Camille Pissarro

Γράφει η Μαριάννα Τσαντίλη

Ο Καμίλ Πισσαρό (Jacob-Abraham-Camille Pissarro) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του εμπρεσιονισμού.

Camille PissarroΓεννήθηκε στη νήσο του Αγίου Θωμά, στις Αντίλλες, στις 10 Ιουλίου 1830 από πατέρα Γαλλοεβραίο έμπορο πορτογαλικής καταγωγής που παντρεύτηκε τη χήρα του εκλιπόντος θείου του, την Rachel Pomié Petit,  γεγονός που δεν έγινε αποδεκτό από την τοπική κοινότητα των Εβραίων, με αποτέλεσμα να υπάρχουν προβλήματα στη νέα οικογένεια και κυρίως στα παιδιά.

Στα δώδεκα χρόνια του, τον έστειλαν εσωτερικό στο κολέγιο Πασί, στο Παρίσι, για να συνεχίσει τις σπουδές του, όπου έμεινε μέχρι τα δεκαεπτά του. Επιστρέφοντας στον Άγιο Θωμά, άρχισε να ασχολείται με την επιχείρηση του πατέρα του, χωρίς ποτέ να εγκαταλείψει την εμμονή του με το σχέδιο και τη ζωγραφική. Λέγεται πως ο πατέρας του ήταν αντίθετος σε αυτή του την κλίση, γεγονός που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τις Αντίλλες το 1853 και να ακολουθήσει τον Δανό ζωγράφο Φριτζ Μέλμπυ (Fritz Melbye) στο Καράκας,  (οι Αντίλλες ανήκαν τότε στη Δανία και ο ίδιος ο Πισσαρό ήταν επίσης και Δανός υπήκοος) σε ένα ταξίδι εμπειρίας που κάλυψε οικονομικά, παρ’ όλους τους ενδοιασμούς του, ο πατέρας του. Οι πρώτοι του πίνακες χρονολογούνται από εκείνη την περίοδο και αναπαριστούν πρόσωπα και τοπία της τροπικών χωρών.

Το 1885 επιστρέφει στη Γαλλία και εγγράφεται Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά απογοητευμένος από την αδιάφορη και άψυχη ακαδημαϊκή διδασκαλία αποφασίζει να μαθητεύσει κοντά στον Γκυστάβ Κουρμπέ (Gustave Courbet), τον κορυφαίο εκπρόσωπο του ρεαλισμού της καθημερινής ζωής και  στον τοπιογράφο Ζαν-Μπατίστ Καμίγ Κορό (Jean-Baptiste Camille Corot). Με παρότρυνση του Κορό, βγαίνει να ζωγραφίσει έξω, στους ανοιχτούς χώρους της υπαίθρου. Σε αυτά τα έργα, τα εμπνευσμένα από τη γαλλική εξοχή, διακρίνεται η λεπτομερής παρατήρηση της φύσης που χαρακτηρίζει και όλα τα έργα του, καθώς κι η αγάπη του για τις μικρές πόλεις και τα χωριά, γεγονός που επεξηγεί και τον δεύτερο χαρακτηρισμό που του προσδίδουν, αυτόν του «ζωγράφου της γης».

Στη δεκαετία του 1860, ο Πισσαρό δημιουργεί φιλικές σχέσεις με νεότερους του ζωγράφους, όπως  τον Ρενουάρ, Κλωντ Μονέ, Σισλέ, Μπαζίλ, τον Σεζάν και τον Ντεγκά, και λίγο αργότερα με τον Εντουάρ Μανέ, γεγονός που του προσδίδει τον χαρακτηρισμό του «πατριάρχη του εμπρεσιονισμού», λόγω του ότι είναι ο γηραιότερος όλων, αλλά και του ιδιαίτερου ύφους του. Την ίδια εποχή γνωρίζεται με τον ζωγράφο  Βίνσεντ βαν Γκογκ (Vincent van Gogh) και γίνεται ο πρώτος θαυμαστής του. 

Το 1870, με το ξέσπασμα του Γαλλοπρωσσικού Πολέμου (Ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος, Ιούλιος 1870-Μάιος 1871 ήταν ένοπλη σύγκρουση της δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας υπό τον Ναπολέοντα Γ΄ με τον σύνδεσμο γερμανικών κρατών υπό την ηγεσία της Πρωσίας. Αφορμή στάθηκε η διαφωνία της Γαλλίας στην ανακήρυξη του Γερμανού πρίγκιπα Λεοπόλδου των Χοεντσόλερν σε υποψήφιο βασιλιά της Ισπανίας), καταφεύγει οικογενειακώς στην Αγγλία, στο Σάρεϋ, όπου θα συναντηθεί ξανά με τη μητέρα του που ζει εκεί και θα έρθει σε επαφή με τα χρώματα μιας άλλης υπαίθρου, της αγγλικής αυτή τη φορά, που τη βλέπει όχι μόνο με τα ίδια του τα μάτια αλλά και ζωγραφισμένη στους  πίνακες των Κόνσταμπλ και Τέρνερ, πίνακες που τους μελετά ιδιαιτέρως και  μέσω αυτών μαθαίνει πώς να χειρίζεται τον ιδιαίτερο φωτισμό του αγγλικού τοπίου.

 Στο Λονδίνο παντρεύεται την πρώην υπηρεσία της μητέρας του, τη Ζυλί Βελαί (Julie Vellay) με την οποία αποκτά επτά παιδιά. Όταν επιστρέφει στη Γαλλία το 1871, βρίσκει το σπίτι του λεηλατημένο και κατεστραμμένους πολλούς από τους πίνακές του. Αποφασίζει να εγκατασταθεί στο Ποντουάζ, ένα χωριό στην επαρχία Βεξέν, που με τα χρώματα και την ομορφιά του γίνεται η έμπνευσή του  για τους επόμενους πίνακες. Στο Ποντουάζ τον ακολουθεί το 1872 και ο Πωλ Σεζάν.

Το 1873 δημιουργεί μια ομάδα από 15 καλλιτέχνες και  τον επόμενο χρόνο η ομάδα, ως σύνολο εμπρεσιονιστών ζωγράφων πλέον, πραγματοποιεί  την πρώτη της έκθεση στο Σαλόν του Παρισιού (ήταν η επίσημη έκθεση ζωγραφικής της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Παρισιού, που  ξεκίνησε το 1667) και σημειώνει αποτυχία. Την ίδια χρόνια πεθαίνει και η μοναδική του κόρη Ζαν-Ρασέλ.

Ο Πισσαρό δεν λυγίζει και ξαναπροσπαθεί, αποστέλλοντας τη δουλειά του και  τα  επόμενα χρόνια.  Ήταν ο μόνος εμπρεσιονιστής ζωγράφος που πήρε τελικά μέρος σε όλες τις εκθέσεις της ομάδας. Σιγά σιγά η νέα τεχνοτροπία  γίνεται αποδεκτή και ο Εμίλ Ζολά καθώς και αρκετοί κριτικοί αρχίζουν να επαινούν τα έργα τους. Είναι και η πρώτη φορά που αρχίζει να χρησιμοποιείται ο όρος «εμπρεσιονισμός» ως καλλιτεχνικό κίνημα. Όπως χαρακτηριστικά λέει:

“Είμαστε όλοι τα υποκείμενα εντυπώσεων, και κάποιοι από μας επιζητούμε να μεταδώσουμε τις εντυπώσεις μας σε άλλους. Στην τέχνη της επικοινωνίας των εντυπώσεων βρίσκεται η δύναμη να γενικεύεις, χωρίς όμως να χάνεις τη λογική εκείνη σύνδεση ανάμεσα στο όλο και στα μέρη του, που τόσο ικανοποιεί το νου”.

Παρ’ όλα αυτά, σε γράμματα που στέλνει στον γιό του Λουσιέν, -η αλληλογραφία πατέρα/γιου άρχισε το 1883 και διατηρήθηκε για 20 χρόνια- διαβάζουμε για τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε ο Πισσαρό, καίτοι την πώληση των έργων του την έχει αναλάβει ο Πωλ Ντυράν-Ρυέλ, γνωστός έμπορος έργων τέχνης που αντιπροσωπεύει σχεδόν όλους τους εμπρεσιονιστές. Απογοητευμένος από τα οικονομικά προβλήματα, δοκιμάζει πρόθυμα τη θεωρία του νεοεμπρεσιονισμού που πρεσβεύει ο ζωγράφος Ζωρζ  Σερά, τον οποίο γνωρίζει μέσω ενός άλλου ζωγράφου, του Πωλ Σινιάκ. Για πέντε ολόκληρα χρόνια ο Πισσαρό ζωγραφίζει ακολουθώντας την «πουαντιγιστική» τεχνοτροπία, που τελικά αποξένωσε τόσο τα έργα του όσο και τον ίδιον από τους εμπόρους τέχνης, τους συλλέκτες, αλλά και τους συναδέλφους του που δεν τη συμπαθούν ιδιαίτερα.

Καίτοι η αναδρομική έκθεση των έργων του που διοργανώνει ο Πωλ Ντυράν-Ρυέλ του αποφέρει αρκετά χρήματα, ο Πισσαρό δεν μπορεί να χαρεί ιδιαίτερα, γιατί έχει ήδη αρχίσει να αντιμετωπίζει τις συνέπειες μιας χρόνιας μόλυνσης στα μάτια, που τον εμποδίζει να ζωγραφίζει στην ύπαιθρο. Το 1893 και το 1897 πηγαίνει στο Παρίσι, όπου από το δωμάτιο του ξενοδοχείου του ζωγραφίζει είκοσι τέσσερις πίνακες που απεικονίζουν κτήρια και δρόμους της πόλης σε διαφορετικές ώρες και εποχές. Από το 1900 και μέχρι τον θάνατό του, τρία χρόνια μετά, ζωγραφίζει στο Παρίσι, στη Χάβρη και στη Διέπη και κάνει επίσης αρκετά ταξίδια στην Αγγλία, στο Βέλγιο και στην Ολλανδία, όπου ζωγραφίζει πόλεις, χωριά, ποτάμια, γέφυρες, χωρικούς κι αγροτικές σκηνές, τα αγαπημένα του θέματα που συναντάμε σχεδόν σε όλους τους πίνακες του.

Τα χρώματα είναι γεμάτα ζωή. Αποχρώσεις του κόκκινου στις στέγες των απλών σπιτιών, καφέ στους χωμάτινους δρόμους, πράσινα στο χορτάρι των λόφων και των δέντρων που υψώνουν τα κλαδιά τους προς τον ουρανό που διακρίνεται καταγάλανος και ασυννέφιαστος, άλλοτε γεμάτα φύλλα και άλλοτε γυμνά λόγω της παγωνιάς του χειμώνα.  Όλα φανερώνουν την αγάπη του για την αγροτική ζωή, τους απλούς ανθρώπους του χωριού, και τον θαυμασμό του για την αρμονική ένωση ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση.  Αυτή η ένωση δημιουργεί μια γαλήνη και ηρεμία σε όσους μπορούν να εκτιμήσουν την ομορφιά της ζωής δίπλα στη φύση.

Στους περισσότερους πίνακες με αγροτικές σκηνές υπάρχει πάντα κάποιος που ασχολείται με τη φροντίδα της γης ή κάνει έναν περίπατο, ένα παιδί που παίζει ή ένα άλογο που βόσκει αμέριμνα. Η ανθρώπινη παρουσία ακόμα και αν δεν είναι ζωγραφισμένη, είναι νοητή και υπονοείται πίσω από την καλλιεργημένη γη και από το φροντισμένο και καθαρό δρόμο του χωριού.

Ο Πισσαρό πέθανε στο Παρίσι στις 13 Νοεμβρίου 1903 σε ηλικία 73 ετών, αφήνοντας πίσω του περισσότερα από 1600 έργα. Ο τάφος του βρίσκεται στο Περ-Λασαίζ (Père Lachaise), ο μεγαλύτερο κοιμητήριο της πόλης του Παρισιού.

Πηγή: «Η Ιστορία του Εμπρεσιονισμού», John Reward, 1961

Απάντηση