Σάββατο, 8 Αυγούστου, 2020
More
    Αρχική Ελληνική Λογοτεχνία Το πλάσμα που δεν έπρεπε να υπάρχει - Θοδωρής Καραδιαμαντής

    Το πλάσμα που δεν έπρεπε να υπάρχει – Θοδωρής Καραδιαμαντής

    -

    Το πλάσμα που δεν έπρεπε να υπάρχει. Ένα απομονωμένο νησί του βορείου Αιγαίου, η Θρόνιδα. Ερημικό, ξεχασμένο, δίχως τουρισμό και δίχως καν όμορφες παραλίες. 

    Προσωπική άποψη: Παντελής Μαυρομμάτης

    Η καταιγίδα μαίνεται μανιασμένα, οι άνεμοι που πνέουν είναι πολύ δυνατοί, τα κύματα θεόρατα και το μεγάλο βουνό δίπλα απ’ τον παραλιακό δρόμο “κοιτάζει” απειλητικά το τοπίο από ψηλά. Ο Θέμης Εκατομάτης, κάτοικος του νησιού εδώ και χρόνια, διασχίζει με το αμάξι του τον παραλιακό δρόμο. Είναι η μέρα που ο ίδιος σύντομα θα θέλει να ξεχάσει. Είναι η ημέρα που σκοτώθηκε. Ένας μεγάλος βράχος ξεκολλάει από το βουνό και πέφτει πάνω στο αμάξι του. Ο Θέμης πεθαίνει, η συνοδηγός του, η Νίκη, χαροπαλεύει αιμόφυρτη και χιλιοτσακισμένη.

    Πολύ δυνατό το ξεκίνημα του βιβλίου, με ιδιαίτερη έμφαση στη μεταφορά της ατμόσφαιρας που εκτυλίσσεται η ιστορία. Το πρώτο που έκανα μόλις διάβασα το σημείο αυτό, ήταν να αναζητήσω αν όντως υπάρχει αυτό το νησί, η Θρόνιδα. Για κάποιο λόγο, μου κίνησε την περιέργεια.

    Μετά το μοιραίο συμβάν, το πνεύμα του Θέμη μεταφέρεται στην Άβυσσο. Μια αόρατη οπτασία με πλοκάμια τον πλησιάζει και τον τυλίγει, προσφέροντάς του πίσω τη ζωή του. Υπάρχει και το κατάλληλο αντίτιμο όμως. Ο Θέμης δέχεται τη σκοτεινή συμφωνία και οι μοίρες των δύο αντιστρέφονται. Ο τελευταίος επανέρχεται στη ζωή, την ίδια ώρα που η συνοδηγός του στο αυτοκίνητο, η Νίκη, πεθαίνει.

    «Θέλεις να γυρίσεις πίσω;» τον ρώτησε η κακόβουλη φωνή. «Θέλεις να γλιτώσεις το σκοτάδι;»

    Τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου ρέουν ευχάριστα, με τον συγγραφέα να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις περιγραφές του απομονωμένου νησιού, με τις άγονες παραλίες, την παλιά προβλήτα και τον φάρο, την άγρια φύση και το απότομο βουνό, κοντά στο απομονωμένο και υπερπολυτελές διώροφο σπίτι του Θέμη που βρίσκεται στο δάσος. Ιδιαίτερα ρεαλιστική είναι και η πρώτη επαφή του αναγνώστη με τη σκοτεινή Άβυσσο, με το “πεινασμένο σκοτάδι” της και τους “ψιθύρους και τις κραυγές που έρχονταν από κάποιο ακαθόριστο βάθος” να τον βάζουν από νωρίς στην ατμόσφαιρα του σκοτεινού “παιχνιδιού” που θα ακολουθήσει.

    “Ο Μίλτος καθόταν αμέριμνος στο διαμέρισμά του, δεν πήγαινε το μυαλό του στο τι μπορεί να γινόταν κάπου, όχι και τόσο μακριά. Κάτι που θα τον επηρέαζε και θα τον τραβούσε σαν δίνη σε έναν νέο κόσμο φρίκης και τρέλας.”

    Ο Θέμης επιστρέφει στη ζωή, βρίσκοντας πλέον παρηγοριά μονάχα στη μοναξιά του, κι ας γνωρίζει ότι δεν είναι πράγματι μόνος. Ακούει συνεχώς σπαρακτικούς γυναικείους λυγμούς. “Άσε με ήσυχο”, θέλει συνεχώς να φωνάξει. Ξέρει όμως ότι δεν θα τον ακούσει κανείς. Ψάχνει απεγνωσμένα βοήθεια από κάποιον ειδικό για να απαλλαγεί από τα έντονα μεταφυσικά φαινόμενα που βιώνει. Μετά από σχετική αναζήτηση στο διαδίκτυο, εντοπίζει κάποιον ονόματι Μίλτο Καλό από την Αθήνα, ο οποίος παλιότερα ασχολιόταν με τον μυστικισμό, τους εξορκισμούς, διάφορες έρευνες στο μεταφυσικό και άλλες σχετικές απόκρυφες τελετές.

    Το πλάσμα που δεν έπρεπε να υπάρχει – Θοδωρής Καραδιαμαντής

    Αρχικά, ο μάγος αρνείται να βοηθήσει τον Θέμη, αναφέροντάς του πως όλα αυτά τα έχει αφήσει οριστικά στο παρελθόν. Μόλις όμως ο Μίλτος ακούει την προσφορά των είκοσι χιλιάδων ευρώ, αλλάζει γνώμη και ξεκινάει για το μακρινό ταξίδι. Η διαδρομή μέχρι το νησί είναι γεμάτη εκπλήξεις από τον απίστευτα άστατο καιρό, τις οποίες ο συγγραφέας περιγράφει με τρόπο που όσο το διάβαζα νόμιζα πως βρισκόμουν μέσα στο πλοίο και την καταιγίδα. Ένιωθα ότι τα ζω όλα αυτά στην πραγματικότητα, τη βροχή, τους δυνατούς ανέμους, το κρύο, τη μυρωδιά της θάλασσας, το ταρακούνημα του πλοίου.

    Έχεις πεθάνει ήδη, γιατί φοβάσαι;

    Ο μάγος καταφθάνει στο νησί σχεδόν ταυτόχρονα με δύο φίλους του Θέμη, τους οποίους ο τελευταίος κάλεσε πρόσφατα γιατί, όπως τους είπε, δεν ένιωθε καλά και ήθελε λίγη παρέα. Οι τρεις τους καταφθάνουν στη μεγάλη βίλα. Ο Θέμης που θα αντικρίσουν, όμως, δεν είναι ο Θέμης που γνώριζαν, αυτός που ήταν πριν το ατύχημα. Έχει αδυνατίσει πολύ, κουτσαίνει και περπατάει μονάχα με τη βοήθεια της μαγκούρας του, τα μαλλιά του έχουν αρχίσει να μακραίνουν και να ασπρίζουν, ενώ το παρουσιαστικό του δείχνει μόνιμα χλομό και αρρωστημένο. Κανένας από τους τρεις επισκέπτες δεν φανταζόταν αυτό που θα επακολουθήσει. Ποια είναι τα πραγματικά σχέδια του Θέμη και τα οποία αγνοούν πλήρως οι τρεις επισκέπτες;

    «Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια».

    (Νίκος Καζαντζάκης)

    Και εδώ παρατηρούμε μια εξαιρετικά λεπτομερή και αναλυτική παρουσίαση του διώροφου σπιτιού, με το σκοτάδι -πραγματικό και μη- που περιέκλειε μέσα του, το ψηλοτάβανο καθιστικό, το τζάκι και τη βιβλιοθήκη, την πράσινη ταπετσαρία στους τοίχους, το μονίμως σκοτεινό επάνω πάτωμα, τη μυστηριώδη πόρτα πίσω από την ξύλινη σκάλα, τα παλιά έπιπλα και τις μόνιμα τραβηγμένες κουρτίνες, τους ήχους από το γυναικείο κλάμα που διαπερνούσε τους τοίχους και το μεγάλο δάσος που απλωνόταν γύρω του. Η ατμόσφαιρα γίνεται σταδιακά όλο και πιο επιβλητική, προετοιμάζοντας κατάλληλα τον αναγνώστη για την εξέλιξη της σκοτεινής αυτής ιστορίας.

    Εδώ θα ήθελα να αναφέρω δύο σκηνές που ξεχώρισα. Η μία είναι αυτή με το χαλασμένο ραδιόφωνο. Κρατήστε το αυτό σαν παρατήρηση πριν διαβάσετε το βιβλίο, περισσότερα δεν αναφέρω για να αποφύγω τα spoiler. Η δεύτερη σκηνή είναι η τελευταία σελίδα του βιβλίου, όπου απλά έμεινα με το στόμα ανοιχτό.

    “Η ελπίδα είναι μια μικρή ψευδαίσθηση…”

    Ποια παράξενη δύναμη έκρυβε τελικά το νησί; Ποια ήταν τελικά η πραγματική πηγή της… “φωνής”; Γιατί οι κάτοικοι της Θρόνιδας ήταν τόσο απόμακροι με τους ξένους που επισκέπτονταν το νησί τους και για ποιο λόγο ένιωθαν ιδιαίτερη αποστροφή για τον Θέμη και τους οικείους του; Ποιος ο πραγματικός λόγος που ο τελευταίος κάλεσε εσπευσμένα τους φίλους του στο νησί; Και τέλος, για ποιον θα “χτυπήσει η καμπάνα” στο φινάλε;

    Το Πλάσμα που δεν έπρεπε να υπάρχει είναι ένα μυθιστόρημα που κυλάει νεράκι από την αρχή ως το τέλος και το οποίο μου θύμισε αρκετά το εξαιρετικό βιβλίο “Οι Μακάριοι” του Μάριου Δημητριάδη. Την ιστορία θα εκτιμήσουν λίγο παραπάνω οι φίλοι του ακραίου και σκληρού ήχου της μέταλ μουσικής, καθώς και οι οπαδοί του τεράστιου H. P. Lovecraft. Εν κατακλείδι, η πρώτη συγγραφική δουλειά του Θεόδωρου Καραδιαμαντή είναι άκρως ενθαρρυντική και αναμένουμε με προσμονή την επόμενη.

    Κατά τον δαίμονα εαυτού

    Περίληψη: Ο Θέμης Εκατομάτης πέθανε μια βροχερή μέρα στον δρόμο. Παρ’ όλα αυτά, μία σκοτεινή συμφωνία του με κάτι φριχτό, τον επανέφερε στη ζωή. Διαλυμένος ψυχικά και σωματικά, ο Εκατομάτης περνά, πλέον, τις μέρες του κλεισμένος στον οίκο της οικογενείας του, στο απομακρυσμένο νησί της Θρόνιδας, έναν άγριο και αφιλόξενο τόπο. Εκεί στοιχειώνεται καθημερινά από τους πιο σκοτεινούς του εφιάλτες.

    Απεγνωσμένος όπως είναι, θα στραφεί στη βοήθεια ενός ειδικού, του Μίλτου Καλού. Πρόκειται για έναν μάγο που, αν και έχει αποσυρθεί από τις έρευνές του αναφορικά με το υπερφυσικό, θα τολμήσει το δύσκολο ταξίδι για τη Θρόνιδα, στην προσπάθειά του να ανακαλύψει το σκοτεινό μυστικό που κρύβεται εκεί.

    Το νησί θα αποτελέσει πόλο έλξης και συνάμα φονική παγίδα, για τους παλιούς του φίλους. Τον Θέμη, τη Γιώτα και τον Γιώργο. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους εκεί, θα έρθουν σε επαφή με τρομακτικές καταστάσεις, αντιλαμβανόμενοι πώς ο Θέμης που γνώριζαν δεν υπάρχει πια. Ωστόσο θα επιστρατευτούν από τον Μίλτο Καλό έτσι ώστε να λύσουν το σκοτεινό μυστήριο και να αντιμετωπίσουν το φριχτό πλάσμα που δεν θα έπρεπε να υπάρχει!

    Στοιχεία Βιβλίου

    Τίτλος: Το πλάσμα που δεν έπρεπε να υπάρχει

    Συγγραφέας: Θοδωρής Καραδιαμαντής

    Εκδόσεις: Πηγή 

    ISBN:  978-960-626-190-9

    Έτος έκδοσης: 2019

    Επιμέλεια κειμένου: Ζωή Τσούρα

    Επεξεργασία κεντρικής εικόνας: Στέλλα Στραύκου

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here