Δευτέρα, 20 Απριλίου, 2026
More
    ΑρχικήΣυνεντεύξειςΣυνέντευξη - Νικόλ Κυριακοπούλου

    Συνέντευξη – Νικόλ Κυριακοπούλου

    -

    Στη σημερινή συνέντευξη στους Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών, φιλοξενείται η συγγραφέας Νικόλ Κυριακοπούλου, με αφορμή τη κυκλοφορία του βιβλίου της «Όσα κρατά το δέρμα» από τις εκδόσεις γραφή.

    Συνέντευξη

    Ρωτάει η Αγγελίνα Παπαθανασίου

    Ευχαριστούμε πολύ για τη συνέντευξη που μας παραχωρείτε. Συστήνεστε στο αναγνωστικό κοινό με το βιβλίο σας «Όσα κρατά το δέρμα», ενώ έχετε διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Πώς προέκυψε η συγγραφή στη ζωή σας; Ήρθε τυχαία ή ήταν ένα όνειρο ζωής που έγινε πραγματικότητα;

    Ν.Κ. Αρχικά, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω θερμά για τη συνέντευξη και την ευκαιρία να μιλήσω για τη δουλειά μου. Με θυμάμαι παιδί, καθισμένη στο γραφείο του δωματίου μου αργά το απόγευμα, με το φως της λάμπας αναμμένο, ένα ροζ στυλό στο χέρι και το ημερολόγιό μου ανοιχτό μπροστά μου. Έγραφα σχεδόν κάθε μέρα μικρές ιστορίες, σκέψεις, φράσεις που δεν ήθελα να ξεχάσω, χωρίς να σκέφτομαι αν έχουν κάποιον αποδέκτη. Δεν υπήρχε τότε κάποια φιλοδοξία ή στόχος· μόνο η ανάγκη να κρατήσω στη σελίδα όσα συνέβαιναν γύρω μου, πριν προλάβουν να διαλυθούν μέσα στη ρουτίνα.

    Η σχέση μου με τη γραφή παρέμεινε για χρόνια ιδιωτική. Ήταν ένας τρόπος να παρατηρώ και να κατανοώ, να δίνω μορφή σε όσα με απασχολούσαν χωρίς να χρειάζεται να τα εκθέσω. Με τον χρόνο, έγινε πιο συνειδητή και πιο απαιτητική. Άρχισα να επιστρέφω στα κείμενα, να τα δουλεύω, να αναρωτιέμαι τι αξίζει να μείνει και τι όχι. Έτσι, αυτό που ξεκίνησε σχεδόν αθόρυβα, μετατράπηκε σταδιακά σε μια σταθερή παρουσία στη ζωή μου. Δεν θα έλεγα λοιπόν ότι ήταν ένα όνειρο που απλώς πραγματοποιήθηκε, αλλά μια διαδρομή που χτίστηκε βήμα βήμα και παραμένει ακόμη ανοιχτή.

    «Όσο κρατά το δέρμα» είναι ο τίτλος της ποιητικής σας συλλογής. Περιλαμβάνει τριάντα έξι ποιήματα. Γράφτηκαν κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Υπήρχαν σε αρχεία του υπολογιστή σας και κάνατε κάποια επιλογή; 

    Ν.Κ. Τα ποιήματα του «Όσα κρατά το δέρμα» γράφτηκαν σε μια περίοδο που η ζωή μου πήρε μια απρόσμενη στροφή, ύστερα από μια σοβαρή διάγνωση υγείας. Δεν ξεκίνησαν ως σχέδιο για βιβλίο, αλλά ως ένας τρόπος να σταθώ απέναντι σε κάτι που με ξεπερνούσε.

    Έγραφα σποραδικά, σε αρχεία του υπολογιστή, σε πρόχειρες σημειώσεις, σε στιγμές που είχα ανάγκη να βάλω σε τάξη όσα συνέβαιναν. Ορισμένα από αυτά γεννήθηκαν τότε, άλλα λίγο αργότερα, όταν άρχισα να επεξεργάζομαι όσα είχα βιώσει. Δεν έκανα επιλογή με λογική αυστηρής επιμέλειας· κράτησα εκείνα που ένιωθα πως ακόμη με αφορούσαν βαθιά.

    Το σώμα, ο φόβος, η αντοχή, η ευθραυστότητα – όλα αυτά μπήκαν στους στίχους σχεδόν χωρίς να το επιδιώξω. Ίσως γιατί, όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με τα όριά σου, αντιλαμβάνεσαι αλλιώς τι σημαίνει η φράση «όσα κρατά το δέρμα». Τα ποιήματα αυτά είναι, με έναν τρόπο, το αποτύπωμα εκείνης της διαδρομής· μια προσπάθεια να καταλάβω τι μένει όταν όλα μοιάζουν αβέβαια.

    Τα ποιήματά σας καθρεφτίζουν την εποχή μας. Τα αρνητικά συναισθήματα που βιώνουν οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα, την αίσθηση ότι δεν ζουν, απλά υπάρχουν, τις διακρίσεις που υφίστανται, τους συμβιβασμούς που κάνουν. Είστε αισιόδοξη για το μέλλον; Θα καταφέρουμε να αντικρίσουμε το φως;

    Ν. Κ. Τα ποιήματα πράγματι συνομιλούν με την εποχή μας και με αυτό το αίσθημα ότι, πολλές φορές, δεν ζούμε ουσιαστικά, αλλά απλώς υπάρχουμε. Είναι κάτι που με απασχολεί έντονα και σε προσωπικό επίπεδο: η αίσθηση της αποσύνδεσης, της συνεχούς πίεσης που μας ωθεί να κινούμαστε μηχανικά, χωρίς χρόνο να σταθούμε και να αφουγκραστούμε τι συμβαίνει μέσα μας.

    Δεν θα έλεγα ότι είμαι αισιόδοξη με την κλασική έννοια. Δεν πιστεύω σε ένα μέλλον που θα «διορθωθεί» από μόνο του. Πιστεύω, όμως, στη συνειδητοποίηση. Στο ότι το να κατονομάζουμε όσα μας βαραίνουν και να τα φέρνουμε στο σώμα της γλώσσας είναι ήδη μια μορφή αντίστασης.

    Δεν ξέρω αν «θα αντικρίσουμε το φως» με τον τρόπο που το φανταζόμαστε. Ίσως, όμως, το φως να μην είναι κάτι που αναμένουμε παθητικά, αλλά κάτι που διαμορφώνεται μέσα από τη συνείδηση, τη στάση και την ευθύνη μας απέναντι σε όσα ζούμε.

    «Κάθε ποίημα γεννιέται από το σκοτάδι» διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου σας. Στους δύσκολους και σκοτεινούς καιρούς που ζούμε, η τέχνη σε κάθε μορφή λειτουργεί ως καταφύγιο;

    Ν.Κ. Διανύουμε μια περίοδο στην οποία το σκοτάδι δεν εμφανίζεται μόνο ως μεμονωμένο γεγονός, αλλά ως καθημερινή συνθήκη. Υπάρχει στη σιωπή, στην αναστολή, στην αίσθηση ότι πολλά από όσα βιώνουμε δεν βρίσκουν χώρο να φανερωθούν. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η τέχνη συχνά καλείται να λειτουργήσει είτε ως παρηγοριά είτε ως διέξοδος. Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορεί -ή ότι οφείλει- να σηκώσει αυτό το βάρος.

    Η φράση «κάθε ποίημα γεννιέται από το σκοτάδι» δεν υπονοεί ότι η ποίηση χρειάζεται τον πόνο για να υπάρξει, ούτε ότι τον εξιδανικεύει. Περισσότερο μιλά για ένα σημείο εκκίνησης: για εκείνη τη στιγμή όπου μια εμπειρία μένει ακόμη ακατέργαστη και πιεστική. Από εκεί ξεκινά η γραφή – όχι για να λύσει, αλλά για να δώσει μορφή.

    Δεν θα έλεγα ότι η τέχνη λειτουργεί απαραίτητα ως καταφύγιο. Ίσως λειτουργεί περισσότερο ως χώρος. Ένας χώρος όπου μπορούμε να σταθούμε χωρίς να προσποιηθούμε ότι όλα είναι ξεκάθαρα ή διαχειρίσιμα. Δεν μας απομακρύνει από το σκοτάδι, αλλά μας επιτρέπει να το κοιτάξουμε χωρίς να νιώθουμε μόνοι μέσα σε αυτό.

    Για μένα, η ποίηση δεν είναι απόδραση από την πραγματικότητα, αλλά ένας τρόπος να παραμείνω σε επαφή μαζί της. Να αντέξω τις αντιφάσεις της, να αναγνωρίσω όσα με βαραίνουν, χωρίς να τα ωραιοποιώ ή να τα αποσιωπώ. Αν υπάρχει κάποια αξία εκεί, είναι ακριβώς αυτή: ότι μας επιτρέπει να υπάρχουμε πιο συνειδητά, ακόμη και μέσα στους δύσκολους καιρούς.

    Έχετε ασχοληθεί εκτός από την ποίηση και με τον πεζό λόγο, έχοντας διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Υπάρχει κάποιο άλλο λογοτεχνικό είδος με το οποίο θα θέλατε να ασχοληθείτε στο μέλλον;

    Ν.Κ. Έχω στραφεί και προς τον πεζό λόγο, χωρίς ποτέ να τον αισθανθώ ως έναν χώρο αποκομμένο από την ποίηση. Όταν γράφω, τα όρια δεν χαράσσονται με σαφήνεια· συχνά μετακινούνται, διαπλέκονται, αναιρούνται. Εκείνο που προηγείται δεν είναι το είδος, αλλά η ανάγκη που γεννά το κείμενο – μια εσωτερική πίεση που αναζητά διέξοδο.

    Υπάρχουν εμπειρίες που συμπυκνώνονται σχεδόν μόνες τους σε ποίημα, που απαιτούν τη σιωπή και την πυκνότητα του στίχου. Άλλες χρειάζονται μεγαλύτερη διάρκεια, ανάπτυξη, μια πιο αργή αναπνοή. Στον πεζό λόγο μπορώ να παραμείνω περισσότερο μέσα σε μια σκέψη, να την ακολουθήσω στις μετατοπίσεις της, να της επιτρέψω να διαμορφωθεί χωρίς να τη συμπιέσω.

    Δεν σκέφτομαι το μέλλον της γραφής μου ως επιλογή ανάμεσα σε είδη. Με ενδιαφέρει να παραμένω διαθέσιμη στη μορφή που κάθε φορά ζητά το ίδιο το υλικό, να το ακούω, ακόμη κι όταν δεν είναι σαφές τι ακριβώς πρόκειται να γίνει.

    Συναντήσατε δυσκολίες ως νέα συγγραφέας στην αναζήτηση εκδοτικής στέγης για τα ποιήματά σας;

    Ν.Κ. H αναζήτηση εκδοτικής στέγης δεν είναι ποτέ μια απλή διαδικασία, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ποίηση και όταν ξεκινάς χωρίς προηγούμενη παρουσία στον εκδοτικό χώρο. Υπάρχει αναμονή και αβεβαιότητα. Και μέσα σε αυτόν τον χρόνο, η προσοχή επιστρέφει αναπόφευκτα στα ίδια τα ποιήματα: θυμάμαι να τα διαβάζω ξανά και ξανά, να αναρωτιέμαι αν πράγματι είναι έτοιμα να σταθούν.

    Παρ’ όλα αυτά, για μένα η μεγαλύτερη δυσκολία δεν βρισκόταν εκεί, αλλά στη στιγμή της έκθεσης. Για πολλά χρόνια η γραφή υπήρξε ένας εσωτερικός τόπος – ένας τρόπος να επεξεργάζομαι εμπειρίες χωρίς την πρόθεση να τις μοιραστώ. Η σκέψη ότι αυτά τα κείμενα θα αποδεσμευτούν από το προσωπικό τους πλαίσιο και θα σταθούν απέναντι σε άγνωστα βλέμματα δεν ήταν αυτονόητη.

    Χρειάστηκε χρόνος για να δω το υλικό μου ως ένα ενιαίο σώμα και όχι ως μεμονωμένες καταγραφές. Περισσότερο από την αναζήτηση ενός εκδότη, με απασχόλησε το ερώτημα αν είμαι έτοιμη να επιτρέψω σε αυτά τα ποιήματα να υπάρξουν δημόσια, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Όταν τελικά έγινε αυτή η μετατόπιση, η διαδικασία της έκδοσης κύλησε ουσιαστικά. Αν κάτι κράτησα, είναι ότι κάθε βιβλίο ωριμάζει μαζί με τον δημιουργό του και ότι η δυσκολία συχνά δεν βρίσκεται έξω, αλλά στη μετάβαση από το ιδιωτικό στο κοινό.

    Ποια είναι τα επόμενα συγγραφικά σας σχέδια;

    Ν.Κ. Δεν κινούμαι με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα ούτε με την αίσθηση ότι πρέπει άμεσα να οδηγηθώ σε ένα επόμενο βιβλίο. Σπουδάζω ιατρική και η καθημερινότητά μου αυτή την περίοδο είναι απαιτητική· οι υποχρεώσεις της σχολής συχνά περιορίζουν τον χρόνο που μπορώ να αφιερώσω στο να οργανώσω τα επόμενα συγγραφικά μου σχέδια. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζω να γράφω όποτε μπορώ – νέα κείμενα, κάποια πιο αφηγηματικά, κάποια που παραμένουν κοντά στην ποιητική φόρμα. Δεν γνωρίζω ακόμη ποια κατεύθυνση θα ακολουθήσουν ούτε αν θα συγκροτήσουν σύντομα ένα ενιαίο σύνολο.

    Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να αφήνω τη γραφή να συνυπάρχει με αυτή την καθημερινότητα και να βρίσκει τον χώρο και τον ρυθμό της χωρίς πίεση, πριν ζητήσει τον δρόμο της προς τα έξω.

    Λίγο πριν ολοκληρώσουμε τη συνέντευξη, θα θέλατε να μοιραστείτε κάτι με τους αναγνώστες μας;

    Ν.Κ. Δεν είμαι βέβαιη πως βρίσκομαι στη θέση να δώσω απαντήσεις.

    Είμαι ακόμη σε μια ηλικία δοκιμής, αλλαγής και αμφιβολίας. Γράφω παράλληλα με τις σπουδές μου, μαθαίνω τον κόσμο από διαφορετικές διαδρομές και έρχομαι καθημερινά αντιμέτωπη με την ανθρώπινη ευθραυστότητα. Ίσως γι’ αυτό γράφω όπως γράφω.

    Αν θα ήθελα να μοιραστώ κάτι, είναι αυτό: να μη φοβόμαστε να κοιτάμε κατάματα ό,τι μας πονά. Η επίγνωση δεν είναι εύκολη· ούτε παρηγορητική. Είναι, όμως, ένας τρόπος να στεκόμαστε όρθιοι μέσα στον θόρυβο.

    Κι αν τα ποιήματα αυτά συναντήσουν κάποιον σε μια στιγμή που νιώθει πως απλώς «υπάρχει», θα ήθελα να του ψιθυρίσουν ότι η ευαισθησία δεν είναι αδυναμία. Είναι ένδειξη ότι ακόμη αντιδρούμε. Ότι ακόμη αισθανόμαστε.

    Αυτό, για μένα, αρκεί.

    Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας.

    Επιμέλεια κειμένου: Ζωή Τσούρα

     

     

    Υποστηρίξτε το blog μας με μία δωρεά, πατώντας εδώ

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    εισάγετε το σχόλιό σας!
    παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ