Πώς γράφτηκε το Μαύρο I. Είναι πάντα πολύ μεγάλη η χαρά μου όταν έχω την ευκαιρία να γράψω την ιστορία πίσω από την ιστορία και να μοιραστώ μαζί σας όσα γράφτηκαν στις αόρατες σελίδες που υπάρχουν σε κάθε βιβλίο.
Γράφει η Στάλω Φωτιάδου
Στις αόρατες σελίδες αυτής της ιστορίας έχει καταγραφεί μια σκηνή που διαδραματίστηκε μπροστά μου πριν από πολλά χρόνια και αποτελεί πολύτιμο κομμάτι της μνήμης μου. Αυτή ήταν ο μοχλός που ενεργοποίησε την περιέργεια για να την μετατρέψει σε έμπνευση. Εκείνη την εποχή όμως, όλα όσα σήμαιναν δημιουργική φαντασία, ενεργοποίηση έμπνευσης, μυθοπλασία, πλοκή, ήρωες, ήταν για μένα άγνωστα… Τότε, όταν μια σκηνή που παρακολουθούσα ή κάτι που άκουγα, ξυπνούσε μέσα μου έντονα συναισθήματα σκεφτόμουν πως «αυτό θα το θυμάμαι για πάντα…» Αγνοώντας πως αυτό από μόνο του σήμαινε, τα πάντα…

Ταξίδι στον χρόνο λοιπόν και πάμε σε ένα βροχερό βράδυ Νοεμβρίου το 1987 στα Πετράλωνα. Τότε που ήμουν φοιτήτρια και για να πάρω τηλέφωνο τους γονείς μου έπρεπε να πάω στο περίπτερο της γειτονιάς που κατέβαζε ρολά στις έντεκα το βράδυ. Η βροχή που με εμπόδιζε να πάω στο περίπτερο νωρίτερα ήταν ο λόγος που πέρασα την συγκεκριμένη στιγμή από ένα σπίτι και είδα την σκηνή που χρόνια αργότερα θα γινόταν ιστορία. Αν δεν έβρεχε θα πήγαινα νωρίτερα και ίσως η ιστορία να μην είχε γραφτεί, ποιος ξέρει… Επιστρέφοντας πίσω στο σπίτι μου μετά από το τηλεφώνημα και περνώντας από μια παλιά μονοκατοικία είδα έναν άντρα να είναι αναίσθητος, πεσμένος μπρούμυτα μέσα στις λάσπες. Μια νέα γυναίκα προσπαθούσε να τον συνεφέρει και να τον σηκώσει για να μπουν μέσα στο σπίτι. Από ό, τι κατάλαβα από τα λεγόμενά της, τις ελάχιστες στιγμές που είδα την σκηνή, ο άντρας πρέπει να είχε μπλεξίματα και κάποιοι να τον είχαν χτυπήσει κι αυτό να γινόταν συχνά. «Έλα αγάπη μου, σήκω, πού πήγες κι έμπλεξες πάλι, τι πήγες κι έκανες, σε έχουν χτυπήσει άσχημα, έλα αγάπη μου σήκω…» Ντράπηκα να σταματήσω να την ρωτήσω αν χρειαζόταν βοήθεια, νόμιζα ότι ίσως να της έδινα την εντύπωση πως είμαι περίεργη και αδιάκριτη και να θύμωνε. Η σκηνή με άγγιξε βαθιά και βλέποντας μια νέα γυναίκα να έχει γονατίσει στις λάσπες και να κλαίει, προσπαθώντας να συνεφέρει με όλες της τις δυνάμεις ένα άντρα σφηνώθηκε στη μνήμη μου.
Ποτέ δεν έμαθα την ιστορία αυτών των ανθρώπων, ούτε αν ήταν ζευγάρι, αδέρφια, συγγενείς ή φίλοι. Ακριβώς γι’ αυτό το ποτέ και τίποτα δεν έμαθα, ενεργοποιήθηκε η δημιουργική μου φαντασία και χρόνια μετά αποφάσισα να επιστρέψω στην Αθήνα της δεκαετίας του 1980 μέσα από το συγγραφικό ταξίδι, να τους γνωρίσω και να γράψω την ιστορία τους. Τον Αύγουστο του 2015, η γυναίκα πήρε το όνομα Ελένη και ο άντρας ονομάστηκε Άλκης. Ξεκίνησα να γράφω την ιστορία με την συγκεκριμένη σκηνή, όσοι όμως έχουν διαβάσει το βιβλίο ξέρουν ότι η «δική μου ιστορία» ξεκινάει αλλιώς και η σκηνή δεν υπάρχει σε καμιά σελίδα παρά μόνο στις αόρατες. Εκεί όπου ανήκει… Βλέπετε, άλλο η πραγματικότητα κι άλλο η φαντασία. Η αληθινή σκηνή δεν προσαρμόστηκε ποτέ στην μυθοπλασία γιατί πολύ απλά, ήταν η αληθινή…
Κάπως έτσι γεννήθηκε ο Άλκης στην ψυχή μου γιατί, να ξέρετε, πρώτα αγαπάει τον ήρωα η ψυχή και μετά τον ζωντανεύει η έμπνευση. Ο Άλκης της δικής μου ιστορίας γεννήθηκε ένα βροχερό βράδυ του Νοεμβρίου, μόνο αυτό κράτησα από την πραγματικότητα. Μέσα από την σκηνή που έζησα και είχε διάρκεια ελάχιστες στιγμές… Μέσα από δύο ανθρώπους που ποτέ δεν έμαθα ποιοι είναι και ποια είναι η πραγματική τους ιστορία. Κι εκείνοι, όπου και να είναι τώρα δεν έμαθαν ότι όπως και να προχώρησε η ζωή τους, έφτιαξαν την δική τους ιστορία μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου που πήρε χρώμα Μαύρο και τον τίτλο «Δανεικές Ταυτότητες».
Υποστηρίξτε το blog μας με μία δωρεά, πατώντας εδώ