Μαζευόμασταν πάντα στο καθιστικό. Από κει μπορούσαμε να χαζεύουμε τα φωτάκια του δέντρου που αντανακλούσαν στον τεράστιο καθρέφτη του σκαλισμένου σκρίνιου. Τη μέρα των Χριστουγέννων ο πατέρας άναβε πάντα το τζάκι.

Η όλη διαδικασία έμοιαζε περισσότερο με ιερό τελετουργικό που έδινε μια νότα κατάνυξης και ζεστασιάς. Το σπίτι είχε κατακλυστεί από τις μυρωδιές της μητέρας. Μπισκότα, μελομακάρονα και κάθε λογής λιχουδιά που θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί βρίσκονταν παρκαρισμένα σε δυο μεγάλες πιατέλες με σχέδιο τον Άη Βασίλη και το έλκηθρο με τους ταράνδους του. Το παιχνίδι είχε αρχίσει και μαζί με αυτό και οι φωνές μας που ακούγονταν ως έξω. Μονόπολη, Taboo, Αγωνία… Όλοι ενώναμε τις δυνάμεις μας εναντίον του πατέρα. Και εκείνος, εκεί! Να μη μας αφήνει κάθε χρόνο να κερδίσουμε!

Πίσω από το στρόγγυλο τραπέζι, καθισμένη στην πολυθρόνα της, αμέτοχη, αλλά ποτέ εξαφανισμένη, εκείνη. Ο «Ινδιάνος», έτσι την φώναζα χαϊδευτικά. Της άρεσε, όχι ότι μου χαλούσε και ποτέ χατίρι. Δεν ξέρω γιατί την αποκαλούσα με αυτό το προσωνύμιο. Ίσως επειδή είχε γκρίζα, μακριά μαλλιά και σχιστά μάτια. Ίσως γιατί δε μιλούσε πολύ, αλλά τα καταλάβαινε όλα. Φτάνει να σε κοιτούσε μες στα μάτια. Εγώ, η αδερφή μου, η Λένα, η μάνα, ο πατέρας και η γιαγιά. Εκείνες οι μέρες ανήκαν σε μας και μόνο. Μέχρι η οικογένειά μας να μεγαλώσει. Δεν άλλαξαν και πολλά. Ευτυχώς, δηλαδή. Ο πατέρας και η μάνα έγιναν παππούς και γιαγιά. Μπορώ να παραδεχτώ ότι το ευχαριστιούνται περισσότερο που παίζουν με τα εγγόνια τους και όχι με μένα και την αδερφή μου. Δε ζηλεύω, αλλά χαίρομαι. Μονάχα, ένα παράπονο. Φέτος κάποιος θα λείπει από το γιορτινό τραπέζι. Το γνωρίζουμε όλοι καλά. Πεισμώνω που δεν μπορώ να κάνω τίποτα για αυτό. Κάποιες φορές δακρύζω, αλλά κρύβομαι γιατί δε με παίρνει να με πάρουν τα ζουμιά. Θα έδινα τα πάντα να ήταν κοντά μας. Να την έβλεπα έστω και για λίγο. Να την μύριζα. Αλλά πώς να αλλάξεις τη Μοίρα; Πώς να φέρεις πίσω τον αγαπημένο σου «Ινδιάνο»…

Έκτορας Απέργης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here