Κυριακή, Δεκέμβριος 8, 2019
More
    Αρχική Άρθρα Συνεργατών Και εγένετο αστυνομική λογοτεχνία (Β’ Μέρος)

    Και εγένετο αστυνομική λογοτεχνία (Β’ Μέρος)

    -

    Και εγένετο αστυνομική λογοτεχνία – Β’ Μέρος

    Γράφει η Κωνσταντίνα Μόσχου

    Για να πάμε λοιπόν λίγο πίσω στον χρόνο, για να δούμε την εξέλιξη της αστυνομικής αφήγησης! Στο τέλος 18ου – αρχές 19ου αιώνα, όταν οι κοινωνίες των πόλεων αλλάζουν ριζικά. Η σύνθεση του πληθυσμού στις πόλεις είναι ένα ανόμοιο μωσαϊκό ανθρώπων κάθε είδους, δημιουργώντας το φυσικό επακόλουθο της αύξησης της εγκληματικότητας.

    1866: Το νεκρό γράμμα, Μέτα Βικτόρια Φούλερ Βίκτορ ΗΠΑ (ψευδώνυμο Seeley Register), Η.Π.Α.

    Και εγένετο αστυνομική λογοτεχνία Β’

    Θεωρείται η μητέρα του πρώτου ντετέκτιβ αστυνομικής λογοτεχνίας, του Νεοϋρκέζου κυρίου Μπάρτον.

    Η πλοκή ξεκινά με τον Ρίτσαρντ Ρέντφιλντ να ανοίγει το περιεχόμενο ενός γράμματος από τα αζήτητα, και να συσχετίζει το περιεχόμενό του με τα γεγονότα μιας βραδιάς, δύο χρόνια πριν, όταν ένας νέος άνδρας φονεύτηκε άγρια. Το σώμα του θύματος, Χένρυ Μόρλαντ, βρέθηκε λίγα βήματα από το σπίτι του Τζον Έργκιλ. Ο Μόρλαντ ήταν αρραβωνιασμένος με την κόρη του Έργκιλ, την Ελεάνορ. Οι  υποψίες σύντομα θα πέσουν στο πρόσωπο του Ρίτσαρντ Ρέντφιλντ, ο οποίος, απεγνωσμένος να καθαρίσει το όνομά του, ζητά βοήθεια από τον κύριο Μπάρτον, έναν διάσημο ντετέκτιβ από τη Νέα Υόρκη. Όμως η υπόθεση έχει περισσότερες ανατροπές από ό,τι οι δύο άντρες θα μπορούσαν να φανταστούν.

    1866: Έγκλημα και τιμωρία, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Ρωσία.

    Ο Ρασκόλνικωφ, φοιτητής της Νομικής στην Αγία Πετρούπολη, διαπράττει ένα διπλό φόνο μιας γριάς τοκογλύφου και της αφελούς αδελφής της. Κίνητρο της δολοφονίας ήταν η ληστεία, αλλά, εσωτερικά, ο Ρασκόλνικωφ νιώθει μια βαθιά θέληση να ξεπεράσει τον εαυτό του και να υπερβεί τα όρια που του προβάλει η κοινωνία, με σκοπό να την αλλάξει.

    Μετά τη δολοφονία, ο Ρασκόλνικωφ αρχίζει και κατακλύζεται από αντιφατικά αισθήματα, τύψεις και παράνοια, που εντείνονται όταν στη ζωή του μπαίνουν αρχικά ο Ραζουμίχιν, συμφοιτητής του, η αδελφή του, Ντούνια, και η μητέρα του, που έρχονται από το χωριό τους για τον γάμο της πρώτης. Ο Ρασκόλνικωφ διώχνει τον γαμπρό διαλύοντας τον αρραβώνα, και αναπτύσσει σχέσεις με μία ορφανή νεαρή πόρνη, τη Σόνια. Ταυτόχρονα καταδιώκεται από τον δαιμόνιο ανακριτή Πορφύρη Πετρόβιτς, ο οποίος ξέρει από την αρχή πως είναι ο ένοχος, και σπρώχνει τον Ρασκόλνικωφ να κάνει τρομερά λάθη. Ενώ η κατάσταση χειροτερεύει όταν εμφανίζεται ο Σβιντριγκάιλωφ, ο οποίος είχε κάνει ανήθικες προτάσεις στην αδελφή του, και τώρα, γνωρίζοντας πως ο Ρασκόλνικωφ είναι δολοφόνος, τον εκβιάζει.

    Βαριανασαίνοντας και σφίγγοντας με το χέρι το στήθος στο μέρος της καρδιάς που χτύπαγε δυνατά, έχοντας ψαχουλέψει και ταχτοποιήσει για μιαν ακόμα φορά το τσεκούρι, άρχισε ν’ ανεβαίνει αργά και προσεχτικά τη σκάλα και κάθε λίγο και λιγάκι αφουγκραζόταν. Μα και στη σκάλα εκείνη την ώρα δεν ήταν κανένας. Όλες οι πόρτες ήταν κλειστές. Κανέναν δεν συνάντησε. […] Μα το καρδιοχτύπι δεν έπαυε. Απεναντίας, λες και σαν επίτηδες, η καρδιά του χτυπούσε όλο και πιο δυνατά, πιο δυνατά, πιο δυνατά… Δε βάσταξε πια, σήκωσε αργά το χέρι στο κουδούνι και χτύπησε. Πέρασε μισό λεπτό. Ξαναχτύπησε δυνατά. Καμιά απάντηση. Δεν υπήρχε λόγος να χτυπάει στο βρόντο. Φυσικά, η γριά ήταν μέσα. Είναι φιλύποπτη όμως και μόνη.

    1866: Υπόθεση Λερούζ, Εμίλ Γκαμποριώ, Γαλλία

    Και εγένετο αστυνομική λογοτεχνία Β

    Ήρωας του βιβλίου, ο ερασιτέχνης ερευνητής μπαρμπα-Ταμπαρέ, ενώ εδώ κάνει την πρώτη του εμφάνιση ο μετέπειτα ήρωας πολλών βιβλίων του Γκαμποριώ, Μεσιέ Λεκόκ (χαρακτήρας βασισμένος στον αστυνομικό και πρώην παράνομο Μεσιέ Βιντόκ).

    Η Κλοντίν Λερούζ βρίσκεται άγρια δολοφονημένη και η αναστάτωση στο απομονωμένο σπιτάκι όπου έμενε, κάνει τους χωροφύλακες να υποψιαστούν πως έπεσε θύμα ληστείας. Όμως τα χρυσά νομίσματα παραμένουν στο συρτάρι. Τι έψαχνε ο δολοφόνος; Ο δαιμόνιος γεροντάκος και ερασιτέχνης ντετέκτιβ, Ταμπουρέ, ανακαλύπτει κρυμμένες ερωτικές επιστολές ενός πάμπλουτου αριστοκράτη, καθώς και την ύπαρξη ενός νόθου κι ενός νόμιμου γιου. Η υπόθεση περιπλέκεται.

    Ήξερε πώς είχαν τα πράγματα, και, καθώς έβλεπε, με τις απόψεις του συμφωνούσε και ο κύριος Νταμπιρόν. Ωστόσο, πόσες δυσκολίες δεν είχε ακόμη μπροστά του! Κι αυτό διότι ανάμεσα στον ανακριτή και τον κατηγορούμενο παρεμβάλλεται ένα υπέρτατο δικαστήριο, θεσμός αξιοθαύμαστος, που εγγυάται την ελευθερία όλων μας, μια εξουσία ουσιωδώς συμβιβαστική: το σώμα των ενόρκων. (…) Εκεί που δεκαεννιά φορές στις είκοσι οι δικαστές θα καταδίκαζαν, αυτοί, για να έχουν ήσυχη τη συνείδησή τους –και δικαίως– αθωώνουν δεκαεννιά φορές στις είκοσι διότι δεν τους έπεισαν τα αποδεικτικά στοιχεία.

    1868: Το άλμπουμ του ντετέκτιβ, Μαίρη Φόρτσιουν, (ψευδώνυμο Γουέιφ Γουόντερ), Ιρλανδία

    Περιέχει διηγήματα από υποθέσεις που απασχόλησαν την αυστραλιανή αστυνομία. Από τις πρώτες γυναίκες που έγραψαν αστυνομικό από την οπτική γωνία του ντετέκτιβ, η Ιρλανδή Μαίρη Έλενα Γουίλσον Φόρτσιουν έζησε μια πολυτάραχη ζωή, με καριέρα στην Αυστραλία. Με δεκάδες αστυνομικές ιστορίες επί σαράντα χρόνια στο ενεργητικό της, πέθανε άσημη, παρά το μεγάλο έργο της, αφού συνήθως δεν υπέγραφε με το πραγματικό της όνομα, ή υπέγραφαν οι συνεργάτες της.

    Ήρωάς της ο ντετέκτιβ Μαρκ Σινκλέρ. Στο διαδίκτυο υπάρχουν ελεύθερα πολλά βιβλία της, για όσους θέλουν να διαβάσουν.

    1878: Υπόθεση Λέβενγουορθ, Anna Katharine Green, Η.Π.Α.

    Και εγένετο αστυνομική λογοτεχνία Β

    Η συγγραφέας σημείωσε τεράστια επιτυχία για την εποχή της (1 εκατομμύριο αντίτυπα το βιβλίο της), με ήρωα τον αστυνόμο Εμπενέζερ Γκράις. Αφηγητής της ιστορίας είναι ο Ρέιμοντ, δικηγόρος, στον οποίο ανακοινώνεται η  δολοφονία ενός καλού πελάτη και φίλου. Ο Ρέιμοντ σπεύδει στον τόπο του εγκλήματος, για να διαφυλάξει τα συμφέροντα του πελάτη του και να συμπαρασταθεί στις δύο ανιψιές του.

    Ο ιδιόρρυθμος ντετέκτιβ της αστυνομίας κ. Γκράις, που θα αναλάβει την υπόθεση, έχει περίεργες τεχνικές για να λύσει μια υπόθεση με πολλά κίνητρα και πολλούς υπόπτους. Μια υπηρέτρια που έχει εξαφανιστεί, ένας φόνος σ’ ένα σπίτι κλειδωμένο χωρίς να υπάρχει διάρρηξη, και το θύμα που έχει επιλέξει να αφήσει την περιουσία του μονάχα στη μία από τις δύο ανιψιές του. Ο Γκράις και ο Ρέιμοντ, δίδυμο που παραπέμπει στους Χολμς και Γουάτσον του Κόναν Ντόυλ, πιθανότατα είναι οι ήρωες που τον ενέπνευσαν.

    Χλομή σαν το σμιλεμένο είδωλο της Ψυχής που διακρινόταν να δεσπόζει από πάνω της στο μισοσκόταδο του παράθυρου κοντά στο οποίο καθόταν, όμορφη σαν κι αυτό και σχεδόν το ίδιο ακίνητη, σκυμμένη μπροστά με σφιγμένα τα χέρια, σαν παγωμένα σε μια ξεχασμένη ικεσία, προφανώς αδιάφορη σε ήχους, κίνηση ή επαφή. Μια σιωπηλή φιγούρα απόγνωσης μπροστά σε μιαν αδιάλλακτη Μοίρα.

    1887: Σπουδή στο κόκκινο, Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, Αγγλία

    Στο βιβλίο Σπουδή στο Κόκκινο, μέσα από τα μάτια του Δρ. Γουάτσον, ενός Άγγλου γιατρού, βετεράνου του πολέμου του Αφγανιστάν, συστήνεται για πρώτη φορά ένας εκκεντρικός και ευφυής ντετέκτιβ, ο Σέρλοκ Χολμς, που έμελλε να γίνει ο διασημότερος ερευνητής όλων των εποχών. Σε τούτο το βιβλίο, οι δύο φίλοι εξιχνιάζουν μια υπόθεση φόνου, έρωτα και εκδίκησης.

    Σε μια εγκαταλελειμμένη έπαυλη του Λονδίνου, βρέθηκε το πτώμα του Ένοχ Ντρέμπερ. Στον τοίχο του δωματίου ήταν γραμμένη με αίμα η λέξη Rache, που σημαίνει εκδίκηση στα γερμανικά, και στα ρούχα του νεκρού βρέθηκε ένα χρυσό δαχτυλίδι. Ο Σέρλοκ Χολμς, που αναλαμβάνει την υπόθεση, δημοσιεύει αγγελία σε εφημερίδα πως βρήκε στον δρόμο ένα δαχτυλίδι. Την ίδια ημέρα μια ηλικιωμένη κυρία του το ζητά, λέγοντας πως το είχε χάσει η κόρη της. Ο Χολμς παρακολουθεί την κυρία, αλλά εκείνη του ξεφεύγει με μυστηριώδη τρόπο.

    Όταν επαναλαμβάνεται ένα παρόμοιο έγκλημα, αυτή τη φορά με τον γραμματέα του θύματος, ο Χολμς καταφέρνει να λύσει την υπόθεση με τα στοιχεία που μόνο αυτός αντιλαμβάνεται.

    Υπάρχει το κόκκινο νήμα του φόνου ανάμεσα στο άχρωμο κουβάρι της ζωής και το καθήκον μας δεν είναι άλλο από το να το ξεμπλέξουμε, να το απομονώσουμε και να φέρουμε στο φως και το παραμικρό εκατοστό του.

    1887: Μελανή Βίβλος, Πάνος Κολοκοτρώνης (ψευδώνυμο Φων Κολοκοτρώνης), Ελλάδα

    Ο γιος του Θόδωρου Κολοκοτρώνη και της Κατερίνας Βελισσάρη, Παναγιώτης (1836-1893), αναγνωρίστηκε επίσημα από τον πατέρα του ως εξώγαμο τέκνο, διετέλεσε διοικητής της Σχολής Ευελπίδων και αργότερα Διευθυντής της Αστυνομίας Αθήνας και Πειραιά. Το 1887 «δεν ήταν δυνατόν να αποβιβασθή εις Πειραιά λωποδύτης χωρίς να τον πάρη μυρωδιά».

    Στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο Μελανή Βίβλος κατέγραψε αναλυτικά 256 εγκληματίες της περιόδου, το έγκλημα που διέπραξαν, τους δεσμούς που ανέπτυξαν με άλλους παραβατικούς, τις τελευταίες διευθύνσεις τους, κι όλα αυτά εμπλουτισμένα με ανέκδοτες ιστορίες παρακολούθησης και φωτογραφίες.

    Αργότερα, η φήμη του Φων Κολοκοτρώνη δημιούργησε σειρά λαϊκών αναγνωσμάτων στις αρχές του 1900, με συγγραφέα τον Αριστείδη Κυριακό. Παράλληλα, την ίδια εποχή, τέλος του 19ου, αρχές του 20ού αιώνα, μεγάλη απήχηση έχουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, τα ληστρικά μυθιστορήματα.

    1895: Το ακέφαλον πτώμα, Λέων Γεράρδης, Ελλάδα

    Το βιβλίο εστιάζει στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων του υποκόσμου, με ρεαλισμό. Ο χαρακτήρας του ήρωα παρανόμου, του Διονυός, είναι σε κάποια σημεία παιγνιώδης, και το βιβλίο κυλά χωρίς αυστηρή πλοκή. Όταν όμως αυτό απαιτείται, ο συγγραφέας φροντίζει να δώσει σφιχτοδεμένη αφήγηση για τη δολοφονία του αριστοκράτη Αριστοτέλη Μακρή και την εξιχνίαση της υπόθεσης από τον τυχοδιώκτη ήρωα και τη συμμορία του. Δεν υπάρχει αστυνομικός, αλλά υπάρχουν αναγνώριση του πτώματος, εύρεση ενοχοποιητικών στοιχείων, ιατροδικαστική και ανακριτική διαδικασία.

    1895: Οι άθλιοι των Αθηνών, Ιωάννης Κονδυλάκης, Ελλάδα

    Το βιβλίο βαδίζει πάνω στη συνταγή του Εζέν Σου με τα Μυστήρια των Παρισίων και είναι ένα λαϊκό ανάγνωσμα όπου παρουσιάζεται ο υπόκοσμος της εποχής και μεγάλα κοινωνικά προβλήματα.

    Ὁ ὑπαστυνόμος ἦτο τεσσαράκοντα πέντε περίπου ἐτῶν, βραχύσωμος, ἀρκετὰ παχὺς καὶ ὀλίγον κεκυφὼς, μὲ ὀφθαλμοὺς γαλανοὺς ζωηροτάτους, μὲ μειδίαμα σατύρου. Ἀφ’ οὗ ἤκουσε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μὲ τρέμουσαν φωνὴν ἔδωκεν ἡ Μαριώρα, ἡ ὁποία ἦτο κάτωχρος ὡς νεκρὰ, τῆς εἶπε μὲ τόνον σοβαρώτατον, ὅτι ἡ θέσις της ἦτο δεινή. Δὲν ἠδύνατο νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ τὴν φυλακὴν, θὰ παρεπέμπετο εἰς τὴν εἰσαγγελίαν καὶ ἀπ’ ἐκεῖ εἰς τὸ κακουργοδικεῖον, τὸ ὁποῖον ἐξάπαντος θὰ τὴν κατεδίκαζε νὰ κάμῃ δέκα χρόνια τοὐλάχιστον εἰς τὰς γυναικείας φυλακάς. Ἡ οἰκογένεια τῆς δηλητηριασθείσης εἶχε μεγάλα μέσα καὶ σήμερα, κορίτσι μου, μπορεῖς νὰ κρεμάσῃς ἄνθρωπο, ὅταν ἔχῃς μέσα. Αὐτὴ ὅμως δὲν εἶχε κανένα. Ποιὸς θὰ τὴν ἐπροστάτευε; ποιὸς θὰ ἐσκοτίζετο κι’ ἅν τὴν ἔστελναν ‘ς τὴν καρμανιόλα;

    Επιμέλεια κειμένου: Ζωή Τσούρα

    Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών
    Είμαστε μια ομάδα ανθρώπων που αγαπάμε τις λέξεις σε όποια τους μορφή κι αν τυπώνονται: άρθρα, ειδήσεις, λογοτεχνία, ποίηση και δραστηριοποιείται στο διαδίκτυο. Σας ενημερώνουμε για δραστηριότητες παλιές και καινούριες. Ελάτε μαζί μας να παίξουμε με τα λόγια που γράφονται!

    Απάντηση