Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου, 2020
More
    Αρχική Συγγραφής Τέχνη Το χαμένο μάτι του Κύκλωπα - Νίκος Γκίκας

    Το χαμένο μάτι του Κύκλωπα – Νίκος Γκίκας

    -

      Το χαμένο μάτι του Κύκλωπα

    ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΝΑΠΟΔΙΕΣ ΠΟΥ αντιμετώπιζε στη ζωή του ο κύριος Λέων προκαλούνταν από τον ίδιο και, στις ελάχιστες περιπτώσεις που δε συνέβαινε κάτι τέτοιο, η ατυχία που του χτυπούσε την πόρτα ήταν τουλάχιστον αποτέλεσμα δικής του αβλεψίας ή αφέλειας, να μη βλέπει τον κίνδυνο που πλησιάζει. Η τελευταία περίπτωση κακοτυχίας που τον βρήκε συνοδεύτηκε από ένα συνδυασμό των τριών αυτών παραγόντων. Συνέβη στην πιο πρόσφατη περίοδο της ζωής του και οι συνέπειές της δεν έχουν καταμετρηθεί ακόμα.

    Σημαντική συμβολή σε αυτό έχει η ημέρα των γεγονότων, η περασμένη Παρασκευή, και η ιδιομορφία στον τρόπο λειτουργίας του Δικαστικού Συστήματος της Ελλάδας, σύμφωνα με την οποία οι τακτικοί ανακριτές και οι εισαγγελείς δεν εργάζονται τα σαββατοκύριακα. Δεδομένης αυτή της συγκυρίας, ο κύριος Λέων υποχρεώνεται τώρα να περάσει τρεις ολόκληρες νύχτες στο κρατητήριο του αστυνομικού τμήματος.

    Η αρχή της ιστορίας τοποθετείται λίγες ημέρες πριν, και συγκεκριμένα το απόγευμα ενός Σαββάτου, στο σαλόνι μιας νεοκλασικής κατοικίας, στο φιλήσυχο νησί των Σπετσών. Ο κύριος Λέων βρισκόταν εκεί ως καλεσμένος ενός φιλικού ζευγαριού, παρασυρμένος από τις φιλοφρονήσεις που είχε δεχτεί για τις ακαδημαϊκές του γνώσεις. Είχαν γνωριστεί σε μια διάλεξη σχετικά με την αναγκαιότητα της διδασκαλίας της κλασικής λογοτεχνίας στη σύγχρονη εκπαίδευση κι ο κύριος Λέων διέπρεψε εις διπλούν, με τις ισάριθμες ερωτήσεις του προς τον κεντρικό ομιλητή και την ίδια παρατήρηση που ακολούθησε και τις δύο απαντήσεις: ήταν μια ρήση του φιλόσοφου Αριστοτέλη, που καυτηρίαζε τη γνωσιολαγνεία των νεωτεριστών και τις ευθείες βολές τους προς κάθε τι κλασικό.

    Ο κύριος Λέων δεν είχε ιδιαίτερες ακαδημαϊκές γνώσεις, ούτε κάποιες διακρίσεις, πέραν ενός πτυχίου Κλασικής Φιλολογίας, που δεν του χρειάστηκε ποτέ. Ήταν διορισμένος σε μια υπηρεσία του Κράτους, όμως η ευρυμάθεια και η ευστοχία των ισχυρισμών του προκαλούσαν το θαυμασμό ακόμα κι εκείνων που τον περιφρονούσαν ή αγνοούσαν την ύπαρξή του. Η αιτία, για την οποία περνούσε παντού απαρατήρητος -μέχρι, φυσικά, να μιλήσει- βρισκόταν στο παρουσιαστικό και στους τρόπους του. Εξωτερικά θύμιζε ταμία τράπεζας της μεταπολεμικής περιόδου και η συμπεριφορά του συναγωνιζόταν σε πιστότητα εκείνη μιας παρθένας κόρης. Το βλέμμα εστίαζε μονίμως χαμηλότερα από το ύψος του προσώπου του, σαν να προσπαθούσε να ανοίξει μια τρύπα στη γη με τα μάτια και να κρυφτεί μέσα. Πριν μιλήσει, τακτοποιούσε πάντοτε τα μυωπικά γυαλιά στη μύτη του κι ο τόνος της φωνής του ηχούσε μερικές οκτάβες χαμηλότερα από εκείνη που συνηθίζεται στο δημόσιο λόγο, σαν να ντρεπόταν για τις γνώσεις του, ή ακόμα και για την ύπαρξή του.

    Απεχθανόταν τις εξαρτήσεις και κάθε μορφή ασωτίας, και οι συνάδελφοί του αντάλλασαν μεταξύ τους υποθέσεις σχετικά με τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, συμφωνώντας, εν τούτοις, πως, αν και είχε πατήσει τα σαράντα, σίγουρα ήταν ακόμα παρθένος. Οι φιλίες του περιορίζονταν στον όροφο που βρισκόταν το γραφείο του και καθορίζονταν από τα θελήματα που επέλεγε ο ίδιος να κάνει για τους άλλους, συνήθως να φέρνει καφέδες, τυρόπιτες, τσιγάρα ή κάποιο προϊόν υγιεινής για τις δύσκολες μέρες μιας συναδέλφου, που ήθελε να διασκεδάσει με τη δειλία του.

    Με τις γυναίκες ακολουθούσε μια τακτική που τον απάλλασσε από κάθε κουτσομπολιό, -σχέσης ή κρυφής ερωτικής επιθυμίας- και η οποία συμπυκνωνόταν σε μια ακαμψία του προσώπου και του σώματός του. Αυτή η τόσο άκομψη ιδιαιτερότητα φλόγιζε, πολλές φορές, τη φαντασία και την περιέργεια κάποιων, και κάπου εκεί άρχιζαν οι δοκιμασίες, τα μαρτύριά του. Το πιο δημοφιλές ήταν να αναθέσουν σε κάποια από τις συναδέλφους του να τον προκαλέσει, με τρόπο που να μην άπτεται της χυδαιότητας, αλλά και να μην αφήνει αμφιβολίες στο μυαλό του για τις πονηρές προθέσεις της. Συνήθως ήταν ένα άγγιγμα, φαινομενικά τυχαίο, που όμως στόχευε σε συγκεκριμένο σημείο του σώματος, με χαρακτηριστική χρονική διάρκεια και ένταση. Άλλες φορές επιλεγόταν κάποιο διάφανο γυναικείο εσώρουχο, το οποίο επιδεικνυόταν στην ομήγυρη ως νέα αγορά και ζητούσε τη γνώμη των ανδρών σχετικά με την αποτελεσματικότητά του σαν όργανο αποπλάνησης. Ο κύριος Λέων δεν απαντούσε ποτέ· αντ’ αυτού, προτιμούσε να σκύψει πάνω από τα έγγραφα στο γραφείο του, ζητώντας εκεί ένα καταφύγιο στον κόσμο των πειρασμών.

    Ως γνήσιος μισάνθρωπος -κατά τους άλλους- κι ως απομονωμένος ψυχαναγκαστικός, -κατά τον ίδιο- ο κύριος Λέων παραξενεύτηκε και χάρηκε ταυτόχρονα με την πρόσκληση του ηλικιωμένου ζεύγους να παραστεί σε μια φιλολογική βραδιά στο σπίτι τους το ερχόμενο Σάββατο. Στη συγκέντρωση είχαν προσκληθεί κι άλλοι φίλοι του ζευγαριού, ορισμένοι απ’ τους οποίους ήταν ερασιτέχνες -πάει να πει γνήσιοι- λογοτέχνες ή ρομαντικοί μελετητές λογοτεχνικών σχολών που ανέδιδαν αρώματα αίγλης και νοσταλγίας.

    Βρέθηκε στο πλατύσκαλο της πολυτελούς κατοικίας στις οκτώ ακριβώς, την ώρα δηλαδή που του είχε υποδειχθεί, και αφού είχε ξοδέψει τα δώδεκα λεπτά που υπολείπονταν της ακρίβειάς του, προβάροντας το χαιρετισμό του, αυτοσυστηνόμενος σε μερικά δέντρα της διπλανής πλατείας. Ψιθύρισε το όνομά του στην υπηρεσία κι ακολούθησε τα βήματά της μέχρι τη φωτισμένη σάλα. Οι οικοδεσπότες τον υποδέχτηκαν σαν ευγενή, με μια ελαφριά υπόκλιση, που μόνο εκείνος γνώριζε πόσο επιθυμούσαν να δουν κάποια στιγμή τα μάτια του, και με τις τυπικές φιλοφρονήσεις για την ακρίβειά του και την καλλιέργεια που τον διέκρινε, εχέγγυο για μια ενδιαφέρουσα βραδιά. Ο κύριος Λέων ανταποκρίθηκε στην ευγένεια που απολάμβανε, σχολιάζοντας με θαυμασμό τη διακόσμηση της οικίας, επιλεγμένη εξ ολοκλήρου από την οικοδέσποινα, και διένειμε τα σέβη και τους καλλιεργημένους τρόπους του σε όποιον εκείνη επέλεγε να του συστήσει, οδηγώντας τον κρεμασμένο από το χέρι της.

    Η αναποδιά -ή, μάλλον, η αρχή της- τον βρήκε κάτω από τη μικρή αψίδα που οδηγούσε στη διπλανή σάλα. Εκεί γνώρισε μια γνωστή της οικοδέσποινας, μια γυναίκα που έδειχνε όχι μεγαλύτερη από είκοσι πέντε και που μόλις είχε επιστρέψει στη χώρα με το σύζυγό της. Ήταν Ελληνίδα, όμως ζούσε για χρόνια στο εξωτερικό, κυρίως στο Λονδίνο και στη Βέρνη. Κάθε της λέξη, κάθε κίνηση, ανέδιδαν μια υψηλή μόρφωση και ευγενικούς τρόπους. Στα λόγια που αντάλλαζε με τους άλλους δεν έκρυβε τη χαρά της για την επιστροφή και την εγκατάστασή της στην Ελλάδα. Ο σύζυγός της, γνωστός τυμπανιστής σε φιλαρμονικές ορχήστρες, έμοιαζε με πρόγονός της. Ο κύριος Λέων, μαθημένος από τα καψόνια στην υπηρεσία, είχε μάθει να παραμένει ατάραχος σε οτιδήποτε έβλεπε ή άκουγε, κι έτσι διατήρησε την αταραξία και το συνεσταλμένο βλέμμα του, όταν ο εβδομηντάχρονος κύριος Λουίς τού συστήθηκε ως σύζυγος της αγέννητης εγγονής του. Ήταν ένας εύσωμος, πανύψηλος άντρας, με τεράστια γαλάζια μάτια, που κεραυνοβολούσαν όποιον τα κοιτούσε κι υπερίσχυαν του υπολοίπου προσώπου. Το μέγεθος του κεφαλιού του έμοιαζε υπερφυσικό, σε αυτό όμως συντελούσε και ο όγκος των μαλλιών, που θύμιζαν βλάστηση τροπικής ζούγκλας πάνω από το φαρδύ μέτωπο.

    Κατά τη διάρκεια της σύντομης συνομιλίας τους, ο κύριος Λέων κατέφυγε στη συνηθισμένη τακτική του με τους ανθρώπους, να μιλά με σκυμμένο το κεφάλι, δεν ήταν όμως λίγες οι φορές που οι βρυχηθμοί του συνομιλητή του, η ένταση της φωνής του κι οι άγαρμπες χειρονομίες του τον έκαναν να τον κοιτά κατάματα. Από κάποια στιγμή κι έπειτα, μάλιστα, έπαιρνε μόνος του την πρωτοβουλία να το κάνει, παρακινημένος απ’ τη συνηθισμένη ανθρώπινη περιέργεια μπροστά σε κάθε τι υπερβολικό. Γιατί, πέρα από τους τρόπους και το βλέμμα του γίγαντα τυμπανιστή, υπήρχε και η ακινησία του αριστερού οφθαλμού του, που επέμενε να κοιτά μονίμως ευθεία, αρνούμενο να μιμηθεί το πετάρισμα ή το σφάλισμα του άλλου. Ο αμφιβληστροειδής παρέμενε ακίνητος δίνοντάς του -εσφαλμένα, το παραδεχόταν αυτό- την εντύπωση πως το μάτι εκείνο ζούσε για τον εαυτό του, περιμένοντας το άλλο του μισό, -που σίγουρα δε βρισκόταν δίπλα- κι αδιαφορούσε για όσα έβλεπε ο δίδυμος αδελφός του.

    Ξέχωρα και πάνω απ’ όλα, εκείνο που τον ενοχλούσε περισσότερο στον τυμπανιστή ήταν η συμπεριφορά του προς τη γυναίκα του. Κατανοούσε -καλύτερα κι από την ίδια, ίσως- την έλξη που της προκαλούσε η άξεστη γοητεία του, όμως αρνιόταν να τον παραδεχτεί για αντάξιό της, πόσο μάλλον για ανώτερο, παρότι εκείνος επέμενε να της φέρεται σαν να ήταν. Σίγουρα, στο ξεκίνημα της σχέσης τους, η κυρία Λόρα είχε μαγευτεί από τον πρωτόγονο ανδρισμό του, παρατηρώντας τους, όμως, κάποιος εκείνο το βράδυ, θα στοιχημάτιζε πως η μαγεία είχε υποχωρήσει. Η ενόχλησή της, αν και καλά κρυμμένη πίσω από ένα προσωπείο υποχωρητικότητας και δειλίας, μπορούσε να γίνει διακριτή από ένα ζευγάρι έμπειρα μάτια. Ο τρόπος που την κρατούσε δίπλα του -περίπου σαν όμηρο σε ληστεία- και οι σύντομες, κοφτές ματιές της, που με κάθε ευκαιρία δραπέτευαν στο χώρο, δικαιολογούσαν την επιθυμία της να συμβεί κάτι για να απαλλαχθεί από το χέρι που έσφιγγε το μπράτσο της.

    Πρέπει να είδε τον κύριο Λέων να αποσύρεται στο μικρό μπαλκονάκι στην πίσω πλευρά της οικίας, αλλιώς πώς εξηγείται το ότι βρέθηκε εκεί, δίπλα του, λίγο μετά από εκείνον; Δεν πρόλαβαν να πουν πολλά, όμως εκείνος κατάλαβε περισσότερα από όσα θα του έλεγε εκείνη, ακόμα κι αν περνούσαν μαζί όλη τη νύχτα. Με το βλέμμα χαμηλωμένο, μπορούσε να κοιτά μόνο τα πόδια της, που μετακινούνταν κάθε τόσο, φανερώνοντας τον εκνευρισμό και την έξαψή της γι’ αυτό που συνέβαινε. Αν κάποιος άκουγε τον κύριο Λέων να το ισχυρίζεται αυτό, σίγουρα θα τον περνούσε για τρελό, όμως πώς αλλιώς θα μπορούσε να εξηγήσει την αλλαγή στον τόνο της φωνής της, που θύμιζε νιαούρισμα γάτας με οίστρο, και την επιμονή της να επαναλαμβάνει κάθε τόσο πόσο μόνη αισθανόταν στην Ελλάδα και πόση ανάγκη είχε από λίγους φίλους;

    Ακόμα και σήμερα, ο κύριος Λέων θυμάται πολύ καθαρά τον τρόπο με τον οποίο ανταλλάξανε τηλέφωνα. Ήταν την ώρα της απαγγελίας ενός ύμνου του Σικελιανού στο Φως, που προκάλεσε ιαχές ενθουσιασμού στην αίθουσα, δίνοντάς της την ευκαιρία να τρέξει απαρατήρητη μέχρι μέσα και να γυρίσει μ’ ένα φύλλο χαρτί και μ’ ένα μολύβι. Αφού χώρισε το φύλλο στα δύο, έγραψε το τηλέφωνό της και του το έδωσε, κρύβοντας το δικό του κάτω απ’ τη φούστα της.

    «Μόνο εκεί δεν με ψάχνει», του εξήγησε.

    Ο κύριος Λέων αναπαρέστησε την εικόνα με το μυαλό του. Ήταν πρωτάκουστο για τη λογική του, πρωτοφανές για τον πολιτισμό του εικοστού αιώνα κι αταίριαστο για έναν άνθρωπο, που είχε συναναστραφεί στα μεγαλύτερα σαλόνια της Ευρώπης, να ψαχουλεύει τη γυναίκα του, ψάχνοντας για ραβασάκια φανταστικών εραστών. Έδειχνε -σίγουρα ήταν, μέσα του δήλωνε βέβαιος γι’ αυτό- τόσο αθώα και εξαρτημένη από τον άντρα της. Η οργή τον συνεπήρε και τόλμησε να αγγίξει το χέρι της, απόδειξη του πόσο την κατανοούσε.

    Η φωνή του συζύγου-Κύκλωπα διέκοψε την τρυφερή στιγμή τους, δυναμώνοντας όσο εκείνος περιφερόταν στην αίθουσα και ρωτούσε αν είχε δει κάποιος τη γυναίκα του. Η Λόρα έκανε μεταβολή και μπήκε μέσα, την ώρα που ο κύριος Λέων πηδούσε πάνω από το κάγκελο του μπαλκονιού και προσγειωνόταν ένα μέτρο πιο κάτω, στο σκοτάδι του κήπου.

    Τη συνάντησε πάλι τρεις μέρες αργότερα, σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο, προίκα από τη μητέρα της. Ήταν το μόνο ασφαλές μέρος για να συναντηθούν, παρότι ο άντρας της έλειπε, καλεσμένος σε μια συνάντηση παλιών συναδέλφων, και η υπηρεσία του σπιτιού είχε πάρει ρεπό, αφήνοντάς τη μόνη. Αν και το πεδίο ήταν ελεύθερο, δε διακινδύνευε μια συνάντηση μαζί του στο σπίτι του Λουίς, ούτε τολμούσε να τον συναντήσει κάπου έξω, φοβούμενη πως ο άντρας της είχε βάλει ανθρώπους να την παρακολουθούν και στην Ελλάδα.

    Εκεί, στο μικρό δυάρι της Δεινοκράτους, κανείς δε θα σκεφτόταν να τη συνδέσει με έναν άνδρα που περνούσε την είσοδο της πολυκατοικίας μία ώρα αργότερα από εκείνη. Καθισμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, σ’ ένα διθέσιο καναπέ, του εξομολογήθηκε τον έρωτά της για εκείνον, παρουσιάζοντας, ταυτόχρονα, ένα σχέδιο για να μπορούν να συναντιούνται με ασφάλεια. Ο άντρας της έβλεπε μόνο απ’ το ένα μάτι. Το διαζύγιο μαζί του θα την έβλαπτε ηθικά, κοινωνικά και οικονομικά· ήταν μια γυναίκα που ζούσε μια ζωή εξαρτημένη από το σύζυγό της. Προς το παρόν λαχταρούσε την ηρεμία της και μερικές ώρες ελευθερίας. Μπορούσε να έχει και τα δύο, αρκεί εκείνος να δεχόταν να τη βοηθήσει.

    Έβγαλε από την τσάντα της ένα μπουκαλάκι και του το έδωσε. Λίγες σταγόνες στο καλό μάτι από αυτό το υγρό αρκούσαν για να τυφλώσουν το γέρο. Τότε εκείνη θα μπορούσε να έχει περισσότερη ανεξαρτησία, μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων. Θα μπορούσαν ακόμα και να συναντιούνται στο σπίτι της, μπροστά στα μάτια του συζύγου της. Θα κάθονταν στο διπλανό δωμάτιο από το δικό του και, αν ήταν προσεκτικοί, δεν θα τους έπαιρνε ποτέ είδηση.

    Όλα αυτά τα λόγια προσφέρθηκαν με κάμποσα καυτά φιλιά και χάδια, με υποσχέσεις έρωτα, λατρείας και παντοτινής ευτυχίας. Ο κύριος Λέων αποτελούσε το τέλειο θύμα για όποιον ήξερε πώς να μεταχειρίζεται το ρομαντικό λόγο. Ακόμα και τώρα, μπλεγμένος μέσα στο δίχτυ που εκείνη είχε στήσει γύρω του, αμφέβαλλε αν θα μπορούσε να αρνηθεί την πρόταση.

    Το σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή την Παρασκευή. Ο κύριος Λέων μπήκε στο σπίτι με το κλειδί της και κρύφτηκε στη ντουλάπα, όσο εκείνη κρατούσε απασχολημένη με δουλειές την οικιακή βοηθό στα πίσω δωμάτια. Ο Λουίς ξάπλωσε στο κρεβάτι του πριν τα μεσάνυχτα και δε χρειάστηκε παρά λίγα λεπτά, για να αρχίσει να ροχαλίζει. Είχε προηγηθεί το τηλεφώνημα της γυναίκας του από το πατρικό της, όπου θα περνούσε τη νύχτα στο πλευρό της αδιάθετης μητέρας της. Μπορούσε να είναι βέβαιος γι’ αυτό, αφού είχε ευχηθεί ο ίδιος «περαστικά» στην πεθερά του και είχε δει με το μάτι του τον αριθμό του τηλεφώνου της στην οθόνη του δικού του.

    Λίγο μετά τη μία, ο κύριος Λέων βγήκε από την κρυψώνα του και πλησίασε το γίγαντα που κοιμόταν. Έσκυψε πάνω του, άνοιξε το μπουκαλάκι, γέμισε το δοσομετρητή με υγρό και σημάδεψε το δεξί μάτι. Με μια απότομη κίνηση, ακινητοποίησε το κεφάλι του γέρου, πιέζοντας το πρόσωπο και ετοιμάστηκε να στάξει το υγρό. Ο Λουίς ξύπνησε ξαφνιασμένος και, μόλις το μάτι του άνοιξε, δέχτηκε όλη την ποσότητα του υγρού. Ένα ουρλιαχτό και μερικές βλαστήμιες έκαναν τον κύριο Λέων να τραβηχτεί γρήγορα πίσω. Ο Λουίς έτριβε το μάτι του με λύσσα και σφάδαζε πάνω στο στρώμα, αφήνοντας ένα διαπεραστικό ουρλιαχτό, όμοιο με κλάμα μικρού κοριτσιού. Ο κύριος Λέων βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο και δίχως να κοιτάξει πίσω χάθηκε στο σκοτάδι. Μέχρι να στρίψει στην πρώτη γωνία του δρόμου, άκουγε ακόμα τα ουρλιαχτά του γέρου, που ζητούσε βοήθεια.

    Πέρασε λίγο διάστημα, μέχρι να ξεθαρρέψει και να βγει απ’ το σπίτι του. Όλες τις προηγούμενες ημέρες, και κάμποσες ακόμα, είχε φροντίσει κι είχε πάρει άδεια από την υπηρεσία του, δηλώνοντας ασθένεια. Χρειάστηκαν αρκετές προσπάθειες, διαβεβαιώσεις πως όλα είχαν πάει καλά, για να πειστεί να εγκαταλείψει την κρυψώνα του. Κανόνισε να συναντήσει τη Λόρα στο σπίτι της, το βράδυ της Κυριακής, παρουσία του συζύγου. Το σχέδιο είχε ευτυχή κατάληξη και μπορούσαν πλέον να συναντιούνται ανενόχλητοι. Η οικιακή βοηθός είχε το ρεπό της και ο γκρινιάρης γέρος είχε πέσει σε μακρά μελαγχολία και βαθιά σιωπή. Είχε τυφλωθεί ολότελα και τα πρώτα συμπεράσματα της αστυνομίας έκαναν λόγο για κλοπή, αφού η κοσμηματοθήκη της συζύγου βρέθηκε άδεια. Φυσικά και ήταν, αφού είχε φροντίσει να την αδειάσει η ίδια η σύζυγος. Οι περισσότερες υποψίες στρέφονταν στο περιβάλλον της οικιακής βοηθού, εφόσον  δεν είχαν βρεθεί σημάδια διάρρηξης. Παρ’ όλα αυτά, οι αστυνομικοί δεν κατάφεραν να αποδείξουν τη συνενοχή ή την ανάμιξή της σε αυτό το ιδιότυπο έγκλημα, όμως οι υπόνοιες και μόνο αρκούσαν για να απολυθεί από την κυρία της, που πλέον είχε στα χέρια της ολόκληρη τη διαχείριση του σπιτιού και της περιουσίας. Το σημερινό ρεπό επρόκειτο να είναι το τελευταίο.

    Ο κύριος Λέων έφτασε στη μονοκατοικία στις έξι το απόγευμα και αμέσως κατάλαβε αυτό που θα επακολουθούσε: στην πόρτα τον υποδέχτηκε εκείνη, φορώντας μόνο τα εσώρουχά της κάτω από μια διαφανή ρόμπα, ενώ ο άντρας της καθόταν στο σαλόνι, υπό τους ήχους μιας κακοπαιγμένης σονάτας, της οποίας τον εκτελεστή έπρεπε να αξιολογήσει, μέσα στο νέφος του καπνού της πίπας του. Όση ώρα οι δύο εραστές αντάλλασαν φιλιά και υποσχέσεις για ένα κοινό, ροζ μέλλον, από το σαλόνι ακουγόταν η γκρίνια του συζύγου για τα λάθη στην εκτέλεση του κομματιού, μέχρι που τα μουρμουρητά έδωσαν τη θέση τους σε ένα διάλογο εξ αποστάσεως μεταξύ των δύο συζύγων. Εκείνος απαιτούσε να φάει αυγά Μπένεντικτ για βραδινό. Εκείνη διαπραγματευόταν αυτή την απαίτηση, αρνούμενη να συμπεριλάβει στη συνταγή την περίφημη σος Ολαντέζ που τόσο αγαπούσε ο άντρας της, θυμίζοντάς του τη συμβουλή του γιατρού για λιτά βραδινά γεύματα, ενώ πίεζε με όλη της τη λαχτάρα το κεφάλι του εραστή της που ασφυκτιούσε ανάμεσα στα στήθη της. Ήταν ένας διάλογος τον οποίο εκείνη περισσότερο απολάμβανε παρά υπέμενε, σκεπτόμενη την άγνοια του συζύγου της για τη μοιχεία που διέπραττε η γυναίκα του πίσω από τον τοίχο του σαλονιού. Ο κύριος Λέων κρατούσε, όπως συνήθιζε πάντοτε, το ρόλο του κομπάρσου, του άβουλου συμμετέχοντα που απλώς παρίσταται και ακολουθεί τα πάθη και τις επιδιώξεις των γύρω του, και αυτή τη φορά είχε ένα σοβαρό κίνητρο για να το κάνει, απολαμβάνοντας την πρωτόγνωρη για εκείνον αίσθηση μιας βρώμικης απόλαυσης, του πιο απαγορευμένου στην κλίμακα των αμαρτημάτων.

    Η απόλαυση διακόπηκε από έναν βρυχηθμό κι ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα της κουζίνας. Ο γέρος στεκόταν εκεί και τους κοιτούσε, τουλάχιστον αυτό έδειχνε η έκφραση του προσώπου του. Το δεξί μάτι του ήταν καλυμμένο με ένα πετσί και το αριστερό κοιτούσε εκείνη.

    «Το ‘ξερα!» φώναξε και όρμησε κατά πάνω τους. «Το ‘ξερα πως δεν ήταν διαρρήκτης!»

    Η Λόρα χλόμιασε, πετάχτηκε από τον πάγκο κι έκανε λίγα βήματα στο πλάι για να κερδίσει απόσταση. «Μα, πώς;» ψιθύρισε.

    «Πώς; Πώς βλέπω; Αυτό δε θες να πεις; Βλέπω, ηλίθια σκύλα, όπως είδα κι αυτόν, εκείνη τη νύχτα, σκυμμένο πάνω μου. Τώρα θα εξηγήσετε τα πάντα στην αστυνομία». Προχώρησε στο χολ, κλείδωσε την πόρτα της εισόδου και κατευθύνθηκε στο σαλόνι. Ο κύριος Λέων τον πρόλαβε λίγο πριν σχηματίσει τον αριθμό της Άμεσης Δράσης. Όσα συνέβησαν τα περιέγραψε, αργότερα, σαν «μια στιγμή νοητικής παλίρροιας», την οποία δεν μπορούσε να εξηγήσει. Το μαχαίρι καρφώθηκε στην πλάτη του Λουίς κι ο γέρος βρέθηκε στο χαλί, σφαδάζοντας από τον πόνο.

    Ο ανακριτής δέχτηκε να ακούσει την ιστορία του, αν και τα γεγονότα μιλούσαν από μόνα τους για φόνο εκ προμελέτης, κάτι που σήμαινε το τέλος του κυρίου Λέοντα στον πολιτισμένο κόσμο. Όσο κι αν προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του σαν έρμαιο των επιθυμιών άλλων, απέτυχε να πείσει ακόμα και το δικηγόρο που ανέλαβε να τον υπερασπιστεί. Ο γέρος δεν έβλεπε από το αριστερό μάτι· αυτό γνώριζαν όλοι οι δικοί του, ακόμα κι η γυναίκα του. Το σοκ που υπέστη η Λόρα, όταν ανακάλυψε πως αυτό δεν ίσχυε, ήταν γνήσιο, ειλικρινές, και η αντίδρασή της απολύτως δικαιολογημένη. Ο κύριος Λέων δεν είχε καταλάβει ακόμα τι του έλεγαν.

    «Μα καλά, εφόσον ο γέρος έβλεπε από το αριστερό μάτι κι όχι από το δεξί, γιατί δεν με σταμάτησε όταν του έριχνα το υγρό, γιατί δεν με κατέδωσε;»

    «Δεν ενδιαφερόταν για σας, αλλά για τη σύζυγό του, κύριε. Ήθελε να την πιάσει στα πράσα με έναν εραστή της, για να μπορέσει να βγάλει διαζύγιο χωρίς καμία οικονομική επιβάρυνση για τον ίδιο. Αν το διαζύγιο έβγαινε σε βάρος της, εκείνη δε θα έπαιρνε τίποτα από την περιουσία του».

    «Δηλαδή εκείνος ήθελε να χωρίσουν;»

    «Φυσικά, όλοι όσοι τους γνώριζαν το ήξεραν αυτό».

    «Όλοι εκτός από εμένα», μονολόγησε ο κύριος Λέων. «Πριν είπατε πως ήθελε να την πιάσει με έναν εραστή της».

    «Με εσάς. Εσείς είσαστε ο τελευταίος. Πριν από σας υπήρχαν άλλοι. Βλέπετε, ο σύζυγος είχε αντιληφθεί εδώ και καιρό τα παραστρατήματά της και προφανώς κι εκείνη το γνώριζε αυτό. Δεν είχε σκοπό να τον χωρίσει, γιατί δεν ήθελε να χάσει τη ζωή που απολάμβανε δίπλα του. Έπρεπε λοιπόν να συνεχίσει αυτόν το γάμο, δίχως όμως να της είναι βάρος εκείνος. Σκέφτηκε να τον τυφλώσει. Ο γέρος ήταν παράξενος, υποπτευόταν τους πάντες. Δεν έλεγε ποτέ τι σκεφτόταν. Ακόμα και για το χαμένο μάτι του είχε πει σε όλους ψέματα, πως ήταν το δεξί, ενώ συνέβαινε το αντίθετο. Φαίνεται πως είχε εξασκηθεί αρκετές ώρες, για να μπορεί να κρατά το υγιές μάτι ακίνητο, σαν νεκρωμένο. Παραξενιά, ιδιοτροπία, ποιος μπορεί να ξέρει; Τελικά δεν του βγήκε σε καλό. Σε κανέναν δε βγήκε σε καλό, θα έλεγα».

    Ο κύριος Λέων έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε με θλίψη τα πόδια του. «Αναρωτιέμαι πώς έχασε το μάτι του», είπε.

    «Οι συνάδελφοι στη Βέρνη με κατατόπισαν και σε αυτό. Τυφλώθηκε από το δεξί μάτι πριν είκοσι χρόνια, από την ερωμένη του».

    «Τι εμμονή κι αυτή με τα μάτια του!»

    «Τι να σας πω; Η γυναίκα εκείνη πέθανε στη φυλακή λίγα χρόνια αργότερα. Αν είχε ζήσει περισσότερο, αν ήξερε πως η φίλη της θα έριχνε, στη συνέχεια, δίπλα στο γέρο την κόρη της, θα της έλεγε από ποιο μάτι δεν έβλεπε ο εραστής της κι ίσως τώρα να είχατε γλιτώσει και εσείς και εκείνος».

    Νίκος Γκίκας

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here