόσο δύσκολη είναι η ανεύρεσή της; Τι την κάνει τόσο δυσεύρετη και «δύσκολη υπόθεση»; Γιατί μας είναι δύσκολο να μάθουμε να αγαπάμε;

Ν.Ζ. Η αγάπη είναι κινητήριος δύναμη. Η αγάπη δεν ορίζει απλά τη ζωή μας, αλλά την καθορίζει. Αντίστοιχα, η έλλειψή της μπορεί να είναι καταστροφική. Δεν ξέρω αν είναι δύσκολο να τη βρούμε, νομίζω όμως πως είναι κάπως δύσκολο να τη συνειδητοποιήσουμε και έπειτα να την εκφράσουμε. Κρίνοντας μάλιστα από τον εαυτό μου, θα έλεγα πως στη σημερινή εποχή όλοι τρέχουμε συνεχώς για να προλάβουμε κάτι και ποτέ δεν έχουμε διαθέσιμο χρόνο γι’ αυτούς που αγαπάμε.

Υπάρχει κατά τη γνώμη σας συγκεκριμένος γλωσσικός κώδικας στην εκπαίδευση που ευνοεί κάποιες ομάδες; Έχουν όλα τα παιδιά τις ίδιες ευκαιρίες για πρόσβαση στη γνώση και πώς θα μπορούσε αυτό το φαινόμενο να εξαλειφθεί, αν υφίσταται κατά τη γνώμη σας;

Ν.Ζ. Αρχικά, σκεπτόμενη κριτικά απέναντι στο εκπαιδευτικό σύστημα, θα έλεγα πως ένα από τα βασικά του προβλήματα είναι το αναλυτικό του πρόγραμμα και η υποχρέωση του εκάστοτε εκπαιδευτικού να ολοκληρώσει την ύλη. Η υποχρεωτικότητα αυτή δεν αφήνει πολλά περιθώρια για την ενασχόληση του εκπαιδευτικού με μια ποικιλία αντικειμένων, που πιθανόν θα ωφελούσε ξεχωριστά την κάθε τάξη και το κάθε τμήμα. Σχετικά τώρα με το ερώτημά σας, ο γλωσσικός κώδικας του σχολείου είναι ο επεξεργασμένος γλωσσικός κώδικας. Περιλαμβάνει δηλαδή συγκεκριμένες γραμματικές και συντακτικές δομές, βασίζεται στη λογική και είναι περισσότερο γενικός. Ωστόσο, σε μια πολυπολιτισμική τάξη με παιδιά διαφόρων εθνοτήτων ή σε μια τάξη της σημερινής πραγματικότητας, με παιδιά των οποίων οι γονείς εργάζονται καθημερινά πολλές ώρες και απουσιάζουν από το σπίτι, είναι επόμενο ο παρών γλωσσικός κώδικας να ενισχύει τις ανισότητες. Μία καλή λύση για να εξαλειφθεί το συγκεκριμένο φαινόμενο είναι και πάλι η λογοτεχνία.

Υπάρχει συγκεκριμένη γλώσσα επικοινωνίας ανάμεσα στον/στη συγγραφέα και σε ένα παιδί;

Ν.Ζ. Όχι, δεν το νομίζω. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε όλοι οι αναγνώστες, μικροί ή μεγάλοι, θα αποκόμιζαν το ίδιο νόημα και την ίδια συγκίνηση μετά την ανάγνωση του ίδιου βιβλίου. Οπωσδήποτε χρειάζεται ο συγγραφέας ενός παιδικού βιβλίου να “κεντάει” με προσοχή τις λέξεις και να κεντρίζει με εύστοχο τρόπο το ενδιαφέρον. Ένα λογοτεχνικό κείμενο για παιδιά ενέχει παιδαγωγική λειτουργία καθώς συμβάλλει στην κοινωνικοποίηση του παιδιού και προβάλλει αξίες και κανόνες. Ωστόσο, το κείμενο του κάθε συγγραφέα, επικοινωνεί διαφορετικά με τον κάθε αναγνώστη. Οι παράγοντες που επηρεάζουν αυτήν την επικοινωνία μπορεί να είναι προσωπικοί, τα βιώματα δηλαδή του καθενός ή και κοινωνικοί, όπως η οικογένεια, η οικονομική κατάσταση, το μορφωτικό επίπεδο. 

Αν αυτή τη στιγμή είχατε παιδικό κοινό, ποιο παραμύθι θα επιλέγατε να του αφηγηθείτε;

Ν.Ζ. Ίσως να έχω επηρεαστεί από την συζήτηση περί αγάπης κι έτσι νομίζω πως θα επέλεγα να αφηγηθώ το ¨Δέντρο που έδινε”, το οποίο θεωρώ ένα αριστουργηματικό βιβλίο.

Τι ετοιμάζετε για το μέλλον;

Ν.Ζ. Αυτές τις μέρες πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Τζιαμπίρης Πυραμίδα ένα βιβλίο με CD, το οποίο θα περιλαμβάνει νανουρίσματα και… ξυπνήματα. Πρόκειται για ένα συλλογικό έργο στο οποίο στίχους έχουν γράψει η Όλγα Σεχίδου, η Λίλα Στογιάννη και εγώ. Τη σύνθεση και την ενορχήστρωση έκανε ο Κανάρης Κεραμάρης και τραγουδούν πολλοί αξιόλογοι Έλληνες τραγουδιστές όπως η Λιζέτα Καλημέρη, ο Παντελής Θαλασσινός, η Σαββίνα Γιαννάτου, η Ναταλία Λαμπαδάκη, η Κορτέσσα Τσιφοδήμου, η Αλεξία Χρυσομάλλη, ο Δημήτρης Τριχάκης, η Γεωργία Βελιβασάκη, ο Θοδωρής Κοτονιάς, η Σοφία Αβραμίδου και η Έλσα Μουρατίδου. Επίσης, αναμένω με την νέα χρονιά την έκδοση ενός ακόμη εικονοβιβλίου μου με τίτλο “Ο Μαστροχαλαστής”.

Επεξεργασία εικόνας: Παναγιώτα Γκουτζουρέλα 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here