Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου, 2022
More
    ΑρχικήΛογοτεχνίαΕλληνική ΛογοτεχνίαΔανεικές Ταυτότητες (Μαύρο I) – Στάλω Φωτιάδου

    Δανεικές Ταυτότητες (Μαύρο I) – Στάλω Φωτιάδου

    -

    Δανεικές Ταυτότητες. Ένα βιβλίο με τη σφραγίδα των άγραφων νόμων και την υπογραφή μιας δικαιοσύνης που είναι συνώνυμο της εκδίκησης.

    Προσωπική άποψη: Χαρά Δελλή

    «Ούτε η ψυχή τους δεν θα μείνει. Θα τους πεθάνω, λες και δεν έζησαν».

    Αυτός είναι ο κόσμος που κρύβεται στην ιστορία. Αυτό είναι το Μαύρο και οι «Δανεικές Ταυτότητες». Μετά το αγαπημένο Μπλε που προηγήθηκε. Ύψος και βάθος της φύσης σε δύο χρώματα…

    Όταν βουτάς τόσο βαθιά, μόνο μαύρο υπάρχει τριγύρω

    Στα μαύρα, δαιδαλώδη τούνελ του υποκόσμου μας ρίχνει η συγγραφέας Στάλω Φωτιάδου των Εκδόσεων Πηγή. Μαύρο το χρώμα του ταξιδιού αυτή την φορά αφού η δημιουργική έμπνευση την προκάλεσε να ανιχνεύσει τις θάλασσες και τους ουρανούς που κρύβουν οι νύχτες της ψυχής. Με «Δανεικές Ταυτότητες» φύσηξε πνοή σε ήρωες που της εκμυστηρεύτηκαν τα σκοτάδια τους κι άφησε να την παρασύρουν στον «κόσμο της νύχτας», τον κυρίαρχο από την γέννηση του ήλιου μέχρι τον θάνατο του φεγγαριού.

    Η συγγραφέας επιλέγει και ορθά επιμένει να εξερευνά τα χρώµατα των συναισθηµάτων, αυτή τη φορά σε πιο σκοτεινά σηµεία της ψυχής µε τρεις εντελώς ανεξάρτητες µεταξύ τους ιστορίες που τις συνδέει µόνο το χρώµα. Αυτή τη φορά «γράφει» Μαύρο, δίνοντας τον τίτλο «Δανεικές Ταυτότητες» στο πρώτο βιβλίο της σειράς.

    Μαύρα απολωλότα έκπτωτα φτερά…

    Όπου Στάλω Φωτιάδου, μεστή κι άμεση γραφή, ασταμάτητη ροή, ισχυρές εικόνες, βαθιά συναισθήματα κι ανατροπές. Πρόσθεσε τώρα λίγο οργανωμένο έγκλημα, μερική προστασία, μια κάποια πορνεία, ορισμένα συμβόλαια θανάτου, διανθισμένα με ναρκωτικά, εκβιασμούς, νονούς, σάπιες σχέσεις, εμμονές, εκδίκηση… για να πλησιάσεις στα όσα συνέλαβε το μυαλό της αυτή τη φορά. Έφτασες στην παράνοια;

    Τρυπάνι οι αλήθειες. Και οι λέξεις; Χειροβομβίδες που κατακρεουργούν την αντίληψη…

    Ορέστης Αυγερινός, Άλκης, Σάντρα, Ελένη, Ασημίνα, Ζωή, Άννα, Ρίτα, Πέτρος, Έκτορας, οι σκοτεινές τραγικές μαριονέτες της μοίρας στο πάλκο της νύχτας, της ζωής, της κοινωνίας, της οικογένειας. Πότε τρυφεροί, πότε σκληροί, όλοι διαφορετικοί χαρακτήρες, αντίθετες ψυχοσυνθέσεις. Πότε θυμώμουν, πότε εξοργίζονται, πότε θλίβονται. Τα γεγονότα βαδίζουν πλάι στις συνέπειές τους, συμπαρασύροντας τον αναγνώστη στο πέρασμά τους.

    Αρχή, Άνοδος, Πτώση, Αποκαθήλωση, Τέλος. Σκοτάδι και φως. Λογική και τρέλα.

    Ήξερε να την κρατάει με μαλαγανιές και νάζια. Δέκα της έδινε μαύρο, δύο άσπρο και η Ελένη το δύο θυμόταν και κράταγε για να πιστεύει πως η ζωή της ήταν ονειρεμένη. Δούλευε διπλές βάρδιες για να έχει το αθάνατο ο Άλκης της. Κι εκείνος όλο ζήταγε. Κι εκείνη όλο έδινε. Έδινε, έδινε, έδινε…

    Κι όταν την έβαζε στο πάτωμα και στο κρεβάτι και της έπαιρνε τη ζωή μέσα από τα χάδια και τα φιλιά της, στους εφτά ουρανούς την έστελνε. Όργωνε το κορμί της, έσπερνε και θέριζε κι ήταν ο ήλιος και το φεγγάρι και οι αστραπές κι οι κεραυνοί στο κορμάκι της κοπέλας που όλο έδινε κι όλο λαχταρούσε. Άπληστος ο Άλκης, μέχρι την τελευταία σταγόνα έπινε και την άφηνε στεγνή να σπαρταράει και να νομίζει πως ευχαριστιόταν κι εκείνη, μα στην ουσία έμενε άδεια και μισή. Βίαιος κι απαιτητικός με έναν δικό του τρόπο που είχε μάθει να σαρώνει και να αρπάζει, ορμούσε μέσα στο σώμα της και το κατατρόπωνε. Και όχι, δεν τη χτύπησε ποτέ μα μήπως η βιαιότητα και η κακοποίηση είναι μόνο το ξύλο; Είναι και οι κακοποιήσεις που περνούν από μέσα σου κι από πάνω σου και σε διαλύουν μέχρι να μη μείνει τίποτα από όσα ήσουν, εσύ…

    Άλκης. Τι ιστορία ο τύπος! Με τρέλανε. Μια να τον βρίζω, μια να τον κατανοώ. Θύτης ή θύμα; Ένα παιδί στερημένο από αγάπη, να ψάχνει απεγνωσμένα για αντικατάστασή της. Για πατέρα, για δεμένη οικογένεια, για ασφάλεια. Διαφορετικός ανέκαθεν. Κλειστός κι απρόσιτος, ψυχρός και μουτρωμένος, σοβαρός κι απλησίαστος, απόμακρος κι απροσέγγιστος, επιθετικός, δύσκολος. Αγέλαστος, έξυπνος, ολιγόλογος, χωρίς ενδοιασμούς ή αναστολές. Απαιτητικός. Αδιαπραγμάτευτος. Επιβλητικός χωρίς καν να μιλήσει. Με αέρα ελευθερίας, υπεροψίας κι αυτοπεποίθησης. Συνηθισμένος να δίνει σιωπηλές διαταγές. Μπόρες έφερνε, στις λάσπες αλώνιζε. Όσα βίωσε, έγραψαν ανεξίτηλα μέσα του. Εγκατάλειψη, απόρριψη, κακοποίηση κι ατολμία ορίων και υπερπροστατευτικότητα ίσον λάθος αγάπη και κενό. Μοναξιά. Μέχρι τη στιγμή μιας απρόσμενης εισβολής στη ζωή του. Αυτού του κάτι που πάντα του έλειπε.

    Γεννημένος να ηγείται και να κυριαρχεί, να επιβάλλεται και να επιβάλλει. Τον γοητεύει η εξουσία ενός δανεικού ονόματος και κάποιοι ισχυροί τίτλοι σ’ έναν άλλο κόσμο. Το ότι ο χρόνος φέρνει τη γνώση η οποία γίνεται διαδρομή μέχρι ν’ αγγίξει τη θέση του. Την απόλυτη κυριαρχία. Μα χωρίς δύναμη, η εξουσία είναι άκυρη. Υπομονή κι επιμονή που έγιναν σκληρότητα και πυγμή. Επιλέχθηκε ικανοποιώντας υψηλές προδιαγραφές για ένα ρόλο που δεν ήξερε αν ήθελε. Για το χρίσμα του διαδόχου στην ηγεσία του κόσμου της νύχτας. Να σέβεται, να έχει υπομονή, να μη μιλά, να ελέγχει μυαλό και συναισθήματα. Μια ζωή να πασχίζει να σβήσει ξένες οφειλές.

    Έτρεμε στην ιδέα πως πλησίαζε το τέλος της. Μαζί του δεν μπορούσε να είναι σίγουρη για τίποτα. Μόλις έφτασαν τη μετάφεραν σε ένα σπίτι. Φοβήθηκε πως όταν έμενε μόνη μαζί τους, θα τη σκότωναν. Όσο ακροβατούσε στον τρόμο και την παράνοια, ζούσε σε ένα δωμάτιο από το οποίο είχαν αφαιρέσει την πόρτα, με κλειδωμένο παράθυρο. Οι άντρες που άλλαζαν βάρδιες, είχαν οπτική επαφή με τον χώρο που την περιόρισαν. Δεν την κακομεταχειρίστηκαν, ούτε καν της μιλούσαν.

    Όταν πέρασαν δύο μήνες είδε ξανά μπροστά της τον Άλκη, πρώτη φορά μετά από τη μέρα που επέστρεψαν. Ήταν εξαντλημένη ψυχικά. Δύο μήνες χωρίς να μιλήσει και χωρίς να της μιλήσει κανείς, εκτός από τη βασανιστική συνομιλία που είχε με τους γονείς της δύο φορές την εβδομάδα. Με δύο πιστόλια κολλημένα στο κεφάλι να διαβεβαιώνει τους ανθρώπους που την έφεραν στη ζωή πως ήταν καλά.

    Όταν είδε τον Άλκη, δεν είχε συναισθήματα να αντιδράσει. Τον κοίταζε και δεν ένιωθε τίποτα. Σχεδόν δεν καταλάβαινε τι της είπε.

    «Είσαι τυχερή που έχω το ελεύθερο να σε τιμωρήσω ανάλογα τα κέφια μου. Μπορούσα να σε ρίξω σε άλλα χέρια να σου εξατμίσουν το αίμα. Έπρεπε να είσαι ευγνώμων που δεν σου έκοψα τη γλώσσα που μίλαγε πολύ. Τι άλλο θες από τον μεγάλο σου έρωτα; Θα έκαναν κι άλλοι το ίδιο για την πρώην τους;»

    Μαθαίνει να μην αισθάνεται, να εκτελεί μόνο. Τουλάχιστον αυτό δείχνει εξωτερικά. Ενώ μέσα του,  παλεύει δυστυχισμένος με τις ανασφάλειές του, να αγαπηθεί, δέσμιος στη ζωή που άλλοι επέλεξαν για κείνον.

    Ελεύθερος παγιδευμένος με πουλημένη ψυχή στον διάβολο. Οχυρωματικές άμυνες περιπλάνησης. Λάθη, τιμωρία, πόνος. Δυστυχία…

    Και Ορέστης Αυγερινός. Ο αιμοβόρος άρχοντας της νύχτας και του κόσμου των άγραφων νόμων, που λύνει και δένει τα πάντα. Ένα πρώην φιλότιμο και καλόκαρδο παιδί αγάπης που έγινε άσπλαχνος κι αδίστακτος «νυχτερινός νονός». Ένας δαίμονας που αγαπά να έχει δέσμιους τους πάντες κι επιλέγει τις μαριονέτες του. Χωμένος στα πάντα. Συμφωνίες, συνεργασίες, συμβιβασμοί, διαπραγματεύσεις, ξεκαθαρίσματα λογαριασμών. Όλα με τη μυρωδιά και τη μεταλλική γεύση αίματος.

    Ματωμένα χρήματα, τιμολόγια εγκλημάτων

    Ο απρόσιτος μέντορας Ορέστης κινεί τα βραδινά νήματα, γοητεύοντας τον Άλκη με εξουσία και δύναμη. Υπολογιστική σχέση σεβασμού, σκληροπυρηνικής εξάρτησης ή απλά καταστροφής; Πάντως, όχι αγάπης. Δουλειά τους; Να μισούν, να πληγώνουν, να σκοτώνουν αν απειληθούν. Να ποδοπατούν αξίες για χρήμα κι εξουσία. Να σπέρνουν απόγνωση και θάνατο. Να κόβουν το κακό από τη ρίζα και να το θάβουν. Ζωή δανεική ή κάλυψη;

    Έτσι όπως είχε μπλεχτεί στην παγίδα του Αυγερινού, δεν είχε άλλες επιλογές. Έμεινε μαζί του, δίπλα του, κοντά του. Υπάκουος και πιο σκληρός από ποτέ. Ο Ορέστης Αυγερινός του έδωσε συναισθηματική ασφάλεια και τον έριξε στις λάσπες. Ούτε μία μέρα καθαρή δεν έζησε από τότε. Τόση βρομιά κι εκείνος βουτηγμένος σε όλα. Τόσο λάθος αγάπη χρειαζόταν, άραγε; Πόσο χαμηλά ήθελε να ρίξει τον εαυτό του για να φτάσει να τον αγγίξει; Έτσι τη χρειαζόταν την αγάπη; Τόσα χρόνια μαζί του έζησε τα πάντα. Άγγιξε κορυφή και πάτο. Ποιος έφταιγε τελικά; Η μάνα του που δεν τον αγάπησε όπως έπρεπε; Ο ίδιος που δεν εκτίμησε αυτό που είχε; Ποιος; Πόσο έφταιγε ο Αυγερινός και πόσο ο ίδιος; Δεν ήταν πάντα παιδί, στην πορεία μεγάλωνε, μεγάλωσε. Μπορούσε να φύγει; Όχι. Φοβόταν να φύγει ή ήθελε να μείνει; Το ίδιο δεν είναι; Τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερο ρωτούσε τον εαυτό του για να παίρνει κάθε φορά την απάντηση πως όχι, δεν ήταν καθόλου το ίδιο.

    Έμεινε εντελώς μόνος πρώτη φορά μετά από τριάντα χρόνια. Άδειος από συναίσθημα, στεγνός και παγωμένος. Τον αγάπησε κι ας τον σκότωσε. (…) Σιωπηλή συνεννόηση σε μια κοινή λογική του παραλόγου που συνέδεσε τις ζωές τους. Ένιωθε ασφάλεια μαζί του κι ήταν ο μόνος πατέρας που είχε ποτέ.

    Σχέσεις και συμπεριφορές ανθρώπων μέσα στη νύχτα, μέσα στο οργανωμένο έγκλημα. Μαφία και υπόκοσμος. Ρεαλισμός και ταυτόχρονα σπαραγμός σε κάθε σελίδα. Τα κυκλώματα του υπόγειου αυτού κόσμου είναι γεμάτα έρεβος, ανθρώπους σε ψεύτικες ζωές με δανεικές ταυτότητες, απόλυτα σκεπασμένους από έναν μαύρο μανδύα που κόβει κάθε ανάσα, που στερεί κάθε σχέση αγάπης, που θρέφεται από το σκότος.

    «Ποια θα είναι η επόμενη κίνηση, κύριε; Κατάφερα να βρω όλο το ποσό και θέλω να απαλλαγώ το συντομότερο από την πίεση αυτή. Είπατε πως θα μάθουν σύντομα ότι έχω πεθάνει εδώ και χρόνια. Έτσι δεν είπατε;»

    Ο Πέτρος χαμογέλασε. «Τελικά, κάποιες φορές ο θάνατος είναι η μοναδική επιλογή και η μόνη λύση! Βλέπω ότι αρπαχτήκατε από τα χέρια μας και εκλιπαρείτε να σας σκοτώσουμε με σχεδόν ηδονική αναμονή! Τι να πω… Θα έπρεπε να περιμένετε ότι όσο ζείτε και ζουν κι οι άλλοι, θα τρέχετε να ξεφύγετε. Πολύ επιπόλαια το αντιληφθήκατε νομίζω, δεν καταλάβατε τι κάνατε τόσα χρόνια. Έτσι εύκολα ξεφεύγει κανείς από τον εαυτό του;

     Νομίζω πως αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα, δεν αντιληφθήκατε ποτέ τι έγινε! Ταυτότητα δεν είναι η ζελατίνη με τη φωτογραφία και τα αναγραμμένα στοιχεία. Ταυτότητα είστε εσείς, η ύπαρξή σας ως άνθρωπος. Εσείς φορέσατε ρούχα άλλου και νομίσατε πως γίνατε εκείνος».

    Γαϊτανάκι αγάπης και μίσους, οργής και λύπης, αγωνίας και θυμού. Λόγια τελεσίδικα και θαμμένο αίμα. Καταφύγια που γίνονται φυλακές αλυσοδεμένων άχρηστων υπάρξεων με δανεικό όνομα. Όσο κι αν ξεφεύγεις από ανθρώπινα δικαστήρια πληρωμένων αποφάσεων και πουλημένων δικών, μπροστά στη Θεία δίκη πάντα θα είσαι αδύναμος, μικρός, σε όλα ένοχος, χωρίς ελαφρυντικά και χάρες, χωρίς επιείκεια και οίκτο. Ύποπτος σε όλα.

    «Οι αλυσίδες της ψυχής είναι χίλιες φορές πιο δυνατές από τις αλυσίδες στα πόδια. Ποτέ δεν τις βλέπεις, ποτέ δεν ξέρεις ότι υπάρχουν. Εκείνες στα πόδια μπορεί να στις κόψουν, μα αν δεν κόψεις εσύ μόνος σου εκείνες της ψυχής δεν φεύγεις, Ζωή μου. Ούτε να περπατήσεις δεν τολμάς κι ας είναι τα πόδια σου ελεύθερα. Εσύ δεμένα τα βλέπεις. Μην ρωτάς περισσότερα, αγάπη μου, πονάνε πολύ».

    Γιατί κάποιος να θέλει να μπει στον μαύρο κόσμο και στη νύχτα;

    Κι αν μπεις, ξεφεύγεις;

    Ή τραβάς κι άλλους μαζί σου;

    Κόσμος χωρίς φως μέρας ή νύχτας…

    Άλλοι κανόνες, άλλοι κώδικες επικοινωνίας και ηθικής. Άλλη δικαιοσύνη, διαφορετική αντίδραση σε αδικία. Ταρίφα σε όλα. Εκεί που όλα μετριούνται με χρήμα κι αίμα, εκεί που ο άνθρωπος και η αξιοπρέπειά του θυσιάζονται για υπακοή και εκδίκηση, χωράει Θεία δίκη; Θα υπάρξει δικαιοσύνη και λύτρωση; Το καλό όπου κι αν θαφτεί, θ’ ανθίσει με λίγη αγάπη.

    Πόσο μπορεί μια θύελλα να αγκαλιάσει τον άνεμο; Τον σαρώνει, τον εξανεμίζει, τον σκορπάει σε κόσμους άγριους μέχρι που να μην υπάρχει πουθενά για να είναι ένα μαζί του. Πώς μπορεί το ατσάλι να αγγίξει το φτερό χωρίς να το διαλύσει; Πώς;

    Κρύφτηκε σε μια γωνιά του εαυτού της επιλέγοντας να υπομένει παθητικά και να βλέπει τη ζωή της να περνά μπροστά της λες και τη ζούσε κάποια άλλη κι όχι εκείνη. Μα αυτό που συνέχισε να την κυριαρχεί και να την υποτάσσει ήταν η ανάγκη της να αγαπιέται από τον Έκτορα. Κι ήταν η ανάγκη αυτή που την έριχνε πιο κάτω από το τελευταίο σκαλί του εξευτελισμού καθημερινά αφήνοντάς τον να την εξουσιάζει και να τη σέρνει στα δικά του σκοτεινά λημέρια. Εκεί που την απολάμβανε, σαν αγρίμι τη λεία του, ρουφώντας κάθε σταγόνα από το αίμα της. Κι εκείνη διψασμένη για αγάπη και τρυφερότητα, υπέμενε τη λυσσασμένη ερωτική του καταστροφή που όριζε το σώμα της και στέγνωνε την ψυχή της. Κι έμενε ένα κουβάρι στην αγκαλιά του βασανιστή της να επαναλαμβάνει πως λάτρευε τη ζωή στο σπίτι πάνω στη θάλασσα μαζί με τα παιδιά και θα έκανε ό, τι της έλεγε ο άντρας της για να γίνει όπως έπρεπε να ήταν και όχι όπως ήταν.

    Στις σελίδες του βιβλίου, θ’ ανακαλύψεις πολλές αλήθειες. Λόγια ψυχής. Η άμεσα και γλαφυρή πένα της κυρίας Φωτιάδου κρύβει πάντα πολλά συναισθήματα. Η Στάλω σταλάζει στάλες ευτυχίας σε στραγγισμένες από συναισθήματα καρδιές ανάμεσα στο κυρίαρχο Μαύρο. Όσο σκοτάδι κι αν υπάρχει, ο έρωτας θα βρει χαραμάδα να τρυπώσει. Στις σκοτεινότερες εκδοχές του, βέβαια… Γοητεία, έλξη, πόθος, απογείωση κι αγάπη πλάι στο κακό, στην αμαρτία και στον θάνατο. Θάνατος σαν η μόνη λύση για να παραμείνεις ζωντανός. Σε δανεικά “παπούτσια”…

    Άνθρωποι που δεν υπάρχουν, άνθρωποι χαμένοι…

    Σε μια τόσο δυνατή ιστορία, μόνο τραγικό φινάλε θα ταίριαζε. Οι ήρωες καταδικάστηκαν να μην πεθάνουν ποτέ, για να θυμούνται για πάντα… Εξάλλου, η ζωή μάλλον ξεπληρώνει τα χρωστούμενα. «Μάχαιρα έδωσες, μάχαιρα θα λάβεις».

    Mη χάσεις ποτέ την ταυτότητά σου, μην ψάξεις ποτέ άλλον εαυτό. Νιώσε ζήσε, δώσε και αγάπα. Αγάπα για να μην φοβηθείς ποτέ να πεθάνεις, ακούς;

    Με τα δάκρυα καθαρίζει η ψυχή και ο πόνος περνά όταν τον νιώσεις και τον αποδεχτείς. Το βιβλίο αφιερώνεται σ’ όσους δραπέτευσαν από τον εαυτό τους…

    Εδώ είμαι. Μέσα σου. Δεν έφυγα ποτέ.

    Περίληψη: Εκεί που έφτασαν, δεν γινόταν διαφορετικά! Ο Έκτορας δεν είχε δικαίωµα πια να παίρνει αποφάσεις. Ο Πέτρος τον άρπαξε από τα µαλλιά και τράβηξε το πιστόλι που είχε κρυµµένο. Έριξε τον γιο του στον καναπέ και κρατώντας τον ακόµα από το κεφάλι, του το έχωσε στο στόµα. Έσκυψε στο τροµαγµένο του πρόσωπο και είπε.

    Δεν ορίζεις εσύ την ώρα της τιµωρίας σου, Έκτορα, εγώ την ορίζω! Μέσα στα επόµενα δευτερόλεπτα, από αυτό το στόµα θα βγαίνουν λέξεις σωστές. Έστω µία λάθος, και θα σου τινάξω το κρανίο στους πέντε ανέµους. Κατάλαβες;

    Πατέρας µε γιο; Ναι, πατέρας µε γιο στον κόσµο που συµβολικά έστω ονοµάζουµε «κόσµος της νύχτας» µα στην πραγµατικότητα κυριαρχεί από την γέννηση του ήλιου µέχρι τον θάνατο του φεγγαριού. Φτιαγµένοι από Φως και Σκοτάδι όλοι οι ήρωες της ιστορίας. Η νύχτα της ζωής τους µεταµορφώνεται µεθοδικά και ύπουλα από ληµέρι και καταφύγιο σε φυλακή και παγίδα. Και η σκοτεινή πλευρά της ψυχής τους κυριαρχεί σε βαθµίδες εξουσίας όπου ο άνθρωπος κοστολογεί τον άνθρωπο µε χρήµα και αίµα.

    Μαύρα δίχτυα απλώνει η πλοκή του βιβλίου και πλέκει ιστορίες για την αχόρταγη δίψα του ανθρώπου για άνοδο σε εξουσία καθοδική. Εκεί που το πληρωµένο έγκληµα αγγίζει ακόµα και την αγάπη. Ιστορίες που µιλούν για το νερό που γίνεται αίµα και φτιάχνει δεσµά θανάτου. Και που λένε πως όσο ζεις, όλα µπορείς να τα κάνεις. Να αποδράσεις σε άλλες χώρες, σε άλλους κόσµους, µε άλλο όνοµα και άλλη ταυτότητα. Ναι µπορείς και αυτό! Όταν µόνη σου επιλογή είναι να πεθάνεις για να µείνεις ζωντανός πρέπει να το κάνεις. Και µετά; Πόσο φεύγεις από εσένα, αν αλλάξεις όνοµα και γίνεις ένας άλλος; Μέχρι πού µπορείς να φτάσεις… κρυµµένος σε «Δανεικές Ταυτότητες»;

    Στοιχεία βιβλίου

    Δανεικές ΤαυτότητεςΤίτλος: Δανεικές Ταυτότητες (Μαύρο Ι)

    Συγγραφέας: Στάλω Φωτιάδου

    Εκδόσεις: Πηγή

    ISBN: 978-960-626-457-3

    Σελίδες: 456

    Ημερομηνία έκδοσης: Σεπτέμβριος 2021

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    εισάγετε το σχόλιό σας!
    παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ