Τετάρτη, 5 Αυγούστου, 2020
More
    Αρχική Λόγω Τεχνών Μεγάλοι Έλληνες Ζωγράφοι Σπύρος Παπαλουκάς, ο μεγάλος ανανεωτής της ελληνικής ζωγραφικής

    Μεγάλοι Έλληνες Ζωγράφοι Σπύρος Παπαλουκάς, ο μεγάλος ανανεωτής της ελληνικής ζωγραφικής

    -

    Μεγάλοι Έλληνες Ζωγράφοι: Σπύρος Παπαλουκάς,

    ο μεγάλος ανανεωτής της ελληνικής ζωγραφικής,

    Ο Σπύρος Παπαλουκάς (1892-1957) ήταν διακεκριμένος Έλληνας ζωγράφος, πρόδρομος της Γενιάς του 1930.

    Γράφει η Μαρία Σάντα

    Σπύρος Παπαλουκάς

    Γεννημένος στη Δεσφίνα της Φωκίδας, από έφηβος μαθαίνει την τέχνη της αγιογραφίας κοντά σ’ έναν τοπικό αγιογράφο. Το 1906, πηγαίνει στον Πειραιά για να εξασκήσει την τέχνη του σε ένα εργαστήριο αγιογραφίας και ζωγραφικής, και το 1909 γίνεται δεκτός στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, με δασκάλους τον Γεώργιο Ροϊλό, τον Γεώργιο Ιακωβίδη, τον Σπύρο Βικάτο, κ.ά. Την περίοδο της φοίτησής του, ζωγραφίζει εικόνες για το τέμπλο του ναού του Αγίου Δημητρίου της Δεσφίνας. Από το 1916 έως το 1921, συνεχίζει τις σπουδές του στο Παρίσι, στις Ακαδημίες Julien και Grande Chaumiere.

    Η πορεία του Παπαλουκά ταυτίζεται με έναν συνειδητό αγώνα να υπερβεί τον εαυτό του. Τα τεχνικά μέσα της ζωγραφικής τα έχει κατακτήσει μέσα από την αυστηρή άσκηση στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, όπως αποδεικνύουν όχι μόνο οι διακρίσεις που κερδίζει στη διάρκεια των σπουδών του, αλλά κυρίως οι λιγοστές εικαστικές μαρτυρίες που σώθηκαν από την πυρά. Γιατί πριν φύγει για το Παρίσι, το 1917, έκαψε όλα τα φοιτητικά του έργα, εκφράζοντας έτσι τη βούλησή του για μια νέα αρχή, για μια ριζική ανανέωση. Αυτό που τον βασανίζει είναι όχι μόνο το τεχνικό μέρος της ζωγραφικής, όσο ο βαθύτερος λόγος των μορφών. Αυτό που ο ίδιος ονομάζει «μάθηση»-«γνώση».

    Στο Παρίσι, όπου θα παραμείνει για τέσσερα χρόνια (1917-1921), ζωγραφίζει ακατάπαυστα και επισκέπτεται μουσεία και γκαλερί. Βλέπει την επανάσταση που έχει συντελεστεί στην τέχνη, προσπαθεί να την κατανοήσει, αλλά απορρίπτει κάθε ιδέα μίμησης. Είναι η εποχή όπου όλες οι μεγάλες ανατροπές της μοντέρνας τέχνης έχουν ήδη συντελεστεί: Φοβισμός, Ιμπρεσιονισμός, Κυβισμός, Εξπρεσιονισμός, Αφαίρεση, και αναδύεται ο Σουρεαλισμός. Άλλωστε, ο Παπαλουκάς ανήκει στην ίδια γενιά με τους σουρεαλιστές ζωγράφους. Κανένα όμως από αυτά τα ρεύματα δεν τον επηρεάζει άμεσα. Η “προσήλωσή του στο αντικείμενο” θα τον φέρει κοντά στα μεταϊμπρεσιονιστικά κινήματα, απ’ όπου εξάλλου αντλούν διδάγματα όλοι οι σύγχρονοι Έλληνες μοντερνιστές.

    Σπύρος Παπαλουκάς

    Το 1921, εγκαταλείπει το Παρίσι και τις σπουδές ιατρικής και ζωγραφικής και επιστρέφει στην Ελλάδα για να ακολουθήσει τον ελληνικό στρατό στη Μικρά Ασία ως πολεμικός ζωγράφος, μαζί με τον Περικλή Βυζάντιο και τον Παύλο Ροδοκανάκη. Συναισθανόμενος το χρέος του να συμβάλει με τις δικές του δυνάμεις στη σημαντική αυτή στιγμή της ιστορίας,  αναχωρεί για τη Σμύρνη. Η συγκομιδή της Μικράς Ασίας υπήρξε πλούσια. Δημιούργησε σχεδόν 500 έργα: σχέδια, μελάνια, ακουαρέλες, τα οποία παρουσιάστηκαν τον Ιανουάριο του ’22 στο Ζάππειο στην έκθεση “Πρώτη πολεμική έκθεση στρατιάς Μικράς Ασίας”. Δυστυχώς σώζονται ελάχιστα έργα από τη ζωγραφική του εκείνης της περιόδου, διότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών κάηκε κατά την επιστροφή του, όταν το τρένο στο οποίο επέβαινε χτυπήθηκε από οβίδα και εκτροχιάστηκε. Επιστρέφοντας από τη Μικρά Ασία, εγκαθίσταται στην Αίγινα.

    Το 1923, επισκέπτεται το Άγιο Όρος μαζί με τον φίλο του Στρατή Δούκα και παραμένει εκεί για έναν ολόκληρο χρόνο, μελετώντας συστηματικά τη φύση και τη βυζαντινή τέχνη. Ζωγραφίζει το τοπίο, έχοντας ως πνευματική αφετηρία και σημείο αναφοράς το μοναστήρι του Οσίου Λουκά, που είναι αφιερωμένο στον τοπικό άγιο της γενέτειράς του. Ο χώρος αυτός γίνεται για τον ίδιο τόπος περισυλλογής και ζωγραφικής άσκησης. Ο Παπαλουκάς ζωγράφισε πάνω από 100 πίνακες και 60 έργα-σπουδές παρμένες από ειλητάρια, χρυσοΰφαντα, τοιχογραφίες, χειρόγραφα και εικονίσματα. Η συλλογή του Ιδρύματος Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη περιλαμβάνει αρκετά αριστουργήματα από αυτή την ενότητα.

    Η επίσκεψή του και η διαμονή του στο Άγιο Όρος είχε μεγάλη επίδραση στο έργο του και αποτέλεσε ανεξάντλητη πηγή της δημιουργικής του έμπνευσης. Ο σπουδαίος ζωγράφος συνέχισε να δουλεύει αγιορείτικα τοπία για πολλά χρόνια. Εκτός από αγιογραφίες και τοπιογραφίες, ο Παπαλουκάς έφτιαξε και πορτρέτα, με πλέον χαρακτηριστικό το “Αγόρι με τιράντες” (1925).

    Σπύρος Παπαλουκάς

    Έχοντας μια βιωματική σχέση με τη φύση, δεν ενδιαφέρθηκε για τη στιγμιαία αποτύπωση ενός χώρου-τοπίου, αλλά για τη βαθύτερη σημειολογική του διάσταση. Τα μοναστήρια και τα τοπία του Αγίου Όρους εκπέμπουν γαλήνη, μεταφέροντας την ανάγκη για μια βαθιά επικοινωνία με το θείο, και κάθε έργο του αντανακλά μια διάχυτη ευαισθησία.

    Το 1927, κερδίζει τον πανελλήνιο διαγωνισμό για την εικονογράφηση του μητροπολιτικού ναού της Ευαγγελίστριας της Άμφισσας, με ομόφωνη απόφαση της κριτικής επιτροπής. Το 1932, ο ζωγράφος ολοκληρώνει την εικονογράφηση του ναού, παραδίδοντας στην Άμφισσα ένα μοναδικής αξίας καλλιτεχνικό έργο. Κατά τη δεκαετία 1930-1940, εκθέτει έργα του μαζί με άλλους ζωγράφους της Ομάδας «Τέχνη». Σχεδιάζει επίσης σκηνικά και κοστούμια για το Εθνικό Θέατρο και ζωγραφίζει τοιχογραφίες για προσόψεις σπιτιών και δημοσίων κτιρίων.

    Το 1940, διορίζεται σύμβουλος του Δήμου Αθηναίων σε θέματα πολεοδομίας και χωροταξίας και από το 1941 μέχρι το 1957 διατελεί διευθυντής της Δημοτικής Πινακοθήκης Αθηνών. Διδάσκει ελεύθερο σχέδιο στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου από το 1945 έως το 1951, και το 1956 εκλέγεται καθηγητής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών.

    Πεθαίνει το 1957 στην Αθήνα, όντας αναγνωρισμένος ανάμεσα στους κορυφαίους νεοέλληνες ζωγράφους. Μετά τον θάνατό του, το έργο του παρουσιάστηκε στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας σε αναδρομική έκθεση το 1976 και στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων το 1982. Το 2006, η κόρη του και μοναδική κληρονόμος του, Ασημίνα  Παπαλουκά, δωρίζει το σύνολο σχεδόν του έργου του στο Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη, του οποίου ο ιδρυτής είχε υπάρξει μαθητής του Παπαλουκά.

    Κατά την παραμονή του ζωγράφου στο Παρίσι, οργανώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1919 στην ιδιωτική γκαλερί La Boétie μια σημαντική έκθεση με 200 έργα των Ελλήνων εκπροσώπων του μοντερνισμού που συστεγάζονταν στην «Ομάδα Τέχνη». Η «Ομάδα Τέχνη» είχε ιδρυθεί δυο χρόνια πριν, το 1917, και συγκέντρωνε τους καλλιτέχνες που εξέφραζαν μια ισχυρή βούληση της εικαστικής γλώσσας σε αντίλογο με τον ακαδημαϊσμό της σχολή του Μονάχου. Έτσι, ο Παπαλουκάς συνάντησε στο Παρίσι τους καλλιτέχνες που συνόψιζαν εκείνη τη στιγμή τις πιο ανανεωτικές τάσεις της ελληνικής τέχνης, όπως ο Κωνσταντίνος Παρθένης, ο Κωνσταντίνος Μαλέας, ο Νίκος Λύτρας κ.ά., όλοι τους εκπρόσωποι του “υπαιθρισμού”, εικαστικό ρεύμα το οποίο υποχώρησε μετά τη μικρασιατική καταστροφή.

    Όπως ήταν φυσικό, επηρεάστηκε από τα νέα ιδεολογικά ρεύματα της εποχής, όπως και οι αχώριστοι φίλοι του, Φώτης Κόντογλου και Στρατής Δούκας. Το κοινό αίτημα των ζωγράφων της ομάδας «Τέχνη» ήταν να μεταφράσουν με καθαρό χρώμα, όπως απαιτούσε ο μοντερνισμός, την απέραντη ποικιλία και το φως της ελληνικής υπαίθρου.

    Σπύρος Παπαλουκάς
    Σπύρος Παπαλουκάς

    Την εποχή αυτή μελετά τη βυζαντινή παράδοση, την οποία επεξεργάζεται, αναλύει και εντυπωσιάζεται από τις συνθετικές αρχές και τις χρωματικές αναλογίες που τη διέπουν. Η βαθιά περισυλλογή και η προσήλωσή του στο υλικό μέρος της τέχνης δεν του επιτρέπουν να παρασυρθεί, αντίθετα, ερευνά σε βάθος τους θησαυρούς που τον περιστοιχίζουν και αντλεί από εκεί βασικές και διαχρονικές  πληροφορίες. Εδώ έγκειται και η διάσταση με τον φίλο του Φώτη Κόντογλου, ο οποίος επιχειρεί την αναβίωση μορφών άλλων εποχών, που κατά τον Kandinsky δεν μπορεί παρά να είναι νεκρές, ενώ ο Παπαλουκάς πιστεύει –όπως ο Kandinsky– ότι κάθε έργο τέχνης είναι παιδί της εποχής του, δημιούργημα μιας πολιτιστικής περιόδου που δεν μπορεί να επαναληφθεί πια. Έτσι ο Παπαλουκάς δεν ξεκινά από την παράδοση, αλλά την αποκαλύπτει όταν είναι ώριμος πια και την αξιοποιεί χωρίς σκοπιμότητες, φέρνοντας μια άνοιξη στην τέχνη, κατά την έκφραση του φίλου του Στρατή Δούκα. Η εργατικότητα, η επιμονή, οι διαρκείς αναζητήσεις και ο συνεχής προβληματισμός είναι γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν τον Παπαλουκά και το έργο του.

    Στα μεταϊμπρεσιονιστικά ρεύματα επιλέγει τα στοιχεία που ανταποκρίνονται στην αναζήτησή του. Από τον Σεζάν διδάσκεται την πειθαρχία της σύνθεσης. Από τον Γκωγκέν ενθαρρύνεται να διατηρήσει τη συχνά διακοσμητική χρήση της γραμμής, να υψώσει τον ορίζοντα κλείνοντας τη ζωγραφική επιφάνεια ως τα όριά της χωρίς βάθος και να τολμήσει ζωηρές συζυγίες συμπληρωματικών τόνων. Τα έργα του συνδυάζουν τον ιμπρεσιονισμό των Σεζάν, Ματίς και Βαν Γκογκ, με την πνευματικότητα των βυζαντινών αγιογραφιών. Όντας επιφυλακτικός στους νεοτερισμούς, εισήγαγε τις τάσεις που επικρατούσαν στο εξωτερικό στη ζωγραφική και τις καλλιέργησε με έναν καθαρά δικό του, μοναδικό τρόπο.

    Η Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων τίμησε τον δημιουργό Σπύρο Παπαλουκά το 2018, με την έκθεση “Τέχνη και Εποχή. Η συλλογή της Πινακοθήκης Δήμου Αθηναίων μέσα από τα μάτια του Σπύρου Παπαλουκά”, την οποία διοργάνωσε ο Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων, παρουσιάζοντας το έργο που επιτέλεσε ο ζωγράφος ως Διευθυντής της, με μια επιλογή από σημαντικά έργα καλλιτεχνών που αποτέλεσαν τον ιδρυτικό πυρήνα της συλλογής και του πνεύματος που τη χαρακτηρίζει.

    “Ο κόσμος του έχει δικούς του νόμους και ρυθμούς, όπως, για παράδειγμα, το γεγονός ότι δούλευε μόνο με τρία συμπληρωματικά χρώματα: κίτρινο, κόκκινο, μπλε, εκτός φυσικά από το λευκό. Χρησιμοποιούσε τρεις βασικές κλίμακες χρωμάτων: την εμπρεσιονιστική για το ύπαιθρο κυρίως, την ελαφριά βυζαντινή και τη βαριά βυζαντινή. Έτσι, άλλοτε αντικαθιστούσε το cobalt με το ultramarine, το κίτρινο με την ώχρα ή τη σιένα και το κόκκινο lacque με άλλα πιο βαριά κόκκινα. Πάντα, όμως, τα χρώματα στην παλέτα ήταν τρία’’, επισημαίνει ο ζωγράφος Βασίλης Θεοχαράκης, αναφερόμενος στη δουλειά του δασκάλου του.

    Αυτό το δίπολο φύση και τέχνη θα ορίσει το αισθητικό αποτέλεσμα της τέχνης του Παπαλουκά: “Γιατί αν η φύση είναι το θαύμα του θεού, η τέχνη είναι το θαύμα του ανθρώπου”, δήλωνε χαρακτηριστικά ο καλλιτέχνης, παραφράζοντας αυτό που ο Λεονάρντο Νταβίντσι είχε πει, ότι δηλαδή ο καλλιτέχνης είναι ένας μικρός θεός.

    Η επίδραση του Παπαλουκά στους σύγχρονούς του και στους μεταγενέστερους Έλληνες ζωγράφους ήταν καταλυτική, αφού με το έργο του έδειξε πως μοντέρνα τέχνη και ελληνικότητα δεν είναι έννοιες ασύμβατες. Ακολούθησε τη δική του πορεία, κατακτώντας έτσι έναν ιδιότυπο προσωπικό τρόπο έκφρασης, συμφιλιωμένος με την παράδοση που πιστά ακολούθησε, μέσα από μια σύγχρονη εικαστική ματιά.

    Πηγές:

    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%80%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%A0%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%AC%CF%82

    https://www.thetoc.gr/politismos/article/o-spoudaios-zwgrafos-spuros-papaloukas-sti-dimotiki-pinakothiki

    https://www.culturenow.gr/takis-mayrotas-h-pneymatikotita-sti-zografiki-toy-spyroy-papaloyka-kai-toy-vasili-theoxaraki/

    https://ellinonfos.gr/o-zografos-spiros-papaloukas/

    https://www.timesnews.gr/o-zografos-spyros-papaloykas-me-to-erg/

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here