ΑρχικήΣυνεντεύξειςΣυνέντευξη - Βίκυ Σγουρέλλη

Συνέντευξη – Βίκυ Σγουρέλλη

-

Στη σημερινή συνέντευξη στους Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών, φιλοξενείται η εκπαιδευτικός, συγγραφέας και εκδότρια Βίκυ Σγουρέλλη, με αφορμή την κυκλοφορία τριών νέων βιβλίων από τον εκδοτικό οίκο «Βooks with Shoes».

Συνέντευξη

Ρωτάει η Αγγελίνα Παπαθανασίου

Ευχαριστούμε πολύ για τη συνέντευξη που μας παραχωρείτε.

Πρόσφατα από τις εκδόσεις «Books with Shoes» κυκλοφόρησαν τρία νέα βιβλία: το θεατρικό έργο της Ματούλας Γεωργεδάκη «Σκυλοπνίχτης» και δύο δικά σας βιβλία για παιδιά. Πείτε μας λίγα λόγια για τη συνεργασία σας με τη συγγραφέα του θεατρικού έργου, Ματούλα Γεωργεδάκη.

Β.ΣΓ. Ο εκδοτικός οίκος είχε πέσει για αρκετό καιρό σε μια μικρή «χειμερία νάρκη», κυρίως λόγω των ακαδημαϊκών μου υποχρεώσεων, της ενασχόλησής μου με την ψυχολογία και της προσπάθειας να ξαναστήσω τη σχολή μου μετά την πανδημία.

Με τη Ματούλα Γεωργεδάκη γνωριζόμασταν ήδη μέσα από τον χώρο της εκπαίδευσης. Όταν μου έστειλε τον «Σκυλοπνίχτη» για αξιολόγηση, η πρώτη μου αντίδραση ήταν, παραδόξως, να της προτείνω άλλους εκδοτικούς οίκους με μεγαλύτερη εμπειρία στο θεατρικό έργο, ακριβώς επειδή το θεωρώ πραγματικά αξιόλογο. Οι Books with Shoes δεν είχαν ασχοληθεί μέχρι τότε με το θέατρο και ιδιαίτερα με το θέατρο του παραλόγου.

Η Ματούλα, όμως, επέλεξε εμάς και την ευχαριστώ πραγματικά για την εμπιστοσύνη της. Ήταν μια εξαιρετικά ευχάριστη συνεργασία, με πολύ αξιόλογους συντελεστές: τον διδάκτορα, ποιητή και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα στο επίμετρο και την ποιήτρια Μαρία Χρονιάρη στην επιμέλεια.

Για μένα, ο «Σκυλοπνίχτης» λειτούργησε και ως μια ανάσα. Άνοιξε μια καινούρια σελίδα για τον εκδοτικό οίκο και, ύστερα από μια περίοδο συγγραφικού και εκδοτικού μπλοκ, μου έδωσε κι εμένα την αφορμή να ξαναξεκινήσω.

Στο βιβλίο «Ναι… αλλά όχι», εκτός από τη συγγραφή, ασχοληθήκατε και με την εικονογράφησή του. Αναφέρεστε στις υποσχέσεις που απλώς δίνονται και δεν τηρούνται. Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για να γεννηθούν στο μυαλό σας οι ήρωες του βιβλίου; Πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με την εικονογράφηση και τη ζωγραφική;

Ναι.. Αλλά όχι - Βίκυ ΣγουρέλληΒ.ΣΓ. Η εικονογράφηση ήταν κάτι που ανέκαθεν μου άρεσε. Αρχικά ασχολήθηκα περισσότερο με την ψηφιακή της μορφή, μέσω του iPad και του Procreate. Εκεί υπάρχει ένας απέραντος κόσμος έτοιμων εργαλείων: δεν χρειάζεσαι μπογιές, δεν λερώνεσαι και μπορείς να δοκιμάσεις σχεδόν τα πάντα, όπου κι αν βρίσκεσαι. Είχα μάλιστα εικονογραφήσει ένα παιδικό βιβλίο συναδέλφου μου στη Δανία, χωρίς όμως τότε να παίρνω αυτή την ενασχόληση ιδιαίτερα σοβαρά.

Έτσι, αποφάσισα να κάνω μόνη μου, ψηφιακά, την εικονογράφηση του «Ναι… αλλά όχι». Την απόλαυσα, μου άρεσε το αποτέλεσμα και σκέφτηκα: «Γιατί όχι; Ας εκδοθεί». Ακολούθησε το εφηβικό «Το Κιντσούγκι: Ο Χρυσός της Ρωγμής», στο οποίο επίσης πειραματίστηκα ψηφιακά και το οποίο αργότερα απέσυρα λόγω ανασφάλειας. Είναι λίγο σαν τη θάλασσα: δεν βουτούν όλοι με τη μία. Εγώ τουλάχιστον περιμένω κάμποση ώρα πριν βάλω όλο το σώμα μου μέσα, αν δεν έχω αλλάξει γνώμη μέχρι τότε λόγω κρύου!

Αργότερα άρχισα να ασχολούμαι πιο σοβαρά με τη ζωγραφική, αρχικά μέσα από ένα εργαστήριο στη Χίο και στη συνέχεια μέσα από τη δική μου αναζήτηση και την επαφή μου με εικαστικούς από το εξωτερικό. Τότε ανακάλυψα την ανάγκη να αγγίζω το ίδιο το υλικό: να λερώσω τα χέρια μου, να πειραματιστώ με το νερό, το χρώμα, το χαρτί, τις υφές. Όσο περισσότερο έμπαινα σε αυτή τη διαδικασία, τόσο απομακρυνόμουν από την ψηφιακή ζωγραφική.

Όσο για τις υποσχέσεις, είναι ένα θέμα που με απασχολεί πολύ. Βλέπω όλο και συχνότερα ανθρώπους να υπόσχονται κάτι και στη συνέχεια απλώς να εξαφανίζονται. Δεν θεωρώ λάθος να αλλάξει κάποιος γνώμη ή να συνειδητοποιήσει ότι τελικά δεν μπορεί να κάνει αυτό που υποσχέθηκε. Αυτό είναι ανθρώπινο. Με προβληματίζει όμως η απουσία ακόμη και μιας στοιχειώδους ενημέρωσης προς τον άλλον, αυτό που σήμερα ονομάζουμε ghosting.

Το συναντάμε στις φιλικές, στις συντροφικές, αλλά και στις επαγγελματικές σχέσεις. Κάπου εκεί νομίζω ότι χάνεται η αίσθηση της ευθύνης απέναντι στον άλλον. Είναι σημαντικό να φροντίζουμε τις δικές μας ανάγκες, αλλά όχι εις βάρος των ανθρώπων γύρω μας.

Διαβάστε την άποψή μας για το βιβλίο: Ναι… αλλά όχι

Το δεύτερο βιβλίο σας, «Μήπως έχω αλλεργία στη γρουσουζιά;», αναφέρεται στις δεισιδαιμονίες και τις προλήψεις με τις οποίες μεγάλωσαν γενιές και γενιές και δυστυχώς ακόμη και σήμερα μας ταλαιπωρούν. Εικονογράφος του βιβλίου είναι η Anastasia Khmelevska. Κατάφερε με τις εικόνες της να αποτυπώσει τους ήρωές σας όπως τους είχατε πλάσει με τη φαντασία σας; Πείτε μας λίγα λόγια για τη συνεργασία σας.

Β.ΣΓ. Το «Μήπως έχω αλλεργία στη γρουσουζιά;» ήταν για μένα μια τολμηρή απόφαση να επιστρέψω ουσιαστικά ως συγγραφέας. Και χαίρομαι πραγματικά που το αγκαλιάσατε, γιατί τα βιβλία μου εξακολουθούν να είναι λίγο… περίεργα! Αυτό, μάλλον, δεν άλλαξε με τα χρόνια.

Μήπως έχω αλλεργία στη γρουσουζιά;- Βίκυ ΣγουρέλληΌταν ξεκίνησα να το γράφω, ήταν σαν να είχα κάνει πια τη βουτιά που σας έλεγα πριν και να κολυμπούσα στα ανοιχτά ως νέα Φελπς! Παράλληλα, είχα ήδη μπει αρκετά βαθιά στη ζωγραφική και είχα ιδιαίτερη αδυναμία στην υδατογραφία. Ήθελα λοιπόν να συνεργαστώ με μια εικονογράφο που να δουλεύει με παραδοσιακά μέσα, αλλά αναζητούσα και κάτι διαφορετικό. Για κάποιον λόγο, πολλά σύγχρονα παιδικά βιβλία μού φαίνονται εικαστικά αρκετά όμοια. Ήθελα αυτό το βιβλίο να έχει κάτι που να ξεχωρίζει, κάτι όχι τόσο οικείο στη δική μας εικονογραφική παράδοση. Και αυτό το βρήκα στο πρόσωπο της Anastasia Khmelevska.

Η συνεργασία μας ήταν εξαιρετική. Κατάλαβε πολύ γρήγορα τι ήθελα, είχε τρομερή αντίληψη και δουλέψαμε μαζί πάνω στον τρόπο με τον οποίο θα στηθεί ο κόσμος του βιβλίου.

Οπότε, αν με ρωτάτε αν η Anastasia κατάφερε να αποτυπώσει τους ήρωες όπως τους είχα φανταστεί, θα έλεγα ότι έκανε κάτι περισσότερο: τους απογείωσε.

Διαβάστε την άποψή μας για το βιβλίο: Μήπως έχω αλλεργία στη γρουσουζιά;

Φαντάζομαι ότι καθημερινά φτάνουν στο email του εκδοτικού σας πολλά έργα επίδοξων συγγραφέων για αξιολόγηση. Η εκδοτική παραγωγή είναι τεράστια σε σχέση με το αναγνωστικό κοινό, ενώ η ποσότητα δεν συμβαδίζει πάντα και με την ποιότητα των κειμένων. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να είστε ταυτόχρονα συγγραφέας και εκδότρια;

Β.ΣΓ. Είναι αρκετά δύσκολο. Και ξέρετε γιατί; Γιατί πάνω από εκδότρια -και αν μπορώ να θεωρήσω τον εαυτό μου συγγραφέα-, είμαι αναγνώστρια. Διαβάζω πολύ και έχω γίνει αρκετά απαιτητική. Πρώτα είμαι απαιτητική με τον εαυτό μου και μετά με τους άλλους.

Εκδοτικά… δεν το έχω, γιατί δεν θέλω να το έχω. Ξεκάθαρα! Με το εμπόριο και τη δικτύωση δεν μπορώ να ασχοληθώ, αφενός γιατί δεν είναι η κύρια δραστηριότητά μου και αφετέρου γιατί θεωρώ ότι ο κλάδος περνά σοβαρή κρίση, τόσο οικονομικά όσο και ως προς την ταυτότητά του.

Και εδώ δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Όταν η παραγωγή είναι τόσο μεγάλη, γίνεται όλο και δυσκολότερο για τον αναγνώστη (και ιδιαίτερα για το παιδί) να ανακαλύψει το βιβλίο που πραγματικά του ταιριάζει. Γι’ αυτό κι εγώ εκδίδω λίγα βιβλία, κυρίως όταν θεωρώ ότι εντοπίζω κάποιο συγγραφικό κενό. Φυσικά… αυτό το κενό για κάποιον λόγο υπάρχει, αλλά δεν πτοούμαι.

Άλλωστε, όπως λέμε, «το πολύ το Κύριε ελέησον το βαριέται κι ο παπάς». Το ίδιο πιστεύω ότι συμβαίνει και με τα βιβλία.

Όσον αφορά τη συγγραφή, θέλω να είμαι ειλικρινής και σε κάτι ακόμη. Συχνά παρουσιάζουμε προς τα έξω μόνο την εικόνα της επιτυχίας: ότι όλα πήγαν καλά, ότι είμαστε επιτυχημένοι συγγραφείς, καλλιτέχνες, επαγγελματίες. Η πραγματικότητα όμως έχει πολύ περισσότερες αποτυχίες, αμφιβολίες και δεύτερες σκέψεις από όσες δείχνουμε.

Για μένα επιτυχία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένα βιβλίο έκανε πολλές πωλήσεις. Η εμπορική επιτυχία είναι ένα μέρος της. Υπάρχει όμως και η προσωπική ικανοποίηση: να φτάσω στο σημείο να κοιτάζω αυτό που δημιούργησα και να είμαι πραγματικά ικανοποιημένη και περήφανη γι’ αυτό.

Κάπως έτσι καταφέρνω, αν και δύσκολα, να ισορροπώ αυτούς τους ρόλους, έχοντας πάντα επίγνωση της κατάστασης του βιβλίου στην Ελλάδα (που πάει από το κακό στο χειρότερο), της απομάκρυνσης πολλών παιδιών από την ανάγνωση, αλλά και των δυνατοτήτων ενός μικρού ανεξάρτητου εκδοτικού οίκου που ένας Θεός ξέρει γιατί υπάρχει.

Από τον επόμενο μήνα, μαζί με την ψυχολόγο και συγγραφέα Μαρίνα Μποζάνη, ξεκινάτε «Τα Εικαστικά Μονοπάτια». Πείτε μας λίγα λόγια για αυτές τις συναντήσεις.

Β.ΣΓ. Με τη Μαρίνα Μποζάνη συνεργαζόμαστε εδώ και πολλά χρόνια στη Χίο και έχουμε πραγματοποιήσει αρκετές κοινές δράσεις. Παράλληλα, είναι και συγγραφέας του εκδοτικού οίκου. Μέσα από αυτή τη συνεργασία δημιουργήσαμε το «Ψυχή και Λόγος».

Τα «Εικαστικά Μονοπάτια» αποτελούν τον δεύτερο κύκλο των συναντήσεών μας. Ο πρώτος είχε ως κεντρικό άξονα τη λογοτεχνία και ήταν μια εμπειρία που αγαπήθηκε πολύ. Αυτή τη φορά μετακινούμαστε προς τη ζωγραφική και, κυρίως, προς την επαφή με τα εικαστικά υλικά.

Η Μαρίνα είναι ψυχολόγος, προσωποκεντρική ψυχοθεραπεύτρια και παιγνιοθεραπεύτρια, με εμπειρία. Εγώ, από τη δική μου πλευρά, σπουδάζω ψυχολογία, έχω ασχοληθεί με την ψυχοθεραπεία και θα ασχοληθώ επαγγελματικά και παράλληλα έχω αναπτύξει μια πολύ έντονη σχέση με τη ζωγραφική και, κυρίως, με τα ίδια τα υλικά.

Η γκάμα των εικαστικών μέσων είναι τεράστια και το ίδιο το μέσο αλλάζει την εμπειρία. Θέλουμε λοιπόν να γνωρίσουμε μαζί αυτά τα υλικά, χωρίς την απαίτηση να «ξέρει» κάποιος να ζωγραφίζει ή να δημιουργήσει ένα ωραίο έργο. Να πειραματιστούμε, να εκφραστούμε, να δούμε τι ταιριάζει στον καθένα και, ίσως, να πάρει κάτι από αυτή την εμπειρία που θα συνεχίσει μόνος του στο σπίτι.

Για μένα η τέχνη μπορεί να γίνει μεγάλη εκτόνωση, παρηγοριά και ανακούφιση. Και αυτό δεν το λέω θεωρητικά. Το γνωρίζω από προσωπική εμπειρία.

Τα «Εικαστικά Μονοπάτια» ξεκινούν στις 24 Οκτωβρίου και οι συναντήσεις θα πραγματοποιούνται μία φορά τον μήνα, με διάρκεια τεσσάρων ωρών.

Ποια είναι τα επόμενα συγγραφικά, εκδοτικά και εικαστικά σας σχέδια;

Β.ΣΓ. Συγγραφικά, θα ήθελα πολύ να ολοκληρώσω το δεύτερο μέρος της «ΕΦΗ-ΒΙΑΣ». Το κείμενο έχει ήδη γραφτεί, αλλά τα βιβλία γενικά μου παίρνουν πολύ χρόνο και δεν είναι σίγουρο ότι θα κάνω αυτή τη βουτιά, για να χρησιμοποιήσω την ίδια μεταφορά. Αυτό, όμως, θα ήθελα μελλοντικά: να καλύψω αυτό το κενό στο εφηβικό βιβλίο.

Εικαστικά, πάλι, τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά: ζωγραφίζω. Μαθαίνω, πειραματίζομαι, βελτιώνομαι και γεμίζω τον κόσμο μου με πίνακες και υδατογραφίες. Δεν πιστεύω ότι η τέχνη χρειάζεται πάντοτε σχέδιο ή φιλοδοξία. Μπορεί απλώς να μας παρηγορεί, να μας κρατά συντροφιά ή να μας βοηθά να εξαγνίζουμε όσα αισθανόμαστε.

Ίσως κάποια στιγμή κάνω και μια έκθεση, ίσως το ακολουθήσω ψυχοθεραπευτικά… Θα δείξει. Δεν έχω πάντως καμία βλέψη να γίνω ο επόμενος Πικάσο! Υπάρχουν επαγγελματίες και αυτοδίδακτοι ζωγράφοι εκεί έξω που κάνουν φανταστικά έργα.

Το ίδιο ισχύει και για τη συγγραφή. Δεν βλέπω τον λόγο να γράψω ένα βιβλίο απλώς και μόνο για να εκδώσω άλλο ένα βιβλίο. Θέλω να έχω κάτι να πω. Κι αν στο μέλλον υπάρξει κάτι που αισθανθώ ότι πραγματικά πρέπει να ειπωθεί, τότε νομίζω ότι θα βρω και τον τρόπο να το εκφράσω.

Λίγο πριν ολοκληρώσουμε τη συνέντευξη, θα θέλατε να πείτε κάτι στους αναγνώστες μας;

Β.ΣΓ. Θα ήθελα πρώτα απ’ όλα να σας ευχαριστήσω για τη φιλοξενία και για το ενδιαφέρον σας για τα βιβλία μας.

Και θα ήθελα να πω κάτι πολύ απλό στους αναγνώστες σας: να διαβάζουν ό,τι τους αρέσει. Όχι ό,τι «πρέπει» να τους αρέσει, ούτε απαραίτητα αυτό που διαβάζουν όλοι οι άλλοι. Να βρίσκουν τα βιβλία που συνομιλούν με τους ίδιους.

Και κυρίως να μη φοβούνται να αλλάζουν, να δοκιμάζουν, να αποτυγχάνουν και να ξαναρχίζουν. Εγώ τουλάχιστον αυτό κάνω ακόμη. Και μάλλον θα συνεχίσω να το κάνω, όσο μου επιτρέπεται.

Σας ευχαριστώ ολόψυχα γι’ αυτή τη συζήτηση.

Σας ευχαριστώ πολύ. Καλή δημιουργική συνέχεια.

Επιμέλεια κειμένου: Ζωή Τσούρα

 

 

Υποστηρίξτε το blog μας με μία δωρεά, πατώντας εδώ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ