Χρύσα – Κεφάλαιο 4

Είμαι εκνευρισμένη, πληγωμένη και κουρασμένη… Μόλις χωρίσαμε… Δεν υπήρχε άλλη ή μάλλον υπήρχε και την λένε Ευκαιρία ζωής. Μιας ζωής μακριά από εμένα και από ό,τι περάσαμε μαζί. Πώς γίνεται κάποιοι άνθρωποι να το έχουν τόσο εύκολο να φεύγουν; Τι τους καλεί και τους προκαλεί να αφήσουν ό,τι έχουν και να φύγουν μακριά από αγαπημένα πρόσωπα; Στην περίπτωση του Πέτρου δεν είναι τα λεφτά… Είναι ο κίνδυνος, η περιπέτεια, η αίγλη του καινούριου.

“Περάσαμε μαζί τρία χρόνια και μου λες ότι φεύγεις;”

“Χρύσα, στο ξαναλέω, έλα μαζί μου… Τέτοια ευκαιρία δε θα ξανάρθει στη ζωή μας.”

“Δεν μπορώ να αφήσω την οικογένειά μου πίσω… Είναι μεγάλοι άνθρωποι και εμείς δεν είμαστε πλέον παιδιά… Μέχρι πριν ένα μήνα ονειρευόμασταν οικογένεια, παιδιά στον τόπο μας, αλλά από όταν σου ήρθε το γράμμα για τη θέση αυτή τα ξέχασες όλα. Θέλεις να μεταναστεύσουμε, επειδή σε σύστησε η Τόνια για μία θέση στην Αμερική… Μία θέση που δεν ξέρεις αν είσαι ικανός να διδάξεις… Τι θα κάνουμε δηλαδή; Θα πηγαινοερχόμαστε Ελλάδα-Αμερική μέχρι να καταλήξεις κάπου;”

“Έκανα λάθος… Νόμιζα ότι θέλαμε τα ίδια πράγματα… Αλλά εσύ την Ελλαδίτσα σου… Λες και δεν υπάρχει κάτι κάπου καλύτερα…”

Σιωπή για ένα λεπτό. Και οι δύο είχαμε επιχειρήματα και θέλω αλλά δεν είχαμε σημείο επαφής. Δύο παράλληλες γραμμές ζωής χωρίς κοινή πορεία. Κάποιος έπρεπε να κάνει το πρώτο βήμα, και το έκανε αυτός με τον χειρότερο τρόπο.

“Εγώ φεύγω για Αμερική. Μη με περιμένεις να γυρίσω… Συνέχισε τη ζωή σου και ελπίζω να τη φτιάξεις όπως θες εσύ…”

Έφυγε και εγώ εδώ να μαζέψω τα κομμάτια μου. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ πουθενά τον πρώτο καιρό. Η δουλειά μου με ευχαριστούσε όσο έβλεπα και αυτόν εκεί, μαζί μου. Τώρα μου φαινόταν μια φυλακή που μέρα με τη μέρα στένευε και με έπνιγαν οι τοίχοι. Πέρασαν δύο μήνες και έμαθα από συναδέλφους ότι τον δέχτηκαν για τη θέση και τον όρισαν βοηθό καθηγητή, αλλά με υψηλές προδιαγραφές, να πάρει προαγωγή σε Καθηγητής μέσα στον επόμενο χρόνο. Ήμουν σίγουρη ότι θα τον δέχονταν, ασχέτως τι έλεγα εγώ. Πίστευα σε αυτόν αλλά δεν ήθελα να τον χάσω.

Διαπίστωσα ότι καθώς περνούσε ο καιρός, οι υπόλοιποι συνάδελφοι με κοιτούσαν με λύπη, παρόλο που στην αρχή δεν έδινα σημασία. Μια φίλη συνάδελφος μου εξομολογήθηκε ότι ο Πέτρος είχε αρραβωνιαστεί την Τόνια. Έξι μήνες αφότου είχαμε αλλάξει δρόμους ζωής. Δεν το άντεξα… Με το που βρέθηκε η ευκαιρία, ζήτησα να επιστρέψω στον τόπο μου και να διδάξω σε ό,τι σχολείο υπήρχε, αρκεί να είμαι κοντά σε αυτούς που με αγαπούν. Πίσω στη φωλιά μου, εκεί που ξέρω ότι τα πάντα συγχωρούνται, εκεί που ο κόσμος είναι λίγο πιο απλός.

Κατέβαινες για διακοπές στην Ελλάδα τα καλοκαίρια. Την πρώτη φορά κάθισες ένα μήνα, για να γνωρίσουν τη μέλλουσα νύφη οι γονείς σου. Τον δεύτερο χρόνο κατέβηκες για να τους πεις ότι χωρίσατε. Νέο το οποίο με άφησε παντελώς αδιάφορη.  Γιατί ήξερα. Ήξερα ότι δεν αντέχεις τις αλυσίδες. “Οι αλυσίδες είναι για τους φυλακισμένους, ενώ εμένα δεν με κρατάει κανείς… Μόνο εσύ, καρδιά μου, με κρατάς, τίποτε άλλο…” Γιατί εσύ έτσι το έβλεπες, μου είχες εξομολογηθεί μία νύχτα… Θυμάσαι;

Χρύσα – Κεφάλαιο 4

Στέλλα Στραύκου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here