Στη σημερινή συνέντευξη στους Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών φιλοξενείται ο συγγραφέας Γιάννης Γλύκας, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του «Το δαχτυλίδι της προδοσίας» από τις εκδόσεις Πνοή.
Συνέντευξη
Ρωτάει η Αγγελίνα Παπαθανασίου
Ευχαριστούμε πολύ για τη συνέντευξη που μας παραχωρείτε.
Δυο χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου σας βιβλίου «Σκόνη στον χρόνο», επανέρχεστε με ένα ακόμα ιστορικό βιβλίο, και ταξιδεύετε τους αναγνώστες σας πολλούς αιώνες πίσω στο παρελθόν. Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για να γεννηθεί «Το δαχτυλίδι της προδοσίας»;
Γ. ΓΛ. Οι γυναίκες και η Αθήνα!
Όλα τα βιβλία ξεκινούν από μια κεντρική ιδέα, μια σκέψη που σιγά σιγά φωλιάζει μέσα σου και αρχίζει να παίρνει μορφή. Για το «δαχτυλίδι της προδοσίας» το βασικό τρίπτυχο ήταν: εταίρες, ένα καταραμένο αντικείμενο και μια Αθήνα που μεταβάλλεται μέσα στον χρόνο. Αυτός ήταν ο πυρήνας γύρω από τον οποίο χτίστηκαν όλες οι ιστορίες και όλες οι εποχές του έργου!
Πάντα με γοήτευε η σκέψη ότι ένα αντικείμενο μπορεί να κουβαλά μνήμη, επιθυμία και ενοχή, σαν να απορροφά τα ίχνη όσων το κρατούν στα χέρια τους. Το δαχτυλίδι έγινε έτσι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε διαφορετικές ζωές και διαφορετικές περιόδους της αθηναϊκής ιστορίας. Δεν ήθελα να γράψω απλώς μια ιστορία μυστηρίου ή πάθους· ήθελα να παρακολουθήσω πώς οι άνθρωποι αλλάζουν ή δεν αλλάζουν, καθώς η πόλη γύρω τους μεταμορφώνεται.
Οι εταίρες επιλέχθηκαν γιατί εκπροσωπούν έναν αντιθετικό κόσμο∙ έναν κόσμο ελευθερίας και δεσμών, δύναμης και ευαλωτότητας. Είναι γυναίκες που συχνά μένουν στο περιθώριο της επίσημης ιστορίας, αλλά επηρεάζουν καθοριστικά τις ζωές των άλλων. Μέσα από αυτές μπόρεσα να εξερευνήσω θέματα όπως η επιθυμία, η επιβίωση, η κοινωνική υποκρισία και φυσικά η προδοσία.
Η Αθήνα, τέλος, λειτουργεί σαν ένας ακόμη χαρακτήρας του βιβλίου. Με ενδιέφερε να αποτυπώσω την πόλη καθώς αλλάζει πρόσωπα μέσα στους αιώνες, αλλά και να δείξω πως κάτω από τις αλλαγές παραμένουν ζωντανά τα ίδια ανθρώπινα πάθη.
Έτσι γεννήθηκε το «Δαχτυλίδι της Προδοσίας»: από την ανάγκη να ενώσω αυτούς τους τρεις κόσμους σε μια ιστορία που ταξιδεύει στον χρόνο, αλλά μιλά για διαχρονικές ανθρώπινες αλήθειες.
Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι μοχθήσατε πολύ για να του παραδώσετε ένα άρτιο αποτέλεσμα. Πόσο χρονικό διάστημα απαιτήθηκε για την έρευνά σας και τη συγγραφή του μυθιστορήματος; Συναντήσατε δυσκολίες με τους ήρωές σας;
Γ.ΓΛ. Σας ευχαριστώ για αυτή τη διαπίστωση!
Ένα «ιστορικό μυθιστόρημα μυστηρίου» όπως μου αρέσει να το χαρακτηρίζω, και μάλιστα σε σπονδυλωτή αφήγηση, σε πέντε εποχές, ήταν ένα μεγάλο στοίχημα εξαρχής. Στην πορεία της συγγραφής του κατάλαβα πόσο δύσκολο ήταν το εγχείρημά μου! Χρειάστηκα τρία χρόνια για να ολοκληρώσω το «δαχτυλίδι». Ήθελα να κινητοποιήσω όλα τα αισθητηριακά μέσα, οπότε πέραν της έρευνας για την τοπογραφία της Αθήνας και την επικαιρότητα της κάθε περιόδου ήθελα να εντρυφήσω και στις λεπτομέρειες, στα αρώματα, τη μουσική, τα φαγητά, τα κρασιά, τα ρούχα! Ακόμα και το λεξιλόγιο και τα ονόματα αλλάζουν από ιστορία σε ιστορία!
Απολαμβάνω όμως την ιστορική έρευνα, λατρεύω την ιστορία, οπότε για μένα η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν το να πετύχω μια ιδανική ισορροπία ανάμεσα στην τεκμηριωμένη ιστορική αφήγηση και τα στοιχεία του υπερφυσικού, με τα οποία για πρώτη φορά πειραματιζόμουν.
Η ισορροπία αυτή δεν είναι εύκολη, ειδικά αν σκεφτούμε ότι το πρώτο μου βιβλίο, η «Σκόνη στον χρόνο», είναι ένα ιστορικό ερωτικό μυθιστόρημα χωρίς φυσικά τέτοια στοιχεία. Επιπλέον, ως επιστήμονας (είμαι Ουρολόγος χειρουργός), έχω μια βαθιά σχέση με τη λογική και την τεκμηρίωση, ωστόσο το μεταφυσικό ήταν κάτι που πάντα με γοήτευε και ήθελα να το εξερευνήσω λογοτεχνικά.
Σε αυτό το βιβλίο θέλησα να πειραματιστώ περισσότερο, να συνδυάσω την ιστορική αφήγηση με στοιχεία μαγείας και υπερβατικότητας, χωρίς όμως να χάνεται η αίσθηση της ιστορικής αλήθειας. Γι’ αυτό και προχώρησα σε εκτενή έρευνα γύρω από πρακτικές όπως η ονειρομαντεία, η γεωμαντεία και άλλες αντίστοιχες αντιλήψεις του αρχαίου κόσμου, οι οποίες, για τους ανθρώπους της εποχής, ήταν μέρος της καθημερινής τους πραγματικότητας.
Έτσι, το υπερφυσικό δεν εισβάλλει αυθαίρετα στην ιστορία, αλλά πατάει πάνω σε δοξασίες και αντιλήψεις που υπήρχαν ήδη τότε, λειτουργώντας ως φυσική προέκταση του τρόπου με τον οποίο οι ίδιοι οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν τον κόσμο τους.
Διαβάστε την άποψή μας για το βιβλίο: Το δαχτυλίδι της προδοσίας
Γράφετε στον σελιδοδείκτη που βρήκα μέσα στο βιβλίο σας «Τις ζωές μας τις ορίζει ο χαρακτήρας μας, η μοίρα που γράφουμε μόνοι μας». Ο χαρακτήρας μας δεν επηρεάζεται από τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώσαμε και τους ανθρώπους που μας περιέβαλλαν;
Γ. ΓΛ. Φυσικά και επηρεάζεται. Όλοι κουβαλάμε μέσα μας κάτι από τους ανθρώπους που μας μεγάλωσαν, από όσα ζήσαμε, από τις πληγές και τις αγάπες μας. Για μένα, ως παιδί, ήταν καθοριστική η μορφή του παππού μου ως προς την αγάπη μου για τα βιβλία και, ακόμα περισσότερο όσο μεγάλωνα, η παρουσία της μητέρας μου, οι συζητήσεις μας και το κοινό μας πάθος για τη λογοτεχνία.
Όμως, πέρα από τα βιώματα, πιστεύω πολύ και στην προσωπική ευθύνη. Κάποια στιγμή ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις επιλογές μας και τότε ο χαρακτήρας μας καθορίζει τον δρόμο που θα πάρουμε. Ίσως τελικά αυτό να εννοώ όταν λέω πως τη μοίρα μας τη γράφουμε μόνοι μας: δεν επιλέγουμε πάντα τι θα μας συμβεί, επιλέγουμε όμως τι θα κάνουμε με αυτό.
Έχουν γίνει παρουσιάσεις του βιβλίου τόσο στην Αθήνα όσο και στον τόπο καταγωγής σας, τη Χίο. Έχετε διαβάσει και ακούσει κριτικές για το πόνημά σας από τους αναγνώστες. Ποια είναι τα συναισθήματά σας; Νιώθετε ότι το αναγνωστικό κοινό αναγνωρίζει την αγάπη σας για τη συγγραφή και τη λογοτεχνία;
Γ.ΓΛ. Νομίζω πως αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο για έναν συγγραφέα: να βλέπει το βιβλίο του να αποκτά τη δική του ζωή στα χέρια των αναγνωστών. Κάθε εμπειρία ανάγνωσης είναι διαφορετική. Κάθε άνθρωπος που διαβάζει το βιβλίο σου κάνει το δικό του ταξίδι μαζί του.
Με συγκινεί πολύ όταν κάποιος μου μιλά για έναν ήρωά μου σαν να τον γνώρισε πραγματικά ή για μια σκηνή που τον ακολούθησε αφού έκλεισε το βιβλίο. Και ναι, αισθάνομαι ότι η αγάπη μου για τη συγγραφή φτάνει στους αναγνώστες. Αυτό για μένα είναι σημαντικότερο από οτιδήποτε άλλο. Αυτό το μοίρασμα κρύβει μέσα του τόση μαγεία!
Αυτή την περίοδο σας βασανίζουν γλυκά νέοι ήρωες;
Γ. ΓΛ. Νομίζω ότι πλέον αυτό το «βάσανο» είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου!
Οι νέοι μου ήρωες με έχουν ταξιδέψει ξανά πίσω στη Χίο, αλλά σε μια πολύ σκοτεινή περίοδο της ιστορίας της. Βρίσκομαι ήδη στη συγγραφή του τρίτου μου μυθιστορήματος, με φόντο την Κατοχή και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν θα πω πολλά ακόμη· μόνο ότι οι νέοι μου ήρωες με βασανίζουν πράγματι γλυκά και, όπως φαίνεται, δεν σκοπεύουν να με αφήσουν ήσυχο σύντομα.
Λίγο πριν ολοκληρώσουμε τη συνέντευξη, θα θέλατε να πείτε κάτι στους αναγνώστες μας;
Γ.ΓΛ. Να συνεχίσουν να διαβάζουν και να ταξιδεύουν μέσα από τα βιβλία. Και, φυσικά, ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όσους επέλεξαν να ταξιδέψουν μαζί μου. Κάθε μήνυμα, κάθε κουβέντα και κάθε αναγνώστης που επιστρέφει για το επόμενο βιβλίο μου είναι για μένα ένας ακόμη λόγος να συνεχίζω να γράφω.
Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας. Καλή δημιουργική συνέχεια!
Επιμέλεια κειμένου: Ζωή Τσούρα
Υποστηρίξτε το blog μας με μία δωρεά, πατώντας εδώ