Κυριακή, 15 Μαΐου, 2022
More
    ΑρχικήΣυγγραφής ΤέχνηThe Day That Music Died - Εισαγωγή - Νίκος Κατέχης

    The Day That Music Died – Εισαγωγή – Νίκος Κατέχης

    -

    The Day That Music Died – Εισαγωγή

    Το πούλμαν χοροπηδούσε σαν τον Έλβις στη σκηνή, την ώρα που τραγουδάει το Heartbreak Hotel. Το μεταλλικό του σώμα έτριζε και η μηχανή του βογκούσε σαν γέρος καρβουνιάρης που δουλεύει σε ένα απ’ αυτά τα παλιά τρένα που βλέπει κανείς στις ταινίες γουέστερν και στα εικονογραφημένα βιβλία του 19ου αιώνα.

    Θέρμανση δεν υπήρχε. Αν δάκρυζες, υπήρχε περίπτωση να δημιουργηθεί ένας σταλακτίτης στο βλέφαρό σου και αν τον έβγαζες έξω για να αδειάσεις την κύστη σου, μπορεί και να κατουρούσες γρανίτα λεμόνι. Ειδικότερα, όταν η θερμοκρασία έξω έφτανε τους είκοσι τρεις βαθμούς Φαρενάιτ.

    Το να αρρωστήσει κάποιος ήταν κάτι τ’ αναμενόμενο, λοιπόν.

    Ο Ρίτσαρντσον έβηχε. Ο Βάλενς ρουφούσε τη μύτη του και φτερνιζόταν πού και πού. Ο Χόλι, από την άλλη, καθόταν στη θέση του, πλάι στο παράθυρο, με σκυμμένο το κεφάλι και δεν έβγαζε κιχ. Τα μάτια του ήταν κλειστά, μα ο τρόπος με τον οποίο το σαγόνι του χτυπούσε στο στήθος του τον κρατούσε ξύπνιο.

    «Χόλι, πέθανες;».

    Ο Χόλι άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε δεξιά. Ο Γουέιλον Τζένινγκς, που καθόταν δίπλα του στη δεύτερη σειρά καθισμάτων, τον κοιτούσε, χαμογελώντας σαρκαστικά και φιλικά ταυτόχρονα. Έκλεισε ξανά τα μάτια του και έσκυψε το κεφάλι. «Αν τολμούσα να πεθάνω, το αφεντικό θα ζητούσε τη γυναίκα μου ως αποζημίωση για τα χρήματα που θα έχανε από τις συναυλίες που δεν έδωσα» απάντησε και ο Γουέιλον γέλασε.

    «Μαζί με το αγέννητο παιδί σου» πρόσθεσε ο Ρίτσαρντσον και ύστερα άρχισε να βήχει δυνατά. «Που να πάρει ο διάβολος. Την άρπαξα για τα καλά. Νιώθω λες και με το επόμενο βήξιμο θα φτύσω το συκώτι μου, και φοβάμαι να δω πώς έχει καταντήσει από το πολύ αλκοόλ».

    «Τουλάχιστον, γλύτωσες από τη μοίρα του Μπαντς» είπε ο Όλσαπ, και ο Ρίτσαρντσον ούρλιαξε σαν λύκος που ετοιμάζεται να ξεκαρδιστεί στα γέλια.

    «Και τι δεν θα έδινα τώρα να βρίσκομαι στη θέση του Μπαντς» είπε και γέλασε. «Όσο εμείς παγώνουμε εδώ μέσα όπως οι τσίτσιδες πόρνες στον Καναδά, αυτός απολαμβάνει τη φροντίδα κοριτσιών ντυμένων με ποδιά νοσοκόμας και τρώει ζεστές σούπες και πουρέ με τυρί».

    The Day That Music Died

    Ο Χόλι ρουθούνισε αποδοκιμαστικά και άφησε το κεφάλι του να ακουμπήσει στο παράθυρο στα αριστερά του. Έξω χιόνιζε και το τζάμι ήταν λεπτό, σαν σκληρό, διάφανο χαρτί. Όταν ένιωσε να παγώνει σαν να είχε ακουμπήσει πάνω σε παγοκολώνα, τραβήχτηκε πίσω και βλαστήμησε. Από την πρώτη κιόλας μέρα ήξερε πως αυτό το τουρ ήταν κακή ιδέα. Ή μάλλον καλή ιδέα, οργανωμένη, όμως, με σκατένιο τρόπο.

    Ο οργανωτής μπορεί να ήξερε τα μυστικά για να προσελκύσει ένα σωρό θεατές στα μέρη όπου θα έπαιζαν μουσική, όμως δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το πώς να σχεδιάσει σωστά ένα αναθεματισμένο ταξίδι. Αντί να κανονίσει να παρουσιαστούν σε ένα πλέγμα από πόλεις με τη σειρά, αυτός είχε σκεφτεί ότι θα ήταν καλύτερο να πηγαίνουν από τη μια άκρη των μεσοδυτικών πολιτειών ως την άλλη, πηδώντας τρεις πόλεις, και ύστερα να επέστρεφαν στην πρώτη από αυτές για την επόμενη συναυλία τους. Κι αυτό χωρίς σταματημό, γιατί είχαν να δώσουν είκοσι πέντε συναυλίες σε είκοσι πέντε πόλεις μέσα σε είκοσι πέντε γαμημένες μέρες.

    Και σαν να μην έφταναν αυτά, τους είχε νοικιάσει για μεταφορικό μέσο ένα παλιό, σχεδόν κατεστραμμένο πούλμαν που έχανε λάδια και έτριζε σαν εξωτερική τουαλέτα στο φύσημα του χειμωνιάτικου ανέμου.

    Όλα, μα όλα, σκατά κι απόσκατα!

    «Σου λείπει καθόλου η κυρά σου, εδώ που τα λέμε, Χόλι; Ένα σωρό γκομενίτσες σε φλερτάρουν μετά τις συναυλίες και χωρίς να διστάζουν, αφού από ό,τι ξέρουν, υποτίθεται πως είσαι ακόμη εργένης».

    Τα μάτια του ορθάνοιξαν κι εκείνος ανασηκώθηκε για να κοιτάξει πάνω από τη ράχη της θέσης του το χοντρό, γουρουνίσιο πρόσωπο του Ρίτσαρντσον που καθόταν από πίσω. Έμοιαζε κάπως με τον Αλ Καπόνε αν καθόσουν να συγκρίνεις τις φωτογραφίες τους, αλλά ο Ρίτσαρντσον είχε σίγουρα λιγότερες νοητικές ικανότητες από τον μεγάλο Αλ και σίγουρα ήταν και λιγότερο αστείος.

    «Δεν έχεις ιδέα πόσο μου λείπει η γυναίκα μου, Ρίτσαρντσον» απάντησε με σοβαρότητα. Ο τόνος της φωνής του ανεβοκατέβηκε για μια στιγμή, μάλλον ως κατάλοιπο του ξεχωριστού τρόπου με τον οποίο τραγουδούσε. «Αν ήταν στο χέρι μου, όλος ο πλανήτης θα γνώριζε ότι είμαι ο άντρας της και καμία δεν θα είχε το δικαίωμα να με φλερτάρει».

    «Ναι, αλλά δεν είναι στο χέρι σου» είπε ο Ρίτσαρντσον με τη βαθιά φωνή του. «Οπότε είναι σαν να μην έχεις περάσει την πόρτα της εκκλησίας. Μπορείς να κάνεις ό,τι γουστάρεις λοιπόν».

    Και γέλασε. Ο Χόλι αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν αυτός ο άντρας να ήταν ο μεγαλύτερος όλων τους και να συμπεριφερόταν σαν ξαναμμένο, ολιγόμυαλο λυκειόπαιδο.

    Το λεωφορείο συνέχισε να κινείται προς το Κλίαρ Λέικ με χαμηλή ταχύτητα και χωρίς να σταματήσει να τρίζει. Κάποια στιγμή, αναπήδησε με δύναμη και ύστερα έμεινε εντελώς ακίνητο σαν πεθαμένο. Ο Χόλι ανοιγόκλεισε τα μάτια και κοίταξε τους υπολοίπους που αντάλλαζαν κι εκείνοι ματιές ξαφνιασμένοι και γεμάτοι απορία. Τι στο διάβολο συνέβη πάλι; Δεν ήξερε, αλλά κάτι του έλεγε πως δεν επρόκειτο να ηρεμήσει σ’ αυτό το ταξίδι ούτε για πέντε αναθεματισμένα λεπτά. Ούτε για μια γαμημένη στιγμή. Έτσι, πήρε μια βαθιά ανάσα κι ετοιμάστηκε ν’ αντιμετωπίσει το νέο πρόβλημα που εμφανίστηκε, ό,τι κι αν ήταν αυτό.

    The Day That Music Died – Εισαγωγή

    Νίκος Κατέχης

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    εισάγετε το σχόλιό σας!
    παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ