Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου, 2024
More
    ΑρχικήΣυγγραφής ΤέχνηΧριστουγεννιάτικη Ζεστή Σοκολάτα - Κεφάλαιο 7

    Χριστουγεννιάτικη Ζεστή Σοκολάτα – Κεφάλαιο 7

    -

    Χριστουγεννιάτικη Ζεστή Σοκολάτα – Κεφάλαιο 7

    Η μουσική είχε σταματήσει αρκετή ώρα μα εκείνοι συνέχιζαν να λικνίζονται χωρίς να μιλούν, απλά κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο.

    Ένα δυνατό σφύριγμα τους ξύπνησε από τον λήθαργο και ο Αχιλλέας επέστρεψε, κρατώντας την Φοίβη από το χέρι, κοντά στην Ελισάβετ που κοίταζε ειρωνικά την απέναντι πλευρά της αίθουσας.

    «Καλά να πάθεις, Αγησίλαε, που σου έφυγε η μασέλα. Για να μάθεις να σφυρίζεις και να διακόπτεις τα παιδιά» είπε και ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το ποτήρι που κρατούσε.

    Οι διαμαρτυρίες του Αγησίλαου πνίγηκαν από τον ξαφνικό βήχα της Ελισάβετ που τον έκανε να σπεύσει να την πλησιάσει όσο μπορούσε πιο γρήγορα.

    «Τι έχεις, βασίλισσα μου;» την ρώτησε.

    «Μην ανησυχείς, έβαλα λίγο ουίσκι στην σοκολάτα που έφερε ο Αχιλλέας μου για να μην φαίνεται και επειδή είχα καιρό να πιω μου έκαψε τον λαιμό».

    «Ελισάβετ!» ξεκίνησε να την μαλώνει ο Αχιλλέας.

     «Αν το μάθουν οι νοσοκόμες, αλίμονο μας» μουρμούρισε ο Αγησίλαος.

    «Ξέρουν αυτές να διασκεδάσουν; Όταν εγώ ήμουν στην ηλικία τους περπατούσα και έπαιρναν φωτιά τα πεζοδρόμια» είπε και έστρωσε με τα δάχτυλά της μια ατίθαση λεύκη τούφα μαλλιών. «Δεν ήμουν όλη μέρα με το πρόσωπο κολλημένο σε ένα τηλέφωνο».

    «Ναι αλλά…»

    «Όχου μωρέ Αγησίλαε, πόσο φοβητσιάρης είσαι πια; Επιζήσαμε από τον πόλεμο, κατοχή, εμφύλιο, δικτατορία. Τι θα σου κάνουν πια οι νοσοκόμες; Ζήσε λίγο έντονα!»

    «Δηλαδή, πόσο έντονα;»

    «Ραντεβού μόλις κλείσουν τα φώτα στης Μίνας, εγώ θα φέρω το μπουκάλι κι εσύ τους ξηρούς καρπούς, κοίτα μην φέρεις πάλι φουντούκια και δεν μπορείς να τα μασήσεις. Κάλεσε και τους υπόλοιπους να έρθουν με ησυχία, αλλιώς θα μας κλειδώσουν τις πόρτες για ένα μήνα όπως τότε».

    «Τι έκανες Ελισάβετ την προηγούμενη φορά;» ρώτησε ο Αχιλλέας που παρακολουθούσε την συζήτησή τους μέχρι τώρα δίχως να σχολιάσει.

    «Τίποτα γλυκέ μου, μην ανησυχείς» του απάντησε με ένα αθώο ύφος που δεν ξεγελούσε κανέναν. «Απλά τάραξα λίγο τα νερά….»

    «Με ποιο τρόπο;»

    «Αχ τι μου θύμησες, Βασίλισσά μου» είπε ο Αγησίλαος. «Ωραία περάσαμε όμως» συνέχισε με ένα ονειροπόλο βλέμμα.

    «Λοιπόν αρκετά με εμάς, εσείς είναι ώρα να φύγετε από εδώ» δήλωσε απευθυνόμενη στον Αχιλλέα.

    «Μα είναι Χριστούγεννα, δεν πρόκειται να σε αφήσω μόνη» διαμαρτυρήθηκε εκείνος.

    «Είμαι ανάμεσα σε τόσο κόσμο, έχω ήδη πάρει τα φάρμακά μου και, όσο οι νοσοκόμες ασχολούνται με τους άλλους και δεν με βλέπουν, θα κρύψω τα κουλουράκια που μου έφερες για να τα απολαύσουμε με τους φίλους μου».

    «Ελισάβετ, μην πιεις πολύ, υποσχέθηκες πως θα προσέχεις» της υπενθύμισε ο Αχιλλέας.

    «Δεν θα την αφήσω να οδηγήσει» τον διαβεβαίωσε αμέσως όλο σοβαρότητα ο Αγησίλαος, μα τα χαχανητά της Φοίβης τον έκαναν να σταματήσει και να συλλογιστεί αυτό που μόλις είπε.

    «Ναι, θα μου πάρει την μαγκούρα» μουρμούρισε η Ελισάβετ με χαμόγελο. «Λοιπόν, μικρέ, σταματά να ασχολείσαι με έμενα, πάρε την Φοίβη και φύγε». Το ρυτιδωμένο χέρι της χάιδεψε το κεφάλι του όπως έκανε όταν ήταν μικρός. «Είστε νέοι, πηγαίνετε να διασκεδάσετε, να χορέψετε, να αγαπηθείτε με όλη την δύναμη της ψυχής σας».

    «Μην αφήνετε τις στιγμές να περνούν, γιατί δεν ξανάρχονται πίσω» πρόσθεσε με μια σπάνια δόση σοφίας και ο Αγησίλαος.

    Ο Αχιλλέας τους κοίταξε διστακτικά, από την μια ήθελε να είναι μόνος με την Φοίβη και από την άλλη δεν ήθελε να αφήσει την γιαγιά μόνη της.

    «Θα σε περιμένω αύριο το μεσημέρι» του είπε γλυκά η Ελισάβετ.

    Ο Αχιλλέας συνέχισε να κρατά το χέρι της Φοίβης όταν αποχαιρέτησαν όλους τους ηλικιωμένους και έπειτα κατευθύνθηκαν προς την έξοδο.

    Ξεκίνησαν να περπατούν δίχως να μιλούν και η αμηχανία μεγάλωνε συνεχώς. Ενώ η Φοίβη σκεφτόταν πώς θα κατάφερνε να μάθει περισσότερα πράγματα για εκείνον, είχαν ήδη φτάσει κοντά στην πλατεία όπου διάφορα συγκροτήματα έπαιζαν ζωντανή μουσική που απολάμβαναν μικροί και μεγάλοι.

    «Αχιλλέα, υπάρχει κάποια άλλη γυναίκα στην ζωή σου;» τον ρώτησε ευθέως μια και αυτή ήταν η καλύτερη οδός.

    «Εκτός από την Ελισάβετ, όχι» είπε χαμογελώντας εκείνος.

    «Εγώ μέχρι πριν ήμουν…..» άρχισε να λέει αργά η Φοίβη, αλλά ο Αχιλλέας σήκωσε τα ακροδάχτυλά του να αγγίξει τα χείλη της.

    «Ξέρω, άκουσα χωρίς να θέλω τις φίλες σου που μιλούσαν πίσω μου στην καφετέρια εκείνη την ημέρα. Όταν σε είδα λίγο αργότερα, δεν ήθελα να συνεχίσεις να στενοχωριέσαι για ένα τύπο σαν αυτόν».

    «Με λυπήθηκες;» ψιθύρισε πληγωμένη η Φοίβη και έκανε να τραβηχτεί μακριά του.

     «Όχι!» την σταμάτησε ο Αχιλλέας και πέρασε το χέρι του γύρω από την μέση της για να την επαναφέρει και πάλι κοντά του. «Με μάγεψες από την πρώτη στιγμή» είπε με την βαθιά φωνή του κοιτάζοντάς την, ενώ η καρδιά της Φοίβης θαρρείς πως έχασε αρκετούς χτύπους όταν συνέχισε να της μιλά. «Δεν ήθελα να είσαι λυπημένη και έπρεπε να σου υπενθυμίσω με κάποιο τρόπο πόσο όμορφη και σέξι είσαι στα δικά μου μάτια».

    Έσκυψε το πρόσωπό του αργά κοντά στο δικό της δίνοντάς της την ευκαιρία να αρνηθεί, μα η Φοίβη έκλεισε τα μάτια και δεν είδε εκείνη την στιγμή έναν πλανόδιο μουσικό με ένα ακορντεόν που περνούσε ακριβώς πίσω της και δοκίμασε να βρει μια Χριστουγεννιάτικη μελωδία. Ο δυνατός ήχος από το μουσικό όργανο τρόμαξε την Φοίβη, κάνοντάς την να χτυπήσει το μέτωπό της πάνω σε αυτό του Αχιλλέα και να μουγκρίσουν και οι δυο από πόνο, διακόπτοντας κάθε ρομαντική διάθεση.

    «Είσαι καλά;» της φώναξε ο Αχιλλέας, φωνάζοντας για να ακουστεί πάνω από τον γιορτινό σκοπό που άρχισε να παίζει με ζήλο ο ηλικιωμένος μουσικός με το φωτεινό πορτοκαλί παντελόνι.

    «Ναι» απάντησε η Φοίβη τρίβοντας ακόμα το μέτωπο της.

    «Έλα, πάμε λίγο πιο πέρα» πρότεινε ο Αχιλλέας και την έπιασε από το χέρι για να την οδηγήσει σε ένα παγκάκι στην άκρη της πλατείας.

    «Γιατί δεν ήρθες τότε στο ραντεβού την ίδια μέρα; Σε περίμενα αρκετή ώρα».

    «Ήρθα αλλά καθυστέρησα γιατί συνέβη κάτι στην δουλειά και δεν μπορούσα να φύγω εγκαίρως. Όταν μπήκα μέσα, οι υπάλληλοι μού είπαν πως είχες φύγει πριν από λίγα λεπτά, βγήκα έξω μα δεν σε είδα στον δρόμο».

    «Εγώ είμαι πλέον άνεργη» τον ενημέρωσε με μια δόση θλίψης. «Εσύ τι δουλειά κάνεις;»

    «Ξεναγός σε ολιγοήμερα οργανωμένα ταξίδια στην Ευρώπη» απάντησε ο Αχιλλέας. «Προσπαθώ να λείπω μόνο λίγες μέρες την εβδομάδα, ώστε να φροντίζω την Ελισάβετ σαν εθελοντής στον οίκο ευγηρίας όταν επιστρέφω. Φέτος ήταν η πρώτη χρονιά που ζήτησα να μείνω στην Ελλάδα για Χριστούγεννα και θα φύγω σε δυο μέρες».

    «Ήταν θέμα τύχης δηλαδή που συναντηθήκαμε σήμερα».

    «Εν μέρει ναι, αλλά ήθελα πολύ να σε δω ξανά και ήμουν αποφασισμένος να αφήσω ένα μήνυμα στην Άννα με το τηλέφωνό μου για να στο δώσει».

    Μια ξαφνική ριπή ανέμου τύλιξε με κρύο όλους όσους βρίσκονταν εκεί και ξεκόλλησε ένα μικρό κλαδί γκι από τους στολισμούς της πλατείας. Εκείνο αιωρήθηκε για λίγο και προσγειώθηκε μπροστά στα πόδια του Αχιλλέα που το σήκωσε και κοίταξε με νόημα την Φοίβη. Έσκυψε προς το μέρος της και αφού το κράτησε πάνω από τα κεφάλια τους, πλησίασε την Φοίβη για να την φιλήσει.

    «Καλά Χριστούγεννα!!!» φώναξε δίπλα τους ο μουσικός με το ακορντεόν. Με το ένα χέρι άρχισε να παίζει μια μελωδία και με το άλλο έτεινε το καπέλο του προς το μέρος τους για να βάλουν μέσα λεφτά.

    Χριστουγεννιάτικη Ζεστή Σοκολάτα – Κεφάλαιο 7

    Ο Αχιλλέας έστρεψε τα μάτια προς τον ουρανό αγανακτισμένος και η Φοίβη του χαμογέλασε γλυκά. Έριξε λίγα ψιλά που είχε στην τσέπη του παλτού της και κούνησε το κεφάλι της στον ρυθμό που άρχισε να παίζει με ενθουσιασμό ο μουσικός.

    «Ευχαριστούμε πολύ» είπε ο Αχιλλέας και, αφού σηκώθηκε από το παγκάκι, τράβηξε την Φοίβη μαζί του για να κατευθυνθούν σε ένα πιο ήσυχο μέρος της πλατείας. Καλά είμαστε εδώ, σκέφτηκε. Όταν πήγαν λίγα μέτρα πιο πέρα, έκλεισε την Φοίβη στην αγκαλιά του.

    Οι αισθήσεις πήραν φωτιά στο άγγιγμα και την στενή επαφή ανάμεσά τους. Έσυρε αργά τα ακροδάχτυλά του στο μάγουλό της και έγειρε το κεφάλι για να χαϊδέψει αργά με τα χείλη του τα δικά της. Συνέχισε, προτρέποντάς τα να ανοίξουν και να δεχθούν το φιλί του που γινόταν ολοένα και πιο…

    «Ρούντολφ το ελαφάκιιιιιιι» μια στεντόρεια φωνή άρχισε να τραγουδά και πάλι δίπλα τους.

    Ο Αχιλλέας σταμάτησε απότομα για τρίτη φορά και έκλεισε τα μάτια σιγοβρίζοντας, ενώ άκουγε την Φοίβη που προσπαθούσε να μην γελάσει.

    «Με μυτούλα φωτεινηηηηηηή, τα ελάφια στο κοπάδιιιιιιι» συνεχίστηκε το τραγούδι.

    Ο Αχιλλέας άνοιξε τα μάτια, γύρισε το βλέμμα προς το μέρος του και τον κοίταξε έξαλλος. «Εάν το ξανακάνεις αυτό σου ορκίζομαι πως θα σου πετάξω το γκι που κρατώ στο κεφάλι» τον απείλησε.

     «Τι κάνω;» ρώτησε με απορημένο βλέμμα ο μουσικός. «Δεν σου αρέσει ο Ρούντολφ; Θέλεις κάτι άλλο;»

    «Προτιμώ να πάρεις τον Ρούντολφ και όλο το κοπάδι με τα ελάφια και να απομακρυνθείς» απάντησε ο Αχιλλέας ενώ η Φοίβη είχε διπλωθεί από τα γέλια.

    «Και που να πάω;» αναρωτήθηκε ο μουσικός ισιώνοντας στους ώμους του το βαρύ όργανο.

    «Δεν με ενδιαφέρει» συνέχισε ακάθεκτος ο Αχιλλέας, «θέλω επιτέλους να δώσω αυτό το φιλί στην Φοίβη και συνεχώς μας διακόπτεις!»

    «Πως κάνεις έτσι; Πρώτη φορά την φιλάς;»

    Ο Αχιλλέας δεν απάντησε αλλά τα μάτια του πετούσαν φωτιές.

    «Α μάλιστα, τώρα κατάλαβα. Εντάξει μην ανησυχείς, θα το διορθώσω αμέσως τώρα».

    «Δηλαδή;»

    Ο μουσικός του έκλεισε πονηρά το ένα μάτι και απομακρύνθηκε λίγα μέτρα, έκατσε σε ένα παγκάκι και, αφού έπαιξε μερικές σκόρπιες νότες, έκανε μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας. Έβαλε τα δυο δάχτυλα στο στόμα και σφύριξε τόσο δυνατά, που όλος ο κόσμος γύρισε να τον κοιτάξει.

    «Νικόλα, Κώστα» φώναξε με όλη του την δύναμη. «Ελάτε από εδώ για λίγο, ο νεαρός από εδώ θέλει να δώσει το πρώτο του φιλί σε μια κοπέλα, πρέπει να τον βοηθήσουμε».

    «Δεν είναι το πρώτο δικό μου φιλί» γρύλισε μέσα από τα δόντια του ο Αχιλλέας. Τα μάγουλά του βάφτηκαν κόκκινα όταν όλοι, νέοι, γέροι και παιδιά, γύρισαν και τον κοίταξαν. «Είναι το πρώτο μας φιλί με την Φοίβη και δεν χρειαζόμαστε βοήθεια, ησυχία χρειαζόμαστε».

    «Μην νοιάζεσαι, φιλαράκι, για αυτό είμαστε εμείς εδώ» φώναξε και ο Νικόλας που με ένα σάλτο πήδηξε από την ξύλινη εξέδρα όπου έπαιζε με την δική του ορχήστρα και ήρθε τρέχοντας κοντά τους, κρατώντας το σαξόφωνό του.

    «Δίκιο έχει, χαλάρωσε και όλα θα γίνουν, μην είσαι νευρικός, καταστρέφεις την ατμόσφαιρα» σχολίασε και ο Κώστας που πλησίασε με την ακουστική κιθάρα του.

    «Εγώ την καταστρέφω;» ρώτησε αγανακτισμένος ο Αχιλλέας την Φοίβη.

    Αντί για απάντηση ήρθε ο σαγηνευτικός ήχος του σαξόφωνου, που άρχισε να παίζει ένα παλιό τραγούδι, να πλημμυρίσει τον χώρο, και ο Αχιλλέας αναστέναξε απελπισμένος. Η φωνή του ηλικιωμένου μουσικού με την γενειάδα εξέπληξε όλους όσους ήταν κοντά όταν άρχισε να τραγουδά:

    ‘At last my love has come along, my lonely days are over and life is like a song’….

    Τα υπόλοιπα μουσικά συγκροτήματα σταμάτησαν απότομα για να τον θαυμάσουν. Αλλά σύντομα όλοι άρχισαν να παίζουν τον ίδιο σκοπό μαζί του, σχηματίζοντας μια μεγάλη ορχήστρα.

    ‘Ooh, yeah, yeah- At last the skies above are blue. My heart was wrapped up in clover the night I looked at you…’

    Ήταν η Φοίβη αυτήν την φορά που σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της, έβαλε τα χέρια πάνω στους ώμους του Αχιλλέα για να στηριχτεί και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του. Πυροτεχνήματα έλαμψαν στον ουρανό πάνω τους μα εκείνοι δημιούργησαν τα δικά τους όταν ο Αχιλλέας έπιασε τον αυχένα και την μέση της για να την τραβήξει ακόμα πιο κοντά του όταν το φιλί βάθυνε. Σταμάτησαν έπειτα από πολλή ώρα όταν πλέον είχε τελειώσει  το τραγούδι, μα κανείς από τους δυο δεν το είχε καταλάβει.

    «Αυτό το φιλί» ψιθύρισε η Φοίβη μέσα στην αγκαλιά του Αχιλλέα, «είναι το ωραιότερο της ζωής μου».

    «Φοίβη, εγώ…» προσπάθησε να βρει τις κατάλληλες λέξεις ο Αχιλλέας, συγκλονισμένος.

    «Καλά τα πήγες για πρωτάρης» τον διέκοψε γελώντας ο ηλικιωμένος μουσικός που βρέθηκε ξαφνικά δίπλα τους, χτύπησε φιλικά τον Αχιλλέα στην πλάτη και απομακρύνθηκε μαζί με τον Κώστα και τον Νικόλα, παίζοντας  πάλι τον ‘ Ρούντολφ το ελαφάκι’.

    «Απίστευτος τύπος» μουρμούρισε ο Αχιλλέας. «Δεν περίμενα να εξελιχτεί έτσι η  βόλτα μας».

    «Πολλά πράγματα δεν εξελίχτηκαν όπως περίμενα αυτές τις μέρες» παραδέχθηκε η Φοίβη. «Όμως τώρα είμαι εδώ μαζί σου και δεν θα το άλλαζα για τίποτα στον κόσμο. Μου έκανες το ομορφότερο δώρο αυτήν την γιορτινή μέρα, Αχιλλέα».

    «Καλά Χριστούγεννα, Φοίβη» ευχήθηκε ο Αχιλλέας και έγειρε ξανά για να της δώσει άλλο ένα φιλί.

    Τέλος

    Χριστουγεννιάτικη Ζεστή Σοκολάτα – Κεφάλαιο 7

    Η ομάδα των αρθρογράφων που δημιούργησε αυτήν την ιστορία είναι :

    Νεκταρία Μαρκάκη ,  M.Liove.S ,  Μαργαρίτα Κατσίπη

    Έλενα Τόσκα ,  Αθηνά Φαρσαρίωτου, Ελένη Φυντανή

    Οργάνωση: Μαργαρίτα Κατσίπη

    Επιμέλεια :  Νεκταρία Μαρκάκη

    Εξώφυλλο :  M.Liove.S

    Χριστουγεννιάτικη Ζεστή Σοκολάτα – Κεφάλαιο 7

    Χριστουγεννιάτικη Ζεστή Σοκολάτα – Κεφάλαιο 7

    Υποστηρίξτε το blog μας με μία δωρεά, πατώντας εδώ.

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    εισάγετε το σχόλιό σας!
    παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ